ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ

 

Α΄. Όταν κάποιος συμπατριώτης μας νικούσε στους ολυμπιακούς αγώνες, χαιρόταν οι αρχαίοι πρόγονοι μας και πανηγύριζαν και γκρέμιζαν ένα μέρος των τειχών, που χρειάστηκαν χρόνια και πολλά έξοδα να γίνουν, δια να δείξουν μ’ αυτή τη πράξη τους ότι η πόλη που έχει τέτοιους άνδρες δεν χρειάζεται τείχη. Πίστευαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας ότι το σπουδαιότερο στην άμυνα της πατρίδας μας δεν είναι τα υλικά αμυντικά μέσα, αλλά το ανθρώπινο υλικό. Η καλή σωματική και πνευματική κατάσταση των πολιτών. Και δεν είχαν άδικο.

 

Β΄. Ο Ελισαίος καθώς έβλεπε τον προφήτη Ηλία να ανεβαίνει στον ουρανό πάνω στο πύρινο άρμα κατά την ανάληψή του (Δ´ Βασ. 2,12) ξέσπασε σε ύμνο για τον μεγάλο πνευματικό ηγέτη του Ισραήλ. «Πατέρα μου, πατέρα μου· εσύ ήσουν τα άρματα και το ιππικό του Ισραήλ». Δηλαδή εσύ ήσουν ο πραγματικός στρατός και η πραγματική αμυντική δύναμη του Ισραήλ.

Δεν φαινόσουν ότι ήσουν ο πραγματικός στρατιωτικός ηγέτης της χώρας και ο ουσιαστικός βασιλιάς της, ούτε είχες παρουσιαστικό και μεγαλείο εξωτερικό. Αλλά εσύ ήσουν ο αθόρυβος και μυστικός φορεύς του Θεού πάνω στη γη της Παλαιστίνης και γι' αυτό ο μόνος δυνατός να την διοικήσει και να την προστατεύσει!

Πολλοί ηγέτες και στρατιωτικοί επιτελείς, φροντίζοντας για την αμυντική θωράκιση του έθνους τους, συγκροτούν στρατιωτικά σώματα και τα εξοπλίζουν κατά το πιο εφικτό τέλειο τρόπο. Εδώ όμως ο Ελισαίος διατυπώνει την αλήθεια ότι οι άγιοι είναι ο πραγματικός στρατός και ο εξοπλισμός του έθνους τους. Και πρωτεύον καθήκον των ηγετών θα πρέπει να είναι η δημιουργία συνθηκών για να μπορούν να δημιουργούνται αλλά και να εισακούονται οι άγιοι.

Όταν μετά από χρόνια ήρθε η ώρα να πεθάνει ο ίδιος ο Ελισαίος, ο τότε βασιλιάς του Ισραήλ Ιωάς τον επισκέφθηκε κι όταν είδε ότι είναι ετοιμοθάνατος, έκλαψε ενώπιόν του και του είπε τα ίδια λόγια που είπε ο Ελισαίος στον προφήτη Ήλία. «Πατέρα μου, πατέρα μου, εσύ ήσουν τα άρματα και το ιππικό του Ισραήλ». Ο Ιωάς δεν ήταν δυστυχώς πρότυπο αγιότητας και ευσεβείας. Παρέμεινε και έδρασε μέσα στο κλίμα της ειδωλολατρίας. Όμως σε στιγμές μετανοίας και ανανήψεως ομολόγησε πανηγυρικά αυτό που είχε ομολογήσει ο προφήτς Ελισαίος.

 

Γ΄. Ας γυρίσουμε πίσω 1400 χρόνια πριν, το 626. Τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 626 κι ενώ ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος ασχολείτο με την εκδίωξη των Περσών από τις βυζαντινές επαρχίες της Μ. Ασίας, οι Άβαροι, λαός τουρκομογγολικής καταγωγής που έφυγαν από την Ασία και εγκαταστάθηκαν εκεί που είναι η σημερινή Ουγγαρία, κατεβαίνουν προς την βαλκανική χερσόνησο και πολιορκούν την Κων/πολη.

Στην πόλη πρωθυπουργός ήταν ο Βώνος και πατριάρχης ο Σέργιος. Ο Σέργιος κυρίως ήταν η ψυχή της αντιστάσεως των βυζαντινών. Έχοντας την εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας της μονής των Βλαχερνών, που ήταν έξω από τα τείχη, περιερχόταν εν είδει λιτανείας τα τείχη της πόλεως αναπέμποντας δεήσεις και εμψυχώνοντας τους στρατιώτες που είχαν απομείνει ως φρουρά της πόλεως.

Οι Άβαροι προσπάθησαν και δια ξηράς και δια θαλάσσης να κάμψουν την αντίσταση των βυζαντινών. Οι προσπάθειες τους όμως απέβησαν άκαρπες και επιπλέον στις 7 Αυγούστου φοβερή θαλασσοταραχή, που συνέβη από έντονους ανέμους, διέλυσε τον στόλο τους και τους ανάγκασε να λύσουν την πολιορκία, καταστρέφοντας βεβαἰως ό,τι μπορούσαν φεύγοντας. Έβαλαν φωτιά και στη μονή των Βλαχερνών η οποία όμως δεν έκαψε τον κυρίως ναό.

Εκείνη την ημέρα και τη νύχτα που επακουλούθησε οι Κων/πολἰτες την πέρασαν προσευχόμενοι και τότε εικάζουν οι θεολόγοι ότι συνετέθη το τη «Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια». Ο Ακάθιστος Ύμνος υπήρχε και λεγόταν και είχε σχέση με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, αποτελώντας τα προεόρτια και μεθέορτα της γιορτής. Αλλά τότε συνετέθη το «Τη Υπερμάχω» το οποίο έκτοτε είναι ο ουσιαστικός εθνικός ύμνος της χώρας μας. Ο Δαυΐδ είχε πει ότι «εάν ο Κύριος δεν φυλάξει μια πόλη, μάταια αγρυπνούν οι φρουροί και οι υπερασπιστές της» (Ψαλ. 126,1). Και δεν πρέπει να το ξεχνούμε. 1400 χρόνια λοιπόν ζούμε και πορευόμαστε ψάλλοντας το «Τη Υπερμάχω» και τίποτα δεν ηλεκτρίζει τόσο την ψυχή μας όσο ο ύμνος αυτός. Ο λογοτέχνης μας Στρατής Μυριβίλης (1890-1969) είχε πει ότι το «Τη υπερμάχω» πρέπει να είναι και ο εθνικός ύμνος της χώρας μας.

Και στο περιστατικό αυτό φαίνεται η δύναμη των αγίων και μάλιστα της Θεοτόκου η οποία και μετά την κοίμηση της «τον κόσμον ου κατέλιπεν». Η ιεραποστολή των αγίων είναι διαχρονική. Δεν σταματά ποτέ. Είτε είναι εν ζωή, είτε έχουν αποδημήσει. Ας τους τιμούμε, ας τους μιμούμεθα κι ας ζητούμε τις πρεσβείες τους.

 

ΑΡΧΙΜ. ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

 

Κορυφή