«Ουκ απέστειλε με ο Χριστός βαπτίζειν αλλά ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού» (Α´ Κορ. 1,17) έγραψε ο Παύλος.
Δεν υποτιμά ο απόστολος το μυστήριο του βαπτίσματος με αυτά που λέγει, αφού χωρίς αυτό κανείς δεν μπορεί να σωθεί, αλλά τονίζει την δυσκολία του κηρύγματος. Το κήρυγμα είναι πολύ δύσκολο έργο και επιπλέον, για να το επιτελέσει αυτό, ο απόστολος δεν στηρίζεται στην ανθρώπινη σοφία, δεν χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα, ούτε ρητορεία. Η δύναμή του δεν βρίσκεται ούτε στην διαλεκτική του ικανότητα, ούτε στην φιλοσοφία του, ούτε στην πολυμάθειά του, ούτε σε όλα εκείνα που συνδέονται με την ανθρώπινη σοφία.
Ο κήρυκας του ευαγγελίου χρειάζεται «νουν Χριστού» δηλαδή νοοτροπία και σκέψη και μέθοδο Χριστού και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Η αληθινή σοφία είναι ο Θεός και ο σοφός κατά Θεόν, δηλαδή ο άγιος, αυτός μπορεί να κηρύξει το λόγο του σταυρού, το κήρυγμα του σταυρού, το οποίο είναι γι' αυτούς που θέλουν να χαθούν μωρία, γι' αυτούς όμως που πιστεύουν και σώζονται δύναμη και μάλιστα δύναμη Θεού.
Κατά τους κλασικούς χρόνους του ελληνισμού, όταν η φιλοσοφική σκέψη είχε αρθεί σε ύψος θαυμαστό, οι κυρίαρχοι, θριαμβευτές κατά τους περσικούς πολέμους, Αθηναίοι επιδίωξαν τη δουλική υποταγή των συμμάχων τους. Ένα από τα θύματά τους υπήρξαν οι Μήλιοι, οι οποίοι επιδίωξαν την ουδετερότητα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Θουκυδίδης διέσωσε τον μεστό νοημάτων διάλογο πριν από την καταστροφική εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον της νήσου. Οι ανίσχυροι Μήλιοι αρνούνταν να υποκύψουν στις ιταμές απαιτήσεις των κυριάρχων ελπίζοντας ότι θα έχουν συμπαραστάτες τους θεούς στον δίκαιο αγώνα τους υπέρ βωμών και εστιών. Οι Αθηναίοι αντέτειναν ότι απεναντίας οι θεοί θα ήσαν με το μέρος τους, καθώς διαχρονικά αυτοί στηρίζουν τους ισχυρούς!
Στον Παύλο επέτρεψε ο Θεός να έχει «σκόλοπα στην σάρκα». Να έχει ένα αγκάθι που συνεχώς να τον πληγώνει και να μη μπορεί καθόλου να ησυχάσει και να ηρεμήσει. Προσευχήθηκε πολλές φορές στον Κύριο να τον απαλλάξει από αυτήν την δοκιμασία και εκείνος του απάντησε ότι «αρκεί σοι η χάρις μου· η γαρ δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται» (Β´Κορ. 12,9). Και ο Παύλος φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα αναφωνεί ότι με ηδονή και ευχαρίστηση καυχάται για τα διάφορα προβλήματα και τις αδυναμίες που έχει και υπομένει αυτές και τις ύβρεις και τους διωγμούς και τις ποικίλες στενοχώριες, γιατί «όταν ασθενώ τότε δυνατός ειμί».
«Ήλθε η ώρα ίνα δοξαστεί ο υιός του ανθρώπου» (Ιω. 12,23)· είπε ο Ιησούς στους μαθητές του, όταν πλησίαζε ο καιρός του σταυρικού του πάθους. Και όταν ο Ιούδας εξήλθε από το μυστικό δείπνο για να φέρει εις πέρας το σιχαμερό του έργο, τότε ο Ιησούς αναφώνησε· «τώρα δοξάστηκε ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός δοξάστηκε μέσα από αυτόν» (Ιω. 13,31). Δόξα θεωρεί λοιπόν το πάθος και την προδοσία του μαθητού του! Και προειδοποιεί νωρίτερα ότι «αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει (Ιω. 12,24). Συνεπώς ο σταυρός δεν είναι κάτι το μειωτικό και μη αρμόζον στη μεγαλοπρέπεια και στη παντοδυναμία του Θεού. Ο Θεός ποτέ δεν είναι τόσο δυνατός όσο όταν είναι τέλεια ασθενής. Ποτέ δεν είναι τόσο μεγαλόπρεπα δοξασμένος όσο όταν είναι τέλεια νικημένος.
Ο απόστολος Παύλος, στο 15ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του (στίχοι 1-7), γράφει τα εξής σημαντικά και ενδιαφέροντα.
«Οφείλομεν δε ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των άλλων βαστάζειν».
Δυνατός άνθρωπος, κατά τη λογική του κόσμου, είναι το πρόσωπο που είναι σκληρό και άκαμπτο· το πρόσωπο που επιβάλλεται και επικρατεί με τη δύναμή του, σωματική-υλική-πνευματική. Δυνατός είναι αυτός που κάνει ό,τι θέλει και χρησιμοποιεί τους άλλους όπως θέλει.
Κατά τον Παύλο όμως δυνατός είναι ο πιστός που τηρεί τις εντολές του Χριστού· έτσι δυνατός είναι αυτός που «βαστάζει τα ασθενήματά των άλλων», όπως ο Χριστός βάσταξε και υπόμεινε τις αδυναμίες μας. Δηλαδή, αυτός που υπομένει, ανέχεται, συγχωρεί και συγκαταβαίνει στις αδυναμίες των άλλων. Στις ιδιορρυθμίες, στις λόξες, στις παράλογες απαιτήσεις, στα εν γένει ελαττώματά τους. Αυτόν τον πιστό ο Παύλος τον συγκατατάσσει με τον εαυτό του. «Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί…».
Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος· «Έγινες δυνατός; Δώσε την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη στο Θεό, ανεχόμενος και υπομένων τον αδελφό σου με απώτερο σκοπό να τον διορθώσεις. Θυμήσου τον Παύλο που έλεγε, ‘ελεύθερος γαρ ων εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα, ίνα τους πλείονας κερδίσω…τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω’(Α΄ Κορ. 9,19-22) και τη συμβουλή που μας δίνει, ‘αλλήλων τα βάρη βαστάζετε’ (Γαλ. 6,2)».
«Και μη εαυτοίς αρέσκειν». Να μη κάνουμε το δικό μας θέλημα ή το καπρίτσιο. Να μη επιβάλλουμε τη δική μας άποψη ή προτίμηση. Να μη είμαστε οι νταήδες που ισοπεδώνουμε και κονιορτοποιούμε όσους δεν συμφωνούν και δεν συνεργάζονται με μας. Μα μπορεί ν’ ασκούμε διοίκηση και θα πρέπει να ποδηγετήσουμε τους άλλους προς κάποιες κατευθύνσεις, θα πει κάποιος. Ναι την αποστολή μας και το έργο μας θα το κάνουμε. Αλλά τέλειος ηγέτης και τέλειος διοικητής είναι αυτός που εμπνέει τον άλλο, που τον εμψυχώνει, τον προτρέπει με θεμιτά μέσα και τρόπους να κάνει το σωστό. Βέβαια υπάρχουν και οι εντελώς κακοήθεις και οι εξ επαγγέλματος αντιδραστικοί και οκνηροί. Οπωσδήποτε σ’ αυτούς θ’ ασκήσουμε κάποια πίεση και θα επιβάλλουμε και τις νόμιμες κυρώσεις εν ανάγκη. Δεν θα μας διακρίνει ένας άρρωστος συναισθηματισμός ούτε θα έχουμε ψυχική αδυναμία στην εκτέλεση του έργου και της αποστολής μας. Γι’ αυτό ο Παύλος συνεχίζοντας συνιστά·
«Έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομήν».
Σήμερα βιώνουμε άκρως αντισταυρικό πνεύμα ακόμη και οι θεωρούμενοι πιστοί στον Χριστό. Οι πάντες επιδιώκουμε με αποκλίνουσα από τον τόπο της σταύρωσής μας πορεία, με παράκαμψη δηλαδή του Γολγοθά, να φθάσουμε στην προσωπική μας ανάσταση. Η ασκητική (σταυρική) θεώρηση του βίου μας είναι ανυπόφορη! Η στρέβλωση του ευαγγελικού λόγου προσφέρει πλήθος προφάσεων για δικαίωση βίου, ο οποίος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κλήση του Χριστού: «Όποιος θέλει να έλθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθήσει».
ΑΡΧΙΜ. ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
.