Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΝΩΧ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

 

Βιβλική, πατρολογική και θεολογική μελέτη με αφετηρία το Γεν. 5,24

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Ενώχ αποτελεί μία από τις πλέον μυστηριώδεις προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης. Μολονότι η βιβλική διήγηση αφιερώνει ελάχιστους στίχους στη ζωή του, η περίπτωσή του απασχόλησε ιδιαίτερα τους Πατέρες της Εκκλησίας, διότι συνδέεται με ορισμένα θεμελιώδη θεολογικά ζητήματα: τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τη δυνατότητα υπέρβασης του θανάτου, τη φύση του ανθρώπινου σώματος, τον Παράδεισο, την ανάσταση και τα έσχατα.

Η περίπτωση του Ενώχ παρουσιάζει επιπλέον ιδιαίτερο ερμηνευτικό ενδιαφέρον. Ενώ η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι ο Θεός τον «μετέθεσε», δεν προσδιορίζει με σαφήνεια τον τόπο στον οποίο μεταφέρθηκε ούτε περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο συνεχίστηκε η ύπαρξή του. Αυτό το βιβλικό κενό οδήγησε σε διαφορετικές πατερικές προσεγγίσεις, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να εξετάσει την ακριβή σημασία του Γεν. 5,24 σε συνδυασμό με τις άλλες βιβλικές μαρτυρίες· τις ρητές αναφορές στον Ενώχ στα έργα των εκκλησιαστικών Πατέρων· τις ερμηνείες της μεταθέσεως και της σχέσεώς της με τον θάνατο· τη σύνδεσή του με τον Ηλία, την Αποκάλυψη και τον Αντίχριστο· την πατερική αντιμετώπιση του απόκρυφου Βιβλίου του Ενώχ· και τα όρια ανάμεσα στη βιβλική βεβαιότητα, την πατερική ερμηνεία και την εκκλησιαστική παράδοση.

Μεθοδολογική διευκρίνιση.

Η εργασία αποβλέπει στην όσο το δυνατόν πληρέστερη παρουσίαση των σημαντικών εντοπισμένων πατερικών μαρτυριών. Ο χαρακτηρισμός «όλες οι αναφορές» με απόλυτη φιλολογική έννοια θα απαιτούσε εξαντλητική αναζήτηση σε ολόκληρα τα ελληνικά, λατινικά, συριακά και άλλα σώματα πατερικών κειμένων, μαζί με τα αποσπάσματα και τις ερμηνευτικές σειρές. Για τον λόγο αυτό διακρίνονται οι μαρτυρίες με σαφή παραπομπή σε έργο και χωρίο από τις ευρύτερες παραδόσεις. Η τελική βιβλιογραφία καταγράφει πρωτογενή κείμενα, ηλεκτρονικές εκδόσεις που χρησιμοποιήθηκαν για έλεγχο και χωριστά τη βοηθητική επιστημονική βιβλιογραφία.

ΜΕΡΟΣ Α΄ — Ο ΕΝΩΧ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

1. Το θεμελιώδες χωρίο: Γένεσις 5,21–24

Το βιβλίο της Γενέσεως παρουσιάζει τον Ενώχ ως πατέρα του Μαθουσάλα και άνθρωπο που «ευαρέστησε» τον Θεό. Η ουσιώδης κατακλείδα στην ελληνική μετάφραση των Εβδομήκοντα είναι:

«Καὶ εὐηρέστησεν Ἑνὼχ τῷ θεῷ καὶ οὐχ ηὑρίσκετο, ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ θεός» (Γεν. 5,24).

α) «Εὐηρέστησεν Ἑνὼχ τῷ θεῷ». Οι Εβδομήκοντα μεταφράζουν εδώ εβραϊκή έκφραση που κυριολεκτικά σημαίνει ότι ο Ενώχ «περπατούσε μαζί με τον Θεό» ή «πορευόταν με τον Θεό». Η εβραϊκή διατύπωση υποδηλώνει συνεχή σχέση κοινωνίας και υπακοής, ενώ η ελληνική μετάφραση τονίζει το ηθικό και πνευματικό αποτέλεσμα: ο Ενώχ κατέστη ευάρεστος στον Θεό. Η διαφορά δεν είναι ασήμαντη, επειδή η πατερική ερμηνεία στηρίζεται συχνά στη διατύπωση των Εβδομήκοντα, αναζητώντας στην πίστη και στην αρετή του Ενώχ την αιτία της μεταθέσεως.

β) «Καὶ οὐχ ηὑρίσκετο». Η διατύπωση δηλώνει ότι ο Ενώχ έπαυσε να βρίσκεται στον τόπο και στην κατάσταση όπου προηγουμένως βρισκόταν. Το κείμενο δεν περιγράφει φυσικό θάνατο ή ταφή του. Η παρατήρηση αυτή είναι βαρύνουσα επειδή, στα γενεαλογικά συμφραζόμενα της Γενέσεως, η συνήθης κατακλείδα για τους υπόλοιπους πατριάρχες είναι «καὶ ἀπέθανεν». Για τον Ενώχ η κατάληξη αυτή απουσιάζει.

γ) «Ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ θεός». Το ρήμα μετατίθημι σημαίνει μεταφέρω, μεταθέτω ή αλλάζω θέση και κατάσταση. Εδώ υποκείμενό του είναι ο ίδιος ο Θεός. Η απομάκρυνση του Ενώχ, επομένως, δεν παρουσιάζεται ως ανθρώπινο επίτευγμα αλλά ως ιδιαίτερη θεία ενέργεια. Είναι απαραίτητη, ωστόσο, η διάκριση: η Γένεση βεβαιώνει τη μετάθεση, αλλά δεν κατονομάζει τον τόπο της μεταθέσεως. Αυτό θα αποτελέσει κεντρικό ζήτημα της πατερικής ερμηνείας.

2. Η ερμηνεία της προς Εβραίους επιστολής: Εβραίους 11,5–6

Η προς Εβραίους επιστολή προσφέρει τη σημαντικότερη βιβλική ερμηνεία της Γεν. 5,24:

«Πίστει Ἑνὼχ μετετέθη τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον, καὶ οὐχ ηὑρίσκετο διότι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ θεός· πρὸ γὰρ τῆς μεταθέσεως μεμαρτύρηται εὐαρεστηκέναι τῷ θεῷ» (Εβρ. 11,5).

Το χωρίο εισάγει δύο καθοριστικά στοιχεία.

Πρώτον, η μετάθεση συνδέεται ρητά με την πίστη του Ενώχ.

Δεύτερον, ο σκοπός της προσδιορίζεται με τη φράση «τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον».

Η αποστολική αυτή ερμηνεία αποκλείει να θεωρήσουμε αυτονόητα τη μετάθεση ως συνηθισμένη περιγραφή του φυσικού θανάτου. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της αν ο Ενώχ δεν θα γνωρίσει ποτέ θάνατο ή αν απλώς δεν υπέστη θάνατο κατά τον χρόνο της μεταθέσεώς του. Η διάκριση θα έχει ιδιαίτερη σημασία στην εξέταση της εσχατολογικής παραδόσεως.

3. Οι μαρτυρίες της Σοφίας Σειράχ

Στο Σειρ. 44,16 διαβάζουμε, σύμφωνα με την ελληνική κειμενική παράδοση:

«Ἑνὼχ εὐηρέστησεν Κυρίῳ καὶ μετετέθη, ὑπόδειγμα μετανοίας ταῖς γενεαῖς».

Η μαρτυρία αυτή συνδέει τη μετάθεση όχι μόνο με τη θεία ευαρέσκεια αλλά και με τη μετάνοια. Πρέπει, πάντως, να ληφθούν υπόψη οι κειμενικές παραλλαγές του στίχου, καθώς και η διαφορά από τις άλλες βιβλικές αναφορές. Στο Σειρ. 49,14 ο Ενώχ παρουσιάζεται ως εξαιρετική μορφή ανάμεσα στους ανθρώπους, ακριβώς λόγω της μεταθέσεώς του.

4. Η προφητεία του Ενώχ στην επιστολή Ιούδα

Η επιστολή Ιούδα, στ. 14–15, αναφέρει:

«Προεφήτευσεν δὲ καὶ τούτοις ἕβδομος ἀπὸ Ἀδὰμ Ἑνὼχ λέγων· Ἰδοὺ ἦλθεν Κύριος ἐν ἁγίαις μυριάσιν αὐτοῦ…».

Η αναφορά αυτή παρουσιάζει τον Ενώχ ως προφητική προσωπικότητα που αναγγέλλει τη θεία κρίση και συνδέεται στενά με το Α΄ Βιβλίο του Ενώχ, ιδίως με το 1,9. Από εδώ προκύπτει ένα ιδιαίτερο πατρολογικό πρόβλημα: η χρήση προφητείας που απαντά σε απόκρυφο έργο συνεπάγεται αποδοχή ολόκληρου του έργου ως θεόπνευστης Γραφής; Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δεν δίνουν όλοι την ίδια απάντηση.

5. Σημαντική κειμενολογική διευκρίνιση: τα 365 έτη του Ενώχ

Στο Γεν. 5,21–23 υπάρχει διαφορά μεταξύ του εβραϊκού κειμένου και των Εβδομήκοντα ως προς την κατανομή των ετών, αλλά όχι ως προς το συνολικό άθροισμα.

Στοιχείο

Εβραϊκό κείμενο

Εβδομήκοντα

Ηλικία στη γέννηση του Μαθουσάλα

65

165

Έτη μετά τη γέννησή του

300

200

Συνολικά έτη

365

365

Η συμφωνία στον συνολικό αριθμό επέτρεψε μεταγενέστερους συμβολικούς συσχετισμούς με την πληρότητα του ηλιακού έτους. Η αριθμολογική αυτή προσέγγιση, ωστόσο, δεν αποτελεί ρητή εξήγηση της Γενέσεως. Πρέπει ακόμη να διακρίνουμε τον Ενώχ του Γεν. 5,21–24, απόγονο του Σηθ και γιο του Ιάρεδ, από τον ομώνυμο Ενώχ του Γεν. 4,17, γιο του Κάιν. Πρόκειται για δύο διαφορετικές βιβλικές προσωπικότητες, διάκριση την οποία αξιοποιεί ιδιαίτερα ο Αυγουστίνος.

ΜΕΡΟΣ Β΄ — ΟΙ ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

1. Άγιος Κλήμης Ρώμης — Α΄ προς Κορινθίους 9,3

Μία από τις αρχαιότερες σωζόμενες εξωβιβλικές χριστιανικές αναφορές στον Ενώχ βρίσκεται στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του αγίου Κλήμεντος Ρώμης (τέλος 1ου αιώνα). Στο ένατο κεφάλαιο ο συγγραφέας καλεί τους χριστιανούς να μιμηθούν την υπακοή των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Πρώτο παράδειγμα παρουσιάζει τον Ενώχ, ο οποίος αναδείχθηκε δίκαιος με την υπακοή του, μετατέθηκε από τον Θεό και δεν γνώρισε θάνατο.

Η μαρτυρία αποδεικνύει ότι ήδη στην αρχαιότατη μεταποστολική παράδοση η μετάθεση κατανοούνταν ως εξαιρετικό προνόμιο του δικαίου και συνδεόταν με την υπακοή στο θείο θέλημα. Ο Κλήμης δεν προχωρεί σε εικασίες για τον τόπο της μεταθέσεως ή για τη μελλοντική τύχη του Ενώχ, αλλά ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ηθική παραδειγματικότητα του προσώπου. Παραπομπή: Α΄ προς Κορινθίους 9,3.

2. Άγιος Ειρηναίος Λυώνος — Κατά Αιρέσεων Δ΄,16,2 και Ε΄,5,1–2

Ο άγιος Ειρηναίος (2ος αιώνας) προσφέρει μία από τις σημαντικότερες πατερικές ερμηνείες της μεταθέσεως. Στο Κατά Αιρέσεων Ε΄,5,1 αναφέρει ρητά ότι ο Ενώχ μετατέθηκε με το ίδιο σώμα με το οποίο είχε ευαρεστήσει τον Θεό. Συνδέει τον Ενώχ με τον Ηλία και υποστηρίζει ότι οι μεταθέσεις τους αποδεικνύουν τη δυνατότητα του Θεού να διατηρεί και να μεταφέρει το ανθρώπινο σώμα. Η παρατήρηση εξυπηρετεί την αντιγνωστική επιχειρηματολογία του: η ανθρώπινη σάρκα δεν είναι κακή ούτε ακατάλληλη για τη θεία ζωή. Ο Ενώχ και ο Ηλίας μαρτυρούν τη δυνατότητα σωτηρίας ολόκληρου του ανθρώπου, ψυχής και σώματος.

Πρέπει να διακρίνουμε τη μετάθεση από την ανάσταση.

Ο Ενώχ δεν παρουσιάζεται ως άνθρωπος που πέθανε και κατόπιν αναστήθηκε, αλλά ως άνθρωπος που μετατέθηκε χωρίς προηγούμενο φυσικό θάνατο.

Στο ίδιο χωρίο ο Ειρηναίος επικαλείται ιδιαίτερη παράδοση: κατά τη μαρτυρία του, πρεσβύτεροι που είχαν μαθητεύσει κοντά στους Αποστόλους παρέδιδαν ότι εκείνοι που μετατέθηκαν οδηγήθηκαν στον Παράδεισο, όπου θα παραμείνουν μέχρι την τελική ολοκλήρωση των πραγμάτων. Ο Παράδεισος εμφανίζεται ως τόπος διαφυλάξεως των δικαίων. Η αναφορά έχει ιστορική αξία επειδή ο Ειρηναίος επικαλείται παλαιότερη εκκλησιαστική παράδοση· δεν διαθέτουμε όμως ανεξάρτητη επιβεβαίωση της ακριβούς προελεύσεώς της.

Στο Δ΄,16,2 ο Ειρηναίος χρησιμοποιεί τον Ενώχ για να δείξει ότι ο άνθρωπος μπορούσε να ευαρεστεί τον Θεό πριν δοθούν ο Μωσαϊκός Νόμος και η περιτομή. Προσθέτει μάλιστα ότι ο Ενώχ εκπλήρωσε αποστολή προς αγγέλους και διαφυλάσσεται ως μάρτυρας της δικαίας κρίσεως του Θεού. Η μνεία αυτή φανερώνει επαφή με ευρύτερη ενωχική παράδοση, χωρίς να αποδεικνύει αυτομάτως την κανονική αποδοχή ολόκληρης της ενωχικής γραμματείας. Παραπομπές: Κατά Αιρέσεων IV,16,2· V,5,1–2.

3. Τερτυλλιανός — Κατά Ιουδαίων 2 και Περί ψυχής 50

Ο Τερτυλλιανός (τέλη 2ου–αρχές 3ου αιώνα) παρουσιάζει δύο συμπληρωματικές πλευρές του ζητήματος. Στο Adversus Iudaeos 2 αναφέρει τον Ενώχ ως άνθρωπο που ευαρέστησε τον Θεό χωρίς την περιτομή και τη σαββατική νομοθεσία. Το θεολογικό του συμπέρασμα είναι ότι η δικαιοσύνη και η σωτηρία δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις τελετουργικές διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου.

Στο De anima 50 διατυπώνει εσχατολογική ερμηνεία: ο Ενώχ και ο Ηλίας δεν υπέστησαν ακόμη θάνατο, αλλά ο θάνατός τους αναβλήθηκε. Διαφυλάσσονται, κατά τον Τερτυλλιανό, για να μαρτυρήσουν στους έσχατους χρόνους, αντιμετωπίζοντας τον Αντίχριστο. Πρόκειται για μία από τις παλαιότερες σαφείς μαρτυρίες της παραδόσεως περί μελλοντικού μαρτυρίου του Ενώχ. Η μετάθεση ερμηνεύεται ταυτόχρονα ως ανταμοιβή της δικαιοσύνης και ως προετοιμασία μελλοντικής αποστολής. Παραπομπές: Adversus Iudaeos 2· De anima 50.

4. Άγιος Ιππόλυτος Ρώμης — Περί Χριστού και Αντιχρίστου 43 και 46

Ο άγιος Ιππόλυτος (αρχές 3ου αιώνα) διατυπώνει με σαφήνεια την παράδοση για την επάνοδο του Ενώχ. Στο Περὶ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστου 43 ταυτίζει τους δύο προφήτες της Αποκαλύψεως με τον Ενώχ και τον Ηλία. Οι δύο προφήτες θα κηρύξουν επί 1.260 ημέρες, ντυμένοι με σάκκους, καλώντας τους ανθρώπους σε μετάνοια. Στο κεφάλαιο 46 συνδέει την αποστολή τους με την προφητεία του Μαλαχία για την επιστροφή του Ηλία πριν από την ημέρα του Κυρίου.

Η ερμηνευτική ακολουθία είναι η εξής: οι δύο προφήτες δεν υπέστησαν τον συνήθη θάνατο· η μετάθεσή τους συνδέεται με την εσχατολογική οικονομία του Θεού· θα εμφανιστούν ως κήρυκες της μετανοίας πριν από τη Δευτέρα Παρουσία· και η δράση τους θα αντιπαρατεθεί στην πλάνη του Αντιχρίστου. Το σχήμα είναι σημαντικό για την ιστορία της εκκλησιαστικής εσχατολογίας, αλλά δεν προκύπτει αυτούσιο από το Γεν. 5,24. Παραπομπή: Περὶ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστου 43, 46.

5. Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος — Περί θνητότητος 23

Στο De mortalitate 23 (3ος αιώνας) ο άγιος Κυπριανός επικαλείται το Γεν. 5,24 για να εξηγήσει γιατί η απομάκρυνση ενός δικαίου από τον παρόντα κόσμο δεν πρέπει να θεωρείται κατ’ ανάγκην συμφορά. Ο Ενώχ μετατέθηκε επειδή ευαρέστησε στον Θεό. Ο Κυπριανός την ερμηνεύει ως απαλλαγή από τη διαφθορά και τους πειρασμούς του κόσμου, σε ποιμαντικό πλαίσιο σχετικό με την ανθρώπινη θνητότητα και τον φόβο του θανάτου.

Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης διαφορά: ο Ενώχ, κατά το Εβρ. 11,5, δεν γνώρισε φυσικό θάνατο κατά τη μετάθεση, ενώ οι χριστιανοί προς τους οποίους απευθύνεται ο Κυπριανός μπορεί πράγματι να πεθαίνουν. Ο Πατέρας δεν ταυτίζει τα δύο γεγονότα ως προς τον τρόπο τους, αλλά ως προς την πνευματική σημασία της απομακρύνσεως από έναν φθαρτό κόσμο. Παραπομπή: De mortalitate 23.

6. Μέγας Αθανάσιος — Περί των εν Νικαία Συνόδου αποφάσεων 5

Ο Μέγας Αθανάσιος (4ος αιώνας) μνημονεύει τον Ενώχ στο De decretis Nicaenae synodi §5. Τον εντάσσει στην αδιάκοπη ιστορία της θείας αποκαλύψεως και της αληθινής πίστεως, αναφέροντας ότι ο Αβραάμ, ο Νώε και ο Ενώχ γνώριζαν τον ίδιο Θεό. Το συγκεκριμένο χωρίο δεν ερμηνεύει τη μετάθεση και δεν προσδιορίζει τον τόπο της, αλλά παρουσιάζει τον Ενώχ ως φορέα της αληθινής θεογνωσίας πριν από τον Μωσαϊκό Νόμο. Παραπομπή: De decretis Nicaenae synodi 5.

7. Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων — Κατήχησις Γ΄,6

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (4ος αιώνας) αναφέρει τον Ενώχ στην τρίτη Κατήχησή του, §6, συγκρίνοντας τον Ιωάννη τον Πρόδρομο με παλαιότερους δικαίους και προφήτες. Παραθέτει τη μετάθεση του Ενώχ και την ανάληψη του Ηλία. Η αναφορά είναι σύντομη αλλά επιβεβαιώνει ότι η μετάθεση θεωρείται δεδομένο γεγονός της βιβλικής ιστορίας. Κύριος σκοπός δεν είναι να αναπτύξει ενωχική διδασκαλία, αλλά να αναδείξει τη θέση του Προδρόμου στην ιστορία της σωτηρίας. Παραπομπή: Κατήχησις Γ΄ 6.

8. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος — Λόγος ΚΗ΄,18

Στον δεύτερο Θεολογικό Λόγο ο άγιος Γρηγόριος (4ος αιώνας) αναφέρεται στον Ενώχ μέσα σε συζήτηση για τα όρια της ανθρώπινης γνώσεως του Θεού. Αναγνωρίζει τη μετάθεση ως γεγονός, αλλά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν ο Ενώχ μετατέθηκε επειδή είχε ήδη φθάσει σε υψηλό βαθμό θεογνωσίας ή για να προχωρήσει ακόμη περισσότερο σε αυτήν.

Ο Ενώχ αποτελεί παράδειγμα ανθρώπου που πλησίασε τον Θεό, χωρίς αυτό να συνεπάγεται πλήρη γνώση της θείας ουσίας. Η μετάθεση δεν καταργεί τη διάκριση ανάμεσα στον κτιστό άνθρωπο και στον άκτιστο Θεό. Παραπομπή: Λόγος ΚΗ΄ — Περὶ Θεολογίας δεύτερος 18.

9. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος — Εις την Γένεσιν, Ομιλία ΚΑ΄

Η ερμηνεία του Χρυσοστόμου στη Γεν. 5,21–24, ιδίως στην ΚΑ΄ Ομιλία, §§11–15, είναι από τις πλέον σημαντικές.

Πρώτον, επιμένει ότι ο Ενώχ ευαρέστησε τον Θεό και μετά τη γέννηση του Μαθουσάλα. Αυτό αποδεικνύει ότι ούτε ο γάμος ούτε η ανατροφή των παιδιών αποτελούν εμπόδιο στην αρετή. Ο Χρυσόστομος δεν περιορίζει τη δυνατότητα της αγιότητας στην παρθενία ή στον μοναχικό βίο.

Δεύτερον, ο Ενώχ μετατέθηκε χωρίς να υποστεί φυσικό θάνατο. Ο Θεός έδωσε ήδη από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας ένδειξη ότι η κυριαρχία του θανάτου δεν είναι απόλυτη. Ωστόσο, η μετάθεση δεν συνεπάγεται ότι ο Ενώχ έλαβε ήδη την οριστική αθανασία με τον τρόπο που αυτή θα φανερωθεί στην κοινή ανάσταση: πρέπει να διακρίνουμε την παράταση ή διαφύλαξη της ζωής από την τελική αφθαρσία.

Τρίτον, ο Χρυσόστομος εξετάζει ο ίδιος αν ο Ενώχ ζει και πού βρίσκεται. Υπογραμμίζει ότι η Γραφή βεβαιώνει τη μετάθεσή του χωρίς προηγούμενο θάνατο, αλλά δεν αποκαλύπτει πού μεταφέρθηκε ούτε με ποιον τρόπο ζει. Το χωρίο λειτουργεί ως προειδοποίηση κατά της ανεξέλεγκτης περιέργειας για όσα ο Θεός δεν αποκάλυψε. Ο Χρυσόστομος δεν αρνείται τη μετάθεση· αρνείται ότι από τη Γραφή συνάγονται ακριβείς πληροφορίες για τον τόπο της. Παραπομπή: Εἰς τὴν Γένεσιν, Ὁμιλία ΚΑ΄, §§11–15.

10. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος — Εις την προς Εβραίους, Ομιλία ΚΒ΄

Πρόκειται για δεύτερη, αυτοτελή ανάλυση του Ενώχ. Ερμηνεύοντας το Εβρ. 11,5–6, ο Χρυσόστομος προσδιορίζει τη σχέση πίστεως, ευαρεστήσεως και μεταθέσεως. Ο Ενώχ επέδειξε ιδιαίτερη πίστη, επειδή είχε προηγηθεί το παράδειγμα του δικαίου Άβελ, ο οποίος όμως δολοφονήθηκε. Παρά το φαινομενικό παράδοξο ότι ο Θεός επέτρεψε τον θάνατο του Άβελ, ο Ενώχ δεν απομακρύνθηκε από την πίστη αλλά παρέμεινε πεπεισμένος ότι ο Θεός είναι δίκαιος ανταποδότης.

Η πίστη αποτελεί τη ρίζα της ευαρεστήσεως και η ευαρέστηση την αιτία της μεταθέσεως. Η μετάθεση, επομένως, δεν αποσπάται από την εσωτερική πνευματική κατάσταση του Ενώχ. Στο ίδιο χωρίο επανέρχεται η επιφύλαξη ότι η Γραφή δεν περιγράφει πού και πώς ζουν ο Ενώχ και ο Ηλίας. Παραπομπή: Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους, Ὁμιλία ΚΒ΄, §§4–5.

11. Άλλες χρυσοστομικές μαρτυρίες

Δεν εξαντλούνται στις δύο προηγούμενες ομιλίες οι αναφορές του Χρυσοστόμου.

Στην Ε΄ Ομιλία στην προς Κολοσσαείς χρησιμοποιεί τη μετάθεση του Ενώχ ως ένα από τα θαυμαστά γεγονότα με τα οποία ο Θεός προετοιμάζει προοδευτικά την κατανόηση του ανθρώπου για μεγαλύτερα θαύματα, όπως η ανάληψη του Ηλία και η ανάσταση.

Στην ΟΕ΄ Ομιλία στο κατά Ιωάννην, §5, επικαλείται τον Ενώχ για να δείξει ότι το ανθρώπινο σώμα δεν αποτελεί δικαιολογία για την αποφυγή του αγώνα της αρετής. Ο Ενώχ και ο Ηλίας έφεραν ανθρώπινη σάρκα· η υλική τους φύση δεν εμπόδισε την ιδιαίτερη ενέργεια του Θεού. Παραπομπές: Εἰς Κολοσσαεῖς, Ὁμιλία Ε΄· Εἰς Ἰωάννην, Ὁμιλία ΟΕ΄, §5.

12. Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων

Ο Αμβρόσιος (4ος αιώνας) χρησιμοποιεί τον Ενώχ σε δύο διαφορετικά θεολογικά συμφραζόμενα. Στο De fide IV,1,8 αντιδιαστέλλει τη μετάθεση του Ενώχ και την ανάληψη του Ηλία από την Ανάληψη του Χριστού. Οι δύο προφήτες μεταφέρθηκαν με το σώμα τους, αλλά δεν είχαν προηγουμένως νικήσει τον θάνατο με τον τρόπο που τον νίκησε ο Χριστός. Ο Χριστός είναι ο Κύριος της ζωής και νικητής του θανάτου· οι προφήτες είναι δούλοι του Θεού που έλαβαν ιδιαίτερη χάρη.

Στο De excessu fratris Satyri I,30, ο Αμβρόσιος αναφέρει τη μετάθεση ως παράδειγμα για την αντιμετώπιση του πένθους και της απώλειας. Δίνει έμφαση στη σωτηριώδη απαλλαγή από τις συμφορές του παρόντος κόσμου. Παραπομπές: De fide IV,1,8· De excessu fratris Satyri I,30.

13. Ιωάννης Κασσιανός — Συνομιλίες Γ΄,7

Ο Ιωάννης Κασσιανός (4ος–5ος αιώνας) αναφέρεται στον Ενώχ στο πλαίσιο της διδασκαλίας του για τις τρεις μορφές αποταγής. Η πορεία του Ενώχ μαζί με τον Θεό μετατρέπεται σε υπόδειγμα για τον άνθρωπο που αποδεσμεύεται από τις μέριμνες και τις ματαιότητες του κόσμου. Ο Κασσιανός δεν υποκαθιστά το ιστορικό γεγονός με αλληγορία: η μετάθεση είναι πραγματικό σωματικό γεγονός το οποίο παράλληλα αποκτά πνευματική και ασκητική σημασία. Παραπομπή: Collationes III,7.

14. Άγιος Εφραίμ ο Σύρος — Ύμνοι περί Γεννήσεως, Α΄

Ο Εφραίμ ο Σύρος (4ος αιώνας) προσφέρει χριστολογική ερμηνεία της μεταθέσεως. Στον πρώτο από τους Ύμνους περί Γεννήσεως παρουσιάζει τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης ως ανθρώπους που προσδοκούσαν τον ερχομό του Υιού του Θεού. Ο Ενώχ επιθυμούσε να δει τον Χριστό και, επειδή δεν μπορούσε να τον δει κατά την επίγεια ζωή του, δικαιώθηκε διά της μεγάλης πίστεώς του και ανυψώθηκε στους ουρανούς.

Η μετάθεση δεν παρουσιάζεται απλώς ως ανταμοιβή ενάρετου βίου αλλά εντάσσεται στην ιστορία της προσδοκίας του Χριστού. Πρόκειται για ποιητική και θεολογική ερμηνεία, όχι για λεπτομερή τοπογραφία της μεταθέσεως. Παραπομπή: Ύμνοι περί Γεννήσεως, Α΄.

15. Κλήμης Αλεξανδρείας — Στρωματεῖς Δ΄,17

Ο Κλήμης Αλεξανδρείας (τέλη 2ου – αρχές 3ου αιώνα) αναφέρεται στον Ενώχ στις Στρωματεῖς IV,17, παραθέτοντας την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντος Ρώμης, όπου μνημονεύεται ο Ενώχ, που δικαιώθηκε με την υπακοή και μετατέθηκε. Δεν έχουμε εδώ αυτοτελή θεωρία για τη μετάθεση, αλλά μαρτυρία για τη διάδοση της πρώιμης ερμηνείας που συνέδεε τον Ενώχ με δικαιοσύνη και υπακοή. Παραπομπή: Στρωματεῖς IV,17.

16. Ιερός Αυγουστίνος — Περί της Πολιτείας του Θεού ΙΕ΄,17–19 και 23

Ο Αυγουστίνος (4ος–5ος αιώνας) εξετάζει τον Ενώχ μέσα στη μεγάλη διάκριση ανάμεσα στην επίγεια πολιτεία και στην πολιτεία του Θεού. Στο XV,17 αντιπαραβάλλει τους δύο Ενώχ. Ο Ενώχ, γιος του Κάιν, συνδέεται με την ίδρυση επίγειας πόλεως, ενώ ο απόγονος του Σηθ συνδέεται με τη θεία ευαρέσκεια και τη μετάθεση. Ο Αυγουστίνος χρησιμοποιεί την έννοια της «αφιερώσεως», με την οποία ερμηνεύει το όνομα Ενώχ. Έτσι οι δύο ομώνυμες μορφές αποκτούν διαφορετική συμβολική σημασία.

Στο XV,19, ένα από τα σημαντικότερα αυγουστίνεια χωρία για τον Ενώχ, συνδέει τη μετάθεση με τη μέλλουσα ανάσταση ολόκληρης της Εκκλησίας. Ερμηνεύει συμβολικά το γεγονός ότι ο Ενώχ είναι έβδομος από τον Αδάμ σε σχέση με την αγιότητα της εβδόμης ημέρας. Κυρίως, όμως, υποστηρίζει ότι η μετάθεση προεικονίζει την τελική αφιέρωση της πολιτείας του Θεού, η οποία θα ολοκληρωθεί όταν όλοι οι δίκαιοι αναστηθούν για να μη γνωρίσουν πλέον θάνατο.

Ο Ενώχ δεν είναι το τελικό μέτρο της ανθρώπινης αφθαρσίας. Η πλήρης εκπλήρωση βρίσκεται στον αναστημένο Χριστό, ο οποίος δεν πεθαίνει πλέον, και στη μελλοντική ανάσταση των μελών του σώματός του. Η μετάθεση του Ενώχ λειτουργεί ως προτύπωση και όχι ως υποκατάστατο της αναστάσεως.

Στο XV,23 ο Αυγουστίνος αντιμετωπίζει τα συγγράμματα που κυκλοφορούσαν με το όνομα του Ενώχ. Δεν αποκλείει ότι ο ιστορικός Ενώχ υπήρξε φορέας προφητικής αποκαλύψεως, δεδομένης της μαρτυρίας της επιστολής Ιούδα. Αμφισβητεί, ωστόσο, τη γνησιότητα των σωζόμενων συγγραμμάτων και την αναγνώρισή τους ως κανονικής Γραφής. Παράλληλα, απορρίπτει τις διηγήσεις περί σαρκικής ενώσεως αγγέλων και γυναικών, ερμηνεύοντας διαφορετικά τους «υἱοὺς τοῦ Θεοῦ» του Γεν. 6. Παραπομπές: De civitate Dei XV,17–19, 23.

17. Κοσμάς Ινδικοπλεύστης — Χριστιανική Τοπογραφία Ε΄

Ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης (6ος αιώνας), εκκλησιαστικός συγγραφέας, εντάσσει τον Ενώχ στην παρουσίαση των προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης που μαρτυρούν τη θεία πρόνοια και προτυπώνουν τη μέλλουσα ζωή. Η μετάθεση αποτελεί στο ερμηνευτικό του σχήμα ένδειξη ότι ο Θεός δεν περιορίζεται από τις συνήθεις συνθήκες της ανθρώπινης θνητότητας. Η μαρτυρία δείχνει τη διατήρηση της ενωχικής παραδόσεως κατά τον 6ο αιώνα. Οι ιδιαίτερες κοσμολογικές απόψεις του Κοσμά, πάντως, δεν μπορούν να ταυτιστούν με δεσμευτική πατερική διδασκαλία. Παραπομπή: Χριστιανικὴ Τοπογραφία Ε΄.

18. Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός — Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Δ΄,26

Στο κεφάλαιο Περὶ Ἀντιχρίστου, ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός (7ος–8ος αιώνας) διδάσκει ότι πριν από τη Δευτέρα Παρουσία θα αποσταλούν ο Ενώχ και ο Ηλίας ο Θεσβίτης. Η αποστολή τους συνδέεται με τη μετάνοια και την επιστροφή των ανθρώπων προς τον Χριστό. Ο Δαμασκηνός αναφέρει επίσης ότι θα θανατωθούν από τον Αντίχριστο.

Εδώ συγκεντρώνονται τρία στοιχεία της βυζαντινής εσχατολογικής παραδόσεως: ο Ενώχ και ο Ηλίας διαφυλάσσονται για μελλοντική αποστολή· θα εμφανιστούν στους έσχατους χρόνους ως μάρτυρες της αλήθειας· θα υποστούν θάνατο πριν από την τελική νίκη του Χριστού. Η μαρτυρία βρίσκεται στο γνωστό δογματικό σύγγραμμα του Δαμασκηνού και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Πρέπει, εντούτοις, να διακρίνουμε την ισχύ αυτής της πατερικής ερμηνείας από το γεγονός ότι η Αποκάλυψη δεν κατονομάζει ρητώς τους δύο μάρτυρες. Παραπομπή: Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως IV,26.

19. Μεταγενέστερη βυζαντινή ερμηνευτική παράδοση

Η ερμηνεία του Ενώχ συνεχίζεται σε μεταγενέστερους βυζαντινούς υπομνηματιστές. Στην παράδοση των υπομνημάτων της προς Εβραίους επιστολής, που συνδέονται με το όνομα του Οικουμενίου αλλά παρουσιάζουν προβλήματα συγγραφικής αποδόσεως, επαναλαμβάνεται η σημασία του Εβρ. 11,5: ο Ενώχ μετατέθηκε χωρίς να γνωρίσει φυσικό θάνατο.

Παρόμοια προσέγγιση απαντά στον Θεοφύλακτο Αχρίδος (11ος–12ος αιώνας). Οι μαρτυρίες αυτές αποτελούν κυρίως συνέχεια και επεξεργασία παλαιότερων πατερικών ερμηνειών, όχι ανεξάρτητη απόδειξη αποστολικής προελεύσεως κάθε επιμέρους παραδόσεως.

Παραπομπές: Υπομνήματα στην Πρὸς Ἑβραίους 11,5 της οικουμενιανής παραδόσεως· Θεοφύλακτος Αχρίδος, Ἑρμηνεία εἰς τὴν Πρὸς Ἑβραίους.

ΜΕΡΟΣ Γ΄ — Ο ΕΝΩΧ, Ο ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ

1. Τι πραγματικά αναφέρει η Αποκάλυψη

Στο ενδέκατο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως, στ. 3–12, γίνεται λόγος για δύο μάρτυρες του Θεού. Προφητεύουν επί 1.260 ημέρες· έχουν εξουσία να κλείσουν τον ουρανό ώστε να μη βρέχει και να μετατρέπουν τα ύδατα σε αίμα· αντιμετωπίζουν το θηρίο, το οποίο τελικά τους θανατώνει· και ύστερα από τρεισήμισι ημέρες ανασταίνονται και ανεβαίνουν στον ουρανό.

Η Αποκάλυψη δεν ονομάζει τους δύο μάρτυρες Ενώχ και Ηλία.

Η ταύτισή τους αποτελεί ερμηνευτική παράδοση.

Η σύνδεση με τον Ηλία είναι ευνόητη, επειδή οι ενέργειες των μαρτύρων παραπέμπουν στα θαύματά του, ιδιαίτερα στη διακοπή της βροχής. Αντίστοιχα, η μεταβολή των υδάτων σε αίμα παραπέμπει στον Μωυσή. Το κείμενο επιτρέπει συνεπώς διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, χωρίς να κατονομάζει τους μάρτυρες.

2. Γιατί πολλοί Πατέρες τους ταύτισαν με τον Ενώχ και τον Ηλία;

Η ταύτιση βασίζεται κυρίως στον συνδυασμό βιβλικών δεδομένων. Ο Ενώχ μετατέθηκε χωρίς να γνωρίσει θάνατο κατά το Εβρ. 11,5. Ο Ηλίας ανελήφθη με εξαιρετικό τρόπο κατά το Δ΄ Βασ. 2,11. Οι δύο μάρτυρες της Αποκαλύψεως θανατώνονται και ακολούθως ανασταίνονται. Έτσι αναπτύχθηκε η ερμηνεία ότι ο Θεός διαφύλαξε τους δύο προφήτες, ώστε να πραγματοποιήσουν μελλοντική αποστολή και να υποστούν τότε τον θάνατο τον οποίο δεν γνώρισαν κατά την επίγεια ζωή τους. Αυτή η προσέγγιση διακρίνεται στον Τερτυλλιανό, διατυπώνεται στον Ιππόλυτο και επαναλαμβάνεται στον Ιωάννη Δαμασκηνό.

3. Είναι υποχρεωτική αυτή η ταύτιση;

Από άποψη ιστορίας της θεολογίας, η ταύτιση Ενώχ και Ηλία αποτελεί παλαιά και ισχυρή εκκλησιαστική παράδοση. Από άποψη αυστηρής βιβλικής ερμηνείας, όμως, δεν αποτελεί ρητή διατύπωση της Αποκαλύψεως.

Επιπλέον, η προφητεία του Μαλαχία περί του Ηλία δεν κατονομάζει τον Ενώχ. Είναι ακριβέστερο να πούμε ότι η παράδοση περί της επανόδου του Ενώχ είναι παλαιά και ισχυρή σε σημαντικούς Πατέρες, όχι όμως πληροφορία που αποκαλύπτεται ρητά στο Γεν. 5,24 ή στο Αποκ. 11. Αυτό δεν μειώνει την αξία της παραδόσεως, αλλά προσδιορίζει την πηγή και τον βαθμό βεβαιότητάς της.

ΜΕΡΟΣ Δ΄ — ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΝΩΧ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

1. Τι είναι το Α΄ Βιβλίο του Ενώχ;

Το λεγόμενο Α΄ Βιβλίο του Ενώχ αποτελεί συλλογή αρχαίων ιουδαϊκών αποκαλυπτικών κειμένων, που συντέθηκαν σε διαφορετικές περιόδους, κυρίως κατά τους προχριστιανικούς αιώνες. Περιλαμβάνει διηγήσεις για τους πεπτωκότες αγγέλους, τον ουράνιο κόσμο, τη θεία κρίση, τα ουράνια σώματα και τις αποκαλύψεις που αποδίδονται στον Ενώχ. Σώζεται πλήρες στη γλώσσα Γεέζ, ενώ έχουν διασωθεί αρχαιότερα αποσπάσματα σε άλλες γλώσσες, μεταξύ των οποίων αραμαϊκά χειρόγραφα του Κουμράν.

Δεν πρέπει να συγχέεται με το Β΄ Βιβλίο του Ενώχ, γνωστό κυρίως από σλαβονική παράδοση, ούτε με το Γ΄ Βιβλίο του Ενώχ, που ανήκει σε μεταγενέστερο ιουδαϊκό μυστικιστικό περιβάλλον.

2. Το πρόβλημα της επιστολής Ιούδα

Η επιστολή Ιούδα, στ. 14–15, παραθέτει προφητεία του Ενώχ που αντιστοιχεί στενά στο Α΄ Ενώχ 1,9. Προκύπτει το ερώτημα: εφόσον κανονικός αποστολικός συγγραφέας χρησιμοποιεί το χωρίο, αναγνωρίζει και το σύνολο του βιβλίου ως θεόπνευστο; Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Η αναγνώριση της αλήθειας ή της προφητικής αξίας συγκεκριμένου αποσπάσματος δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αναγνώριση της θεοπνευστίας ολόκληρου του έργου.

3. Τερτυλλιανός — Υπεράσπιση του Βιβλίου του Ενώχ

Στο De cultu feminarum I,3, ο Τερτυλλιανός υπερασπίζεται τη χρήση του Βιβλίου του Ενώχ. Γνωρίζει ότι ορισμένοι δεν το δέχονται, επειδή δεν περιλαμβάνεται στον ιουδαϊκό κανόνα, αλλά προβάλλει το ενδεχόμενο να είχε διασωθεί μέσω της οικογενειακής παραδόσεως του Νώε. Επικαλείται ακόμη το γεγονός ότι ο Ιούδας χρησιμοποιεί ενωχική προφητεία. Πρόκειται για μία από τις πιο θετικές εκκλησιαστικές αξιολογήσεις του βιβλίου στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία. Η άποψή του, πάντως, δεν ταυτίζεται με τη μεταγενέστερη καθιερωμένη στάση των ελληνόφωνων και λατινόφωνων Εκκλησιών. Παραπομπή: De cultu feminarum I,3.

4. Ωριγένης — Κατά Κέλσου Ε΄,54

Ο Ωριγένης υιοθετεί επιφυλακτικότερη στάση. Στο Κατὰ Κέλσου V,54 αναφέρεται σε διηγήσεις για αγγέλους που κατέβηκαν στη γη, τις οποίες ο Κέλσος είχε συνδέσει με το Βιβλίο του Ενώχ. Ο Ωριγένης επισημαίνει ότι τα βιβλία που φέρουν το όνομα του Ενώχ δεν κυκλοφορούν στις Εκκλησίες ως θεία Γραφή. Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία: ήδη στον 3ο αιώνα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στη γνώση της ενωχικής παραδόσεως και στην κανονική αναγνώριση των σχετικών συγγραμμάτων. Παραπομπή: Κατὰ Κέλσου V,54.

5. Ιερώνυμος — Περί επιφανών ανδρών 4

Ο Ιερώνυμος αναφέρεται στο ζήτημα κατά την παρουσίαση της επιστολής Ιούδα. Επισημαίνει ότι ορισμένοι αμφισβήτησαν την επιστολή επειδή παραθέτει χωρίο από το απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ. Συμπληρώνει όμως ότι η επιστολή Ιούδα έγινε δεκτή ως κανονική λόγω της αρχαιότητάς της και της εκκλησιαστικής χρήσεώς της. Διακρίνει λοιπόν την κανονικότητα της επιστολής Ιούδα από εκείνη του Βιβλίου του Ενώχ. Παραπομπή: De viris illustribus 4.

6. Αυγουστίνος — Η απόρριψη της κανονικότητας

Στο De civitate Dei XV,23 ο Αυγουστίνος αρνείται την κανονική αυθεντία των έργων που αποδίδονται στον Ενώχ. Το ουσιώδες επιχείρημά του δεν είναι ότι ο ιστορικός Ενώχ δεν μπορούσε να προφητεύσει, αλλά ότι δεν μπορούσε να εξακριβωθεί πως τα σωζόμενα συγγράμματα προέρχονταν πράγματι από εκείνον. Η ιστορική ύπαρξη του προφήτη, η βιβλική αναγνώριση προφητείας του και η γνησιότητα ενός βιβλίου που φέρει το όνομά του είναι τρία διαφορετικά πράγματα. Παραπομπή: De civitate Dei XV,23.

7. Συμπέρασμα για το Βιβλίο του Ενώχ

Ο βιβλικός Ενώχ είναι πρόσωπο της κανονικής Αγίας Γραφής και η επιστολή Ιούδα αναγνωρίζει προφητεία του. Ορισμένοι πρώιμοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν ή υπερασπίζονται την ενωχική παράδοση· άλλοι αρνούνται στο Βιβλίο του Ενώχ κανονική αυθεντία. Η θέση του Α΄ Ενώχ δεν είναι ίδια σε όλες τις χριστιανικές παραδόσεις: η Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία το περιλαμβάνει στον βιβλικό της κανόνα, ενώ δεν ανήκει στον συνήθη κανόνα της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

ΜΕΡΟΣ Ε΄ — ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

1. Είναι ο Ενώχ ακόμη ζωντανός;

Η προς Εβραίους 11,5 δηλώνει ρητά ότι ο Ενώχ μετατέθηκε «τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον». Στην κυριολεκτική πατερική παράδοση αυτό σημαίνει ότι δεν υπέστη φυσικό θάνατο κατά τη μετάθεσή του. Ο Χρυσόστομος, ο Ειρηναίος και άλλοι συγγραφείς δέχονται την πραγματικότητα της μεταθέσεως. Η θέση ότι ο Ενώχ εξακολουθεί να ζει, με τρόπο που γνωρίζει ο Θεός, έχει σαφή ερείσματα στην πατερική παράδοση. Ωστόσο, η ακριβής κατάσταση της υπάρξεώς του δεν περιγράφεται ενιαία και εξαντλητικά από όλους τους Πατέρες.

2. Πού βρίσκεται ο Ενώχ;

Εδώ παρατηρείται ενδιαφέρουσα διαφορά. Ο Ειρηναίος μεταφέρει παράδοση ότι οι μετατεθέντες οδηγήθηκαν στον Παράδεισο. Ο Εφραίμ χρησιμοποιεί γλώσσα ουράνιας ανυψώσεως. Ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι η Γραφή δεν προσδιορίζει πού μετατέθηκε ο Ενώχ. Οι προσεγγίσεις δεν συνιστούν υποχρεωτικά δογματική αντίφαση: ο Ειρηναίος μεταφέρει παράδοση, ενώ ο Χρυσόστομος επισημαίνει τα όρια των πληροφοριών του βιβλικού κειμένου.

Χρειάζεται κειμενολογική προσοχή: στο ελληνικό Σειρ. 44,16 η μετάθεση συνδέεται με τη θεία ευαρέσκεια αλλά δεν προσδιορίζεται ρητά ο Παράδεισος. Στη λατινική βιβλική παράδοση η διατύπωση περιλαμβάνει το translatus est in paradisum («μετατέθηκε στον Παράδεισο»). Η διάκριση είναι σημαντική στην εξέταση ελληνικών και λατινικών ερμηνειών.

3. Απέκτησε ο Ενώχ ήδη την τελική αφθαρσία;

Η μετάθεση δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τη δοξασμένη κατάσταση του αναστημένου Χριστού. Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς και είναι οριστικά νικητής του θανάτου. Ο Ενώχ μετατέθηκε χωρίς να γνωρίσει προηγουμένως θάνατο. Ο Αμβρόσιος διακρίνει τις δύο περιπτώσεις, ενώ ο Αυγουστίνος παρουσιάζει τη μετάθεση ως προτύπωση της μέλλουσας αναστάσεως. Δεν πρέπει συνεπώς να συνάγεται ότι ο Ενώχ έχει ήδη την ίδια ακριβώς εσχατολογική κατάσταση που θα έχουν οι δίκαιοι μετά την κοινή ανάσταση· η Γραφή δεν περιγράφει λεπτομερώς μια τέτοια κατάσταση.

4. Θα πεθάνει ο Ενώχ στο μέλλον;

Η Γένεση και η προς Εβραίους επιστολή βεβαιώνουν ότι ο Ενώχ δεν γνώρισε θάνατο κατά τη μετάθεσή του. Δεν αναπτύσσουν ρητά ολόκληρη τη μελλοντική ιστορία του. Ο Τερτυλλιανός, ο Ιππόλυτος και ο Δαμασκηνός συνδέουν τον Ενώχ με μελλοντικό μαρτύριο. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η μετάθεση δεν κατήργησε οριστικά το ενδεχόμενο του θανάτου του, αλλά τον ανέβαλε.

Πρέπει να διακρίνουμε δύο προτάσεις:

«Ο Ενώχ δεν πέθανε όταν μετατέθηκε», που αποτελεί σαφή βιβλική μαρτυρία, και «Ο Ενώχ θα επιστρέψει και θα θανατωθεί από τον Αντίχριστο», που αποτελεί ισχυρή πατερική εσχατολογική παράδοση.

Δεν έχουν ακριβώς το ίδιο είδος τεκμηριώσεως.

5. Ποια είναι η σημασία του Ενώχ για την ανθρώπινη σωτηρία;

Η πατερική παράδοση δεν αντιμετωπίζει τον Ενώχ αποκλειστικά ως πρόσωπο που εξαιρέθηκε από τον φυσικό θάνατο. Στον Ειρηναίο η μετάθεσή του μαρτυρεί τη δυνατότητα σωτηρίας ολόκληρου του ανθρώπου. Στον Χρυσόστομο αποδεικνύει ότι η έγγαμη ζωή δεν αποκλείει την αγιότητα. Στον Γρηγόριο Θεολόγο συνδέεται με την πρόοδο στη θεογνωσία. Στον Εφραίμ εκφράζει την προσδοκία του Χριστού. Στον Αυγουστίνο προτυπώνει την τελική ανάσταση. Στον Ιππόλυτο και στον Δαμασκηνό εντάσσεται στην εσχατολογική μαρτυρία της Εκκλησίας.

Οι ερμηνείες αυτές δεν αλληλοαποκλείονται, επειδή εξετάζουν το ίδιο βιβλικό γεγονός από διαφορετικές θεολογικές οπτικές.

ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ — ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

Πατέρας ή συγγραφέας

Κύρια προσέγγιση

Ζήτημα που φωτίζει

Κλήμης Ρώμης

Μετάθεση ως καρπός δικαιοσύνης και υπακοής

Ηθική παραδειγματικότητα

Ειρηναίος Λυώνος

Σωματική μετάθεση και παράδοση περί Παραδείσου

Σωτηρία της σάρκας

Τερτυλλιανός

Αναβολή θανάτου και εσχατολογική αποστολή

Μελλοντικό μαρτύριο

Ιππόλυτος Ρώμης

Ενώχ και Ηλίας ως δύο μάρτυρες

Έσχατοι χρόνοι

Κυπριανός

Απομάκρυνση από τα κακά του κόσμου

Ποιμαντική παρηγορία

Αθανάσιος

Ο Ενώχ ως γνώστης του αληθινού Θεού

Συνέχεια θείας αποκαλύψεως

Κύριλλος Ιεροσολύμων

Η μετάθεση ως δεδομένο βιβλικό γεγονός

Ιστορία της σωτηρίας

Γρηγόριος Θεολόγος

Μετάθεση και θεογνωσία

Όρια της ανθρώπινης γνώσεως

Ιωάννης Χρυσόστομος

Πίστη, αρετή και όρια βιβλικών πληροφοριών

Ερμηνεία Γεν. 5,24

Αμβρόσιος

Διάκριση μεταθέσεως και Αναλήψεως Χριστού

Χριστολογία

Ιωάννης Κασσιανός

Ο Ενώχ ως πρότυπο πνευματικής πορείας

Ασκητική θεολογία

Εφραίμ ο Σύρος

Προσδοκία του Υιού του Θεού

Χριστολογική ερμηνεία

Κλήμης Αλεξανδρείας

Επιβεβαίωση της πρώιμης παραδόσεως

Δικαιοσύνη και υπακοή

Αυγουστίνος

Προτύπωση της κοινής αναστάσεως

Εσχατολογία

Ιωάννης Δαμασκηνός

Μελλοντική αποστολή και θάνατος του Ενώχ

Αντίχριστος και Δευτέρα Παρουσία

Δεν υπάρχει μία και μοναδική «πατερική ερμηνεία» του Ενώχ που να εξαντλεί όλες τις διαστάσεις. Υπάρχει κοινός βιβλικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο διαμορφώνονται συμπληρωματικές και εν μέρει διαφορετικές θεολογικές προσεγγίσεις.

 

ΜΕΡΟΣ Ζ΄ — ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ ΚΑΤΑ ΒΑΘΜΟ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

Ζήτημα

Βαθμός τεκμηριώσεως

Ο Ενώχ ευαρέστησε τον Θεό

Ρητή βιβλική μαρτυρία

Ο Θεός μετέθεσε τον Ενώχ

Ρητή βιβλική μαρτυρία

Η μετάθεση έγινε «τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον»

Ρητή μαρτυρία του Εβρ. 11,5

Ο Ενώχ είχε προφητική ιδιότητα

Ρητή μαρτυρία της Ιούδα 14

Ο Ενώχ μετατέθηκε με το σώμα του

Σημαντική πατερική ερμηνεία

Ο Ενώχ βρίσκεται στον Παράδεισο

Αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, όχι ρητός προσδιορισμός της Γενέσεως

Ο Ενώχ είναι ένας από τους δύο μάρτυρες

Ισχυρή πατερική εσχατολογική ερμηνεία

Ο Ενώχ θα επιστρέψει και θα θανατωθεί

Αρχαία πατερική παράδοση

Όλα τα απόκρυφα βιβλία του Ενώχ είναι γνήσια

Δεν τεκμηριώνεται

Το Α΄ Ενώχ ανήκει στον συνήθη ελληνικό ορθόδοξο κανόνα

Όχι· διαφέρει από τον κανόνα της Αιθιοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

Η διάκριση δεν υποτιμά την εκκλησιαστική παράδοση, αλλά αποτρέπει την απόδοση στο βιβλικό κείμενο πληροφοριών που προέρχονται από μεταγενέστερα ερμηνευτικά στάδια.

ΜΕΡΟΣ Η΄ — ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Πρώτον, η μετάθεση του Ενώχ δεν παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα ανθρώπινης φυσικής δυνάμεως, αλλά ως ιδιαίτερη ενέργεια του Θεού. Η αιτιολόγησή της συνδέεται με τη δικαιοσύνη, την πίστη και την ευαρέστησή του.

Δεύτερον, η περίπτωση του Ενώχ καταδεικνύει ότι ο θάνατος δεν έχει απόλυτη εξουσία επάνω στον άνθρωπο. Ο Θεός, πηγή της ζωής, μπορεί να διαφυλάξει τον άνθρωπο πέρα από τη συνήθη πορεία της φυσικής φθοράς.

Τρίτον, η μετάθεση δεν ισοδυναμεί με τη σωτηριολογική νίκη που πραγματοποίησε ο Χριστός με τον Σταυρό και την Ανάστασή του. Ο Ενώχ σώζεται με τη θεία χάρη· ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Σωτήρας και νικητής του θανάτου.

Τέταρτον, ο τόπος και ο τρόπος της συνεχιζόμενης υπάρξεως του Ενώχ δεν περιγράφονται με απόλυτη σαφήνεια στην Αγία Γραφή. Η παράδοση περί Παραδείσου είναι αρχαία, αλλά ο Χρυσόστομος υπενθυμίζει ότι δεν επιτρέπεται να θεωρούμε δεδομένα όσα η Γραφή δεν αποκαλύπτει.

Πέμπτον, η εσχατολογική παράδοση περί Ενώχ και Ηλία είναι ιστορικά καλά τεκμηριωμένη: απαντά ήδη σε συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών αιώνων και διατηρείται αργότερα, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Ιωάννη Δαμασκηνό.

Έκτον, η απόκρυφη ενωχική γραμματεία δεν πρέπει να συγχέεται με τον βιβλικό Ενώχ. Φωτίζει το θρησκευτικό και ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν παραδόσεις, αλλά η γνησιότητα και η κανονική αυθεντία της αποτελούν χωριστά ζητήματα.

Η αποφασιστική συμβολή του Γεν. 5,24

«Καὶ εὐηρέστησεν Ἑνὼχ τῷ θεῷ καὶ οὐχ ηὑρίσκετο, ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ θεός».

Η βιβλική διήγηση είναι αξιοθαύμαστα λιτή. Δεν περιγράφει τον Παράδεισο· δεν αναφέρει τον Αντίχριστο· δεν μιλά για τους δύο μάρτυρες της Αποκαλύψεως· δεν προσφέρει λεπτομέρειες για την κατάσταση του σώματος του Ενώχ μετά τη μετάθεση. Αυτές οι προβληματικές αναπτύσσονται στη συνέχεια της βιβλικής και εκκλησιαστικής παραδόσεως.

Το κέντρο βάρους του Γεν. 5,24 δεν είναι ο τόπος όπου πήγε ο Ενώχ, αλλά η σχέση του με τον Θεό. Ο Ενώχ ευαρέστησε τον Θεό και ο Θεός τον μετέθεσε. Αυτός είναι ο θεολογικός άξονας πάνω στον οποίο οικοδομούν οι Πατέρες τις ερμηνείες τους.

Τελική αποτίμηση

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να διαβαστούν παράλληλα τρία κείμενα.

Η ΚΑ΄ Ομιλία του Ιωάννου Χρυσοστόμου στην Γένεση ερμηνεύει άμεσα το Γεν. 5,24 και θέτει τα όρια της γνώσεώς μας.

Το Κατά Αιρέσεων Ε΄,5,1 του Ειρηναίου συνδέει την αρχαία θεολογική παράδοση της μεταθέσεως με τη σωτηρία του ανθρώπινου σώματος και τον Παράδεισο.

Η Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Δ΄,26 του Ιωάννου Δαμασκηνού παρουσιάζει την εσχατολογική παράδοση για την επάνοδο και το μαρτύριο του Ενώχ.

Η συνεξέταση αυτών των τριών Πατέρων αποτυπώνει την κυριότερη θεολογική διαδρομή της ενωχικής παραδόσεως: από τη βιβλική μετάθεση, στην πατερική κατανόησή της και, τέλος, στην εσχατολογική προσδοκία.

ΜΕΡΟΣ Θ΄ — ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ

Α. Βιβλικά κείμενα και κειμενολογική βάση

  1. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Ἑβδομήκοντα, Γένεσις 4,17· 5,21–24· Δ΄ Βασιλειῶν 2,11· Σοφία Σειράχ 44,16 και 49,14· Μαλαχίας 3,23–24 (κατά την ελληνική αρίθμηση). Κειμενική βάση: Alfred Rahlfs – Robert Hanhart (επιμ.), Septuaginta: Id est Vetus Testamentum graece iuxta LXX interpretes, αναθ. έκδ., Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft, 2006.

  2. Καινὴ Διαθήκη, Πρὸς Ἑβραίους 11,5–6· Ἰούδα 14–15· Ἀποκάλυψις 11,3–12. Για κριτική αντιπαραβολή: Novum Testamentum Graece, 28η έκδ. (Nestle–Aland), Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft, 2012.

  3. Biblia Hebraica Stuttgartensia, επιμ. Karl Elliger – Wilhelm Rudolph, Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft, 5η έκδ. 1997, Γένεσις 5,21–24. Χρησιμεύει στην αντιπαραβολή των 65/300 ετών με τα 165/200 της ελληνικής παραδόσεως.

  4. Liber Enoch / 1 Enoch, ιδίως 1,9, σε συνάρτηση με Ἰούδα 14–15. Πρόκειται για μη κανονικό έργο στον συνήθη ελληνικό ορθόδοξο βιβλικό κανόνα, το οποίο χρησιμοποιείται εδώ ως ιστορικό συγκριτικό τεκμήριο.

Β. Πρωτογενείς πατερικές και εκκλησιαστικές πηγές

  1. Κλήμης Ρώμης, Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους Α΄, 9,3. Αρχαία μαρτυρία περί υπακοής, δικαιοσύνης και μεταθέσεως του Ενώχ.

  2. Ειρηναίος Λυώνος, Adversus haereses / Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, IV,16,2 και V,5,1–2. Κύρια πηγή για τη σωματική μετάθεση, την παράδοση περί Παραδείσου και τη σωτηρία της σάρκας.

  3. Τερτυλλιανός, Adversus Iudaeos 2· De anima 50· De cultu feminarum I,3. Πηγές για τη δικαιοσύνη πριν από τον Νόμο, το μελλοντικό μαρτύριο και την αρχαία υπεράσπιση της ενωχικής γραμματείας.

  4. Ιππόλυτος Ρώμης, Περὶ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστου, 43 και 46. Πρωτογενής εσχατολογική ταύτιση των δύο μαρτύρων με Ενώχ και Ηλία.

  5. Κυπριανός Καρχηδόνος, De mortalitate, 23. Ποιμαντική χρήση της μεταθέσεως.

  6. Ωριγένης, Κατὰ Κέλσου, V,54. Μαρτυρία για την αντιμετώπιση του Βιβλίου του Ενώχ ως μη κανονικού στις Εκκλησίες.

  7. Αθανάσιος Αλεξανδρείας, De decretis Nicaenae synodi, 5. Η γνώση του αληθινού Θεού από τους αρχαίους δικαίους.

  8. Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις, Γ΄,6. Μνεία της μεταθέσεως κατά τη σύγκριση με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

  9. Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος ΚΗ΄ (Β΄ Θεολογικός), 18. Θεογνωσία και μετάθεση.

  10. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΚΑ΄, ιδίως §§11–15. Κύρια ερμηνεία του Γεν. 5,21–24· βλ. και Robert C. Hill (μτφρ.), Saint John Chrysostom: Homilies on Genesis 18–45, The Fathers of the Church 82, Washington, DC: Catholic University of America Press, 1990.

  11. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλίαι εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους, ΚΒ΄, ιδίως §§4–5. Εξήγηση του Εβρ. 11,5–6.

  12. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλίαι εἰς Κολοσσαεῖς, Ε΄· Ὁμιλίαι εἰς Ἰωάννην, ΟΕ΄, §5. Συμπληρωματικές αναφορές στη μετάθεση και στο ανθρώπινο σώμα.

  13. Αμβρόσιος Μεδιολάνων, De fide, IV,1,8· De excessu fratris Satyri, I,30. Χριστολογική διάκριση και ποιμαντική ερμηνεία.

  14. Ιωάννης Κασσιανός, Collationes Patrum, III,7. Ασκητική αξιοποίηση της πορείας του Ενώχ.

  15. Εφραίμ ο Σύρος, Hymni de Nativitate / Ὕμνοι περὶ Γεννήσεως, Α΄. Χριστολογική ανάγνωση της προσδοκίας του Ενώχ.

  16. Κλήμης Αλεξανδρείας, Στρωματεῖς, IV,17. Παράθεση της κλημέντειας μαρτυρίας.

  17. Αυγουστίνος, De civitate Dei, XV,17–19 και 23. Συμβολική σημασία της μεταθέσεως και κριτική στα ενωχικά απόκρυφα.

  18. Ιερώνυμος, De viris illustribus, 4. Για την επιστολή Ιούδα και το απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ.

  19. Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, Χριστιανικὴ Τοπογραφία, Ε΄. Μεταγενέστερη πρόσληψη της ενωχικής παραδόσεως.

  20. Ιωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, IV,26 (Περὶ Ἀντιχρίστου). Θεμελιώδης βυζαντινή πηγή για την εσχατολογική αποστολή.

  21. Οικουμένιος / οικουμενιανή ερμηνευτική παράδοση, υπόμνημα στην Πρὸς Ἑβραίους 11,5. Η ακριβής συγγραφική απόδοση χρήζει επιμέρους κριτικού ελέγχου.

  22. Θεοφύλακτος Αχρίδος, Ἑρμηνεία εἰς τὴν Πρὸς Ἑβραίους, σχόλιο στο Εβρ. 11,5. Βυζαντινή συνέχεια της ερμηνείας.

Γ. Ηλεκτρονικές εκδόσεις και κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο παραπομπών

Οι ακόλουθοι σύνδεσμοι παραπέμπουν σε συγκεκριμένα κείμενα ή καταλόγους κειμένων. Οι περισσότερες διαθέσιμες πατερικές μεταφράσεις είναι αγγλικές και χρειάζονται αντιπαραβολή με το πρωτότυπο όταν απαιτείται αυστηρός φιλολογικός έλεγχος.

  1. Γένεσις και Σοφία Σειράχ κατά τους Ο΄, ηλεκτρονικά βιβλικά κείμενα: https://www.septuagint.bible/-/sophia-seirach-kephalaio-44

  2. Ειρηναίος, Against Heresies, V,5: https://www.newadvent.org/fathers/0103505.htm

  3. Ιππόλυτος, On Christ and Antichrist: https://www.newadvent.org/fathers/0516.htm

  4. Τερτυλλιανός, A Treatise on the Soul (κεφ. 50): https://www.newadvent.org/fathers/0310.htm

  5. Γρηγόριος Θεολόγος, Second Theological Oration (28,18): https://www.newadvent.org/fathers/310228.htm

  6. Ιωάννης Χρυσόστομος, Homilies on Hebrews (Ομιλία 22): https://www.newadvent.org/fathers/2402.htm

  7. Ιωάννης Χρυσόστομος, Homilies on Genesis 18–45, κατάλογος και κείμενο: https://www.uecf.net/books/homilies-on-genesis-chrysostom/

  8. Εφραίμ, Hymns on the Nativity: https://www.newadvent.org/fathers/3703.htm

  9. Αυγουστίνος, City of God, βιβλίο XV: https://www.newadvent.org/fathers/120115.htm

  10. Ιωάννης Δαμασκηνός, An Exact Exposition of the Orthodox Faith, IV,26: https://www.newadvent.org/fathers/33044.htm

  11. Ιερώνυμος, De viris illustribus, 4: https://www.newadvent.org/fathers/2708.htm

  12. Βιβλικό Σειρ. 44,16 σε ελληνικό κείμενο και μετάφραση: https://adfonteslibrary.org/work-st-pseudepigrapha-sirach

  13. Εφραίμ, Hymn I, παράλληλη ηλεκτρονική έκδοση: https://en.wikisource.org/wiki/Nicene_and_Post-Nicene_Fathers:_Series_II/Volume_XIII/Ephraim_the_Syrian_and_Aphrahat/Hymns_on_the_Nativity/Hymn_I

Δ. Βοηθητική επιστημονική βιβλιογραφία για την ενωχική παράδοση

Τα ακόλουθα έργα προσφέρουν ιστορική και κειμενολογική υποστήριξη. Αναφέρονται χωριστά από τα πατερικά χωρία: δεν υποκαθιστούν την ανάγνωση των πρωτογενών κειμένων και δεν δηλώνεται ότι έγινε πλήρης έλεγχος κάθε σελίδας τους.

  1. Reeves, John C. – Reed, Annette Yoshiko, Enoch from Antiquity to the Middle Ages, vol. I: Sources from Judaism, Christianity, and Islam. Oxford: Oxford University Press, 2018. DOI: 10.1093/oso/9780198718413.001.0001. Ειδικότερα οι ενότητες για τη διαφυγή του Ενώχ από τον θάνατο και την πρόσληψη των ενωχικών βιβλίων. https://academic.oup.com/book/9073

  2. Nickelsburg, George W. E. – VanderKam, James C., 1 Enoch 2: A Commentary on the Book of 1 Enoch, Chapters 37–82. Hermeneia. Minneapolis: Fortress Press, 2012. Κριτικός σχολιασμός της ενωχικής γραμματείας, της σύνθεσης και της μεταδόσεώς της. https://www.jstor.org/stable/j.ctvb9363g

  3. Stuckenbruck, Loren T., 1 Enoch 91–108. Commentaries on Early Jewish Literature. Berlin–New York: Walter de Gruyter, 2007. DOI: 10.1515/9783110204131. Κειμενικός και ιστορικός σχολιασμός της Επιστολής του Ενώχ και άλλων τμημάτων της συλλογής. https://www.degruyterbrill.com/document/doi/10.1515/9783110204131/html

  4. Rahlfs, Alfred – Hanhart, Robert (επιμ.), Septuaginta. Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft, 2006. Κριτικό ελληνικό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, χρήσιμο για τη διαφορά εβραϊκού και ελληνικού κειμένου της Γενέσεως και για το Σειρ. 44,16.

  5. Hill, Robert C. (μτφρ.), Saint John Chrysostom: Homilies on Genesis 18–45. The Fathers of the Church 82. Washington, DC: Catholic University of America Press, 1990. Συγκεκριμένη έντυπη μετάφραση της ΚΑ΄ Ομιλίας που ερμηνεύει τη μετάθεση του Ενώχ.

Ε. Εκδοτικό και βιβλιογραφικό σημείωμα

Για εργασίες που επιδιώκουν εξαντλητική αποδελτίωση όλων των αναφορών στον Ενώχ συνιστάται έλεγχος στις σειρές Patrologia Graeca (PG), Patrologia Latina (PL), Sources Chrétiennes, Corpus Christianorum και στις νεότερες κριτικές εκδόσεις των αντίστοιχων έργων. Οι παραπομπές εδώ δίνονται κατά συγγραφέα, έργο, βιβλίο, κεφάλαιο ή παράγραφο, επειδή η αρίθμηση αυτή είναι σταθερότερη μεταξύ εκδόσεων από την τυχαία σελιδοποίηση ηλεκτρονικών αναρτήσεων. Δεν παρατίθενται ανεπιβεβαίωτες στήλες PG/PL.

Η μελέτη συγκεντρώνει το βασικό σώμα των αναφορών που εξετάστηκαν, όχι όμως αποδεδειγμένα κάθε εμφάνιση του ονόματος Ενώχ σε ολόκληρη τη σωζόμενη ελληνική, λατινική και συριακή πατερική γραμματεία. Η απόλυτη πληρότητα προϋποθέτει χωριστή συστηματική φιλολογική αποδελτίωση και έλεγχο των αποδιδόμενων, αμφίβολων και ψευδεπίγραφων έργων.

 

Κορυφή