Η ΑΦΑΙΡΕΣΙΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΑΠΟ ΤΑΣ ΣΧΟΛΙΚΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑΣ ΑΙΘΟΥΣΑΣ


Ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀγωνισθῶμεν κατὰ τὸ ἡρωϊκὸν πνεῦμα τῶν ἀρχαίων μαρτύρων

  Ἡ ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν παρουσία τῶν Σταυρῶν στὶς σχολικὲς αἴθουσες τῆς Ἰταλίας, ἔφερε σειρὰ ἀπὸ ἀντιδράσεις καὶ συζητήσεις γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ θέμα. Τὴν ὑπόθεση ἔφερε στὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, μὲ τὴν σχετικὴ ὑπ᾽ ἀριθμὸν 30814|2006 προσφυγή της, ἡ Σόιλε Λάουτσι Ἀλμπερτίν, Ἰταλίδα Φινλανδικῆς καταγωγῆς. Τὰ παιδιά της Ντατάικο καὶ Σάμι Ἀλμπερτίν, 11 καὶ 13 ἐτῶν ἀντίστοιχα, πήγαιναν σχολεῖο στὴν πόλη Τέρμε Ἄμπανο, κοντὰ στὴν Πάδοβα, ὅπου στὶς σχολικὲς αἴθουσες ὑπῆρχαν Σταυροί. Ἡ Λάουτσι ζήτησε ἀπὸ τὴ Διεύθυνση τοῦ σχολείου νὰ ἀφαιρέσει τοὺς Σταυρούς, διότι ἡ παρουσία τους, ὑποστήριξε, εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸν κοσμικὸ χαρακτήρα τοῦ Ἰταλικοῦ κράτους. Ἡ διεύθυνση τοῦ σχολείου ἀρνήθηκε καὶ ἡ Λάουτσι προσέφυγε στὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στὴν προσφυγή της αὐτὴ , ἐπικαλέστηκε καὶ σχετικὴ ἀπόφαση τοῦ ἀντίστοιχου Ἰταλικοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἀπαγόρευε τὴν ἀνάρτηση θρησκευτικῶν συμβόλων στὰ σχολεῖα, ὅταν αὐτὰ χρησιμοποιοῦνται ὡς ἐκλογικὰ κέντρα. Μὲ τὴν ὁμόφωνη ἀπόφαση τοῦ Ε.Δ. Α.Δ. ἡ Λάουτσι δικαιώθηκε, καθὼς τὸ Εὐρωδικαστήριο καταδίκασε τὴν Ἰταλία γιὰ παραβίαση τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ πρόσθετου πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Σύμβασης Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων (δικαίωμα ἐκπαίδευσης σύμφωνα μὲ τὶς θρησκευτικὲς καὶ φιλοσοφικὲς πεποιθήσεις τῶν γονέων) σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἄρθρο 9 τῆς Ε.Σ. Δ.Α., πού ἀφορᾶ τὴν θρησκευτικὴ ἐλευθερία. Ἡ ἀπόφαση βασίζεται στὴν θρησκευτικὴ οὐδετερότητα τοῦ κράτους, μέσα στὸ πλαίσιο τῆς ὑποχρεωτικῆς δημόσιας παιδείας καὶ στὸν σεβασμὸ τοῦ πλουραλισμοῦ στὴν ἐκπαίδευση, στοιχεῖο ἀπαραίτητο σὲ μιὰ δημοκρατικὴ κοινωνία. Ἐπίσης ἐπιδίκασε στὴν Σόιλε Λάουτσι Ἀλμπερτὶν καὶ τὸ ποσὸ τῶν 5.000 εὐρὼ γιὰ ἠθικὴ βλάβη.

  Σύμφωνα μὲ τὸ σκεπτικὸ τῆς ἀπόφασης «τὸ κράτος εἶναι δεσμευμένο στὴ θρησκευτικὴ οὐδετερότητα μέσα στὸ πλαίσιο τῆς ὑποχρεωτικῆς δημόσιας παιδείας. Ἡ παρουσία στὰ μαθήματα δὲν προϋποθέτει τὴ θρησκευτικὴ πίστη καὶ ἡ δημόσια παιδεία πρέπει νὰ καλλιεργεῖ στοὺς μαθητὲς τὴν κριτικὴ σκέψη». Τὸ σκεπτικὸ τῆς ἀπόφασης ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸ βῆμα πρὸς τὴν πλήρη ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκπαιδευτικῆς διαδικασίας καὶ τὴν ἀμερόληπτη θρησκευτικὰ λειτουργία τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖο θὰ ὀφείλει νὰ λάβει ὑπόψη του τὴν πολυπολιτισμικὴ συγκρότηση τῶν σύγχρονων κοινωνιῶν. Ἐπιπρόσθετα θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀνάρτηση Θρησκευτικῶν συμβόλων, συνιστᾶ παραβίαση τῶν δικαιωμάτων τῶν γονέων νὰ δίνουν στὰ παιδιά τους τὴν ἐκπαίδευση, ποὺ ἐπιθυμοῦν, σύμφωνα μὲ τὶς πεποιθήσεις τους, ἐνῶ θεωρεῖ ἀκόμη ὅτι ἀποτελεῖ καὶ παραβίαση τῆς ἀνεξιθρησκείας. Ἡ παρουσία τοῦ Σταυ­ροῦ στὶς σχολικὲς αἴθουσες, μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς ὡς θρησκευτικὸ σύμβολο. Αὐτὸ κατὰ τὴν ἀπόφαση θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἐνθαρρυντικὸ γιὰ τοὺς θρήσκους μαθητές, ὅμως εἶναι ἐνοχλητικὸ γιὰ τοὺς μαθητές, ποὺ ἀνήκουν σὲ ἄλλες θρησκευτικὲς μειονότητες ἢ εἶναι ἄθεοι.

  Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ θεωρεῖται ἄκρως προκλητικὴ γιὰ ὅλο τὸν Χριστιανικὸ κόσμο τῆς Εὐρώπης. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ 84% τοῦ Ἰταλικοῦ λαοῦ, σύμφωνα μὲ σχετικὲς δημοσκοπήσεις, ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπάρχει ὁ Σταυρός, σὲ ὅλες τὶς σχολικὲς αἴθουσες τῆς χώρας. Οἱ δὲ πολιτικοὶ τῆς Ἰταλίας, τόσο ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευση, ὁμόφωνα ἀντέδρασαν ἐναντίον τῆς ἀπόφασης αὐτῆς.

   Ἄραγε ποιοὺς ἐξυπηρετεῖ ἡ ἐν λόγῳ ἀπόφαση; Τὴν μειονότητα τῶν πολιτῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνουν ὑπόψη τους τὴ μεγάλη πλειονότητα αὐτῶν; Ζοῦμε ἀναμφισβήτητα σὲ μιὰ κοινωνία πολυπολιτισμικότητας καὶ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ. Στὴ Δημοκρατία ἔχουν δικαιώματα ὄχι μόνο οἱ μειοψηφίες, ἀλλὰ καὶ οἱ πλειονότητες. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλογιστεῖ κανείς, οἱ μειονότητες νὰ ὑπερέχουν καὶ νὰ ἐπικρατοῦν τῶν πλειονοτήτων. Οἱ πλειοψηφίες παντοῦ διαμορφώνουν τὶς συνθῆκες (μὲ σεβασμὸ στὶς μειοψηφίες) καὶ οἱ μειοψηφίες συνυπάρχουν. Αὐτὸ εἶναι Δημοκρατία, τὸ ἀντίθετο εἶναι ἡ δικτατορία τῶν μειονοτήτων, εἶναι ἕνας ἰδιότυπος Φασισμός. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ ἔχει τὴν δική του πίστη, ἀρκεῖ νὰ ἀποδεχτεῖ καὶ ὁ ἄλλος τὸ δικαίωμα πίστης τῶν Χριστιανῶν.

  Μετὰ τὴ δημοσίευση τῆς ἀπόφασης τοῦ Εὐρωπ. Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, μὲ τὴν ὁποία ἀπαγορεύεται ἡ παρουσία τῶν Σταυρῶν στὶς σχολικὲς αἴθουσες τῆς Ἰταλίας, δόθηκε ἡ ἀφορμὴ σὲ συγκεκριμένους πολιτικούς, δημοσιογράφους καὶ σὲ ὁρισμένους ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἀναπαύονται στὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδ. Ἐκκλησίας, νὰ ξεκινήσουν ἕναν ἀνηλεῆ πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐπιδιώκουν (αὐτοὶ οἱ ἀνίδεοι καὶ ἀνυποψίαστοι μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη), νὰ ἐπιφέρουν μέγα πλῆγμα στὴν Ἐκκλησία, τόσο ἐπικοινωνιακὰ ὅσο καὶ κυρίως πνευματικά, ἀφοῦ προσπαθοῦν νὰ ἀπαξιώσουν καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὸ μήνυμα τῆς ἀλήθειας, ποὺ στέλνει σὲ κάθε ἄνθρωπο ἡ Ἐκκλησία. Πρωτίστως στοχεύουν στὴν ἀμφισβήτηση τῆς ἀξίας τῶν Θρησκευτικῶν συμβόλων καὶ μάλιστα τῆς μακραίωνης Ἑλληνορθόδοξης παράδοσης, τὴν ὁποία ἰδιαιτέρως ἀγαπᾶ καὶ σέβεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ αὐτὸ γίνεται εἴτε διότι κάποιοι θέλουν νὰ ἀναπαύσουν τὴν συνείδησή τους γιὰ τὸν τρόπο ζωῆς τους καὶ τὴν ἔλλειψη οὐσιαστικῆς πνευματικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, εἴτε διότι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι συνειδητὰ ἄθεοι καὶ θεωροῦν ὅτι μὲ ἀφορμὴ τὴν ὑπόθεση αὐτή, ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσουν καὶ νὰ τεκμηριώσουν τὴν ἐχθρότητά τους ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, παρασύροντας ἔτσι τὸν Ἑλληνικὸ λαό, πιστεύοντας ἐπιπροσθέτως ὅτι μποροῦν νὰ περιορίσουν καὶ νὰ βάλουν στὸ περιθώριο τόσο τὴ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ τὴν ἐπιρροή, ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει αὐτὴ στοὺς πιστοὺς Χριστιανούς.

  Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ γνωστοὶ – ἄγνωστοι, ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἀφαίρεση τῶν θρησκευτικῶν συμβόλων ἀπὸ σχολεῖα καὶ Δικαστήρια, εἶναι ὅλοι αὐτοὶ, ποὺ χρόνια τώρα, μέσα ἀπὸ τὴν δῆθεν προσπάθειά τους νὰ προστατεύσουν τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μειονοτήτων, ἔχουν ἱδρύσει Μὴ Κυβερνητικὲς Ὀργανώσεις, Ἑνώσεις ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, Παρατηρητήρια, ἀλλὰ καὶ κόμματα (Ἑλληνικὴ Ἕνωση Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων – Ἕνωση Οὐμανιστῶν Ἑλλάδας (ΕΝΩ.ΟΥΜ .Ε.) –Ἑλληνικὸ Παρατηρητήριο τῶν Συμφωνιῶν τοῦ Ἑλσίνκι (ΕΠΣΕ) – Οἰκολόγοι Πράσινοι– Ἀριστερὰ κόμματα), ἑνώνουν τὶς δυνάμεις τους, στὸν ἀγώνα ἀποχριστιανοποίησης τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, προκειμένου νὰ χτυπήσουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ τὴ λογικὴ τῆς ὑπεράσπισης τῶν μειονοτήτων. Δὲν λαμβάνουν ὑπόψη τους τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, ὅπου σαφῶς ἀναφέρεται πὼς ἡ ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης εἶναι χρέος τοῦ κράτους. Διατρανώνουν δὲ ὅτι οἱ ἴδιοι εἶναι ἄθεοι, ἄθρησκοι, ἄεθνοι καὶ ἀπάτριδες. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ «κοινωνικοὶ φορεῖς», οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται γιὰ δῆθεν διακρίσεις στὸν χῶρο τῆς κοινωνίας μὲ θρησκευτικὸ προσανατολισμό, ξεχνοῦν ὅτι ἡ ἴδια ἡ κοινωνικὴ ζωὴ βασίζεται σὲ μιὰ εὐρύτερη ἀντίληψη περὶ τῆς ζωῆς τῆς ἴδιας τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁπλὰ κοινωνική, ἀλλὰ εἶναι ἠθική, πνευματική, πολιτιστικὴ καὶ θρησκευτική. Ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀπὸ τὶς σχολικὲς καὶ δικαστικὲς αἴθουσες θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ συνέχεια τῆς Εἰκονομαχίας. Ἆραγε ὑπάρχει κάποιο σχέδιο γιὰ τὴν ἀποχριστιανοποίηση καὶ ἀποεθνοποίηση τῆς πατρίδας μας, τὴν κατάργηση τῆς ταυτότητάς μας καὶ λήθη τῆς Ἑλληνορθόδοξης παράδοσης; Μήπως δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος, ἐπικρατοῦσα στὴν Ἑλλάδα θρησκεία αὐτὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδ. Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ;

  Ἡ ἀνάρτηση τῶν εἰκόνων καὶ τοῦ Σταυροῦ ὡς θρησκευτικοῦ συμβόλου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐθνικοῦ συμβόλου, στὴν Ἑλλάδα ἔχει ἐπικρατήσει ἐθιμικῶς ἐδῶ καὶ αἰῶνες. Οἱ εἰκόνες τοποθετοῦνται σὲ περίοπτη θέση, τόσο στὶς σχολικὲς ὅσο καὶ στὶς δικαστικὲς αἴθουσες, διότι ἔχουν πέρα ἀπὸ τὴν λατρευτική τους ἀξία, διδακτικὸ καὶ παιδαγωγικὸ χαρακτήρα. Ἡ ἱστορία τους εἶναι ἐπίσης συνυφασμένη μὲ γεγονότα κρίσιμα καὶ μοναδικὰ στὴν Ἱστορία τοῦ Ἔθνους μας. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση ξεκίνησε μὲ σύμβολο – ἔμβλημα τὸ λάβαρο, τὸ ὁποῖο σώζεται μέχρι σήμερα, διαφυλάττεται καὶ ἀποτελεῖ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας. Ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, τὸ ἐθνικό μας σύμβολο, φέρει στὸ κέντρο τὸν Τίμιο Σταυρό. Μήπως θὰ φτάσει τὸ θράσος τους νὰ ἀξιώσουν τὴν ἐξαφάνισή του καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ σημαία; Κάθε εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνη της μαρτυρία τῆς πίστης μας ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Σωτήρας ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅτι εἶναι ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς Θεός, ποὺ ἐμπιστευόμαστε. Ἡ συνήθεια αὐτὴ ἐδῶ καὶ αἰῶνες, εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν Ἑλλήνων, τὴν διαχρονικὴ Ἱστορία τους καὶ τὴν εὐαισθησία τους σχετικὰ μὲ τὰ θρησκευτικὰ σύμβολα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε «θρησκευτικὴ παράδοση», ἡ ὁποία ἐδῶ καὶ αἰῶνες δὲν ἐνοχλοῦσε κανέναν. Αὐτὴ ἡ παράδοση ἔχει ἱστορία δύο χιλιάδων χρόνων, δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν μιὰ μέρα στὴν ἄλλη. Χρειάστηκε νὰ περάσουν περίπου 20 αἰῶνες, νὰ δοθοῦν μάχες, νὰ χυθεῖ μαρτυρικὸ αἷμα, νὰ συνέλθουν Οἰκουμενικοὶ Σύνοδοι, νὰ θεολογήσουν πλῆθος ἁγίων πατέρων, νὰ τὴν ἐγκρίνει ἡ συνείδηση ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, ἕως ὅτου διαμορφωθεῖ καὶ γίνει κοινὴ πίστη ὅλων ἡμῶν. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἔχουν δοθεῖ ὀνομασίες ἁγίων σὲ συνοικίες, χωριά, πόλεις ἀλλὰ καὶ στοὺς δρόμους, ποὺ ἔχουν ὀνόματα ἁγίων. Θὰ δοῦμε ἴσως στὰ ἑπόμενα βήματά τους, νὰ ἀξιώνουν τὴ μετονομασία ὅλων αὐτῶν, ὅπως ἔγινε παλαιότερα, ποὺ θέλανε κάποιοι νὰ μετονομάσουν τὴν ὁδὸ Ἁγίου Δημητρίου σὲ ὁδὸ Κεμὰλ Ἀτατούρκ;

  Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ παρουσία τῶν θρησκευτικῶν συμβόλων στοὺς δημόσιους χώρους, δὲν εἶναι ἕνα «ἀτύχημα» τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἑλλάδας. Ὅλοι οἱ λαοὶ ποὺ σέβονται τὴν παράδοσή τους, τὸ ἔπραξαν καὶ τὸ ἐπιτρέπουν χωρὶς προβλήματα. Μὲ ἀφορμὴ δὲ τὴν παραπάνω δικαστικὴ ἀπόφαση στὴν Ἰταλία, οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Κυβέρνησης τῆς Πολωνίας, δήλωσαν ὅτι, ἐὰν θὰ ὑπάρξει παρόμοια ἀπόφαση γιὰ τὴν χώρα τους, δὲν θὰ τὴν ἐφαρμόσουν μὲ ὁποιοδήποτε κόστος. Στὴν Ρουμανία ἐπίσης, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ κοινωνικοὶ φορεῖς ἄσκησαν μεγάλη πίεση στὴν ἡγεσία τοῦ Ὑπ. Παιδείας, προκειμένου νὰ πάρει ἀπόφαση περὶ ἀπαγόρευσης τῶν θρησκευτικῶν συμβόλων, ἡ πίεση αὐτὴ διαλύθηκε, ὅταν ἔστειλαν ἐπισήμως τὴν ἀνακοίνωση γιὰ ὑποστήριξη τῶν θρησκευτικῶν συμβόλων ὅλοι οἱ θρησκευτικοὶ φορεῖς, ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ρουμανίας μέχρι καὶ τὶς κοινότητες τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, τῶν Μουσουλμάνων καὶ τῶν Ἑβραίων.

  Μὲ μεγάλη ἀνησυχία καὶ σκεπτικισμὸ παρακολουθοῦμε ὅλοι οἱ ἐνσυνείδητοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς πατρίδας μας, τὰ τεκταινόμενα σχετικὰ μὲ τὴν ἀφαίρεση θρησκευτικῶν συμβόλων ἀπὸ τὶς σχολικὲς καὶ δικαστικὲς αἴθουσες. Ἐκεῖνο ποὺ παρατηροῦμε εἶναι ἕνας καταιγισμὸς ἐχθρικῶν ἐπιθέσεων κατὰ τῶν θρησκευτικῶν συμβόλων τοῦ Χριστιανισμοῦ (εἰκόνων, σταυρῶν καὶ Εὐαγγελίου). Εἶναι γεγο­νὸς ὅτι γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τῆς χώρας μας ὑπάρχει ἔντονος σκανδαλισμὸς ἀπὸ αὐτά, ποὺ καθημερινῶς βλέπουν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας στὰ Μ.Μ.Ε., γιὰ δὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἔντονος σκεπτικισμός, ἀπορία, ἀνησυχία καὶ ἀγωνία γιὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς ὑπόθεσης αὐτῆς.

  Πρέπει κάποια στιγμὴ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἔχουν τὴν εὐθύνη διακυβέρνησης τῆς χώρας, νὰ καταλάβουν μιὰ γιὰ πάντα ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ τόπου, ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν δύσκο­λη οἰκονομικὴ καὶ πνευματικὴ κατάσταση, ποὺ βρισκόμαστε, καὶ ἡ εὐημερία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὴν στάση, ποὺ παίρνουμε καὶ θὰ πάρουμε ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του. Εἶ­ναι καιρὸς νὰ δώσουμε μὲ θάρρος ὅλοι μας τὴν ὁμολογία καὶ τὴν μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ἀφυπνιστοῦμε καὶ νὰ ἀγωνιστοῦμε, κατὰ τὸ ἡρωικὸ πνεῦμα τῶν ἀρχαίων μαρτύρων.

 

Οἱ συνυπογράφοντες

Νικόλαος Μόσχος, Δικηγόρος – Θεολόγος.
Μιχαὴλ Βρεττός, Ὁμ. Καθηγητὴς Πανεπιστημίου.
Σταῦρος Κουμεντάκης, Δικηγόρος.
Ἀλέξανδρος Κωφοκώτσιος, Ἰατρός.
Πέτρος Ζουρδούμης, Οἰκονομολόγος.
Ἀλέξης Τσιμενίδης, Ἐπιχειρηματίας.
Ἕλενα Κολτσάκη, Δ.Ν. Δικηγόρος.
Λάμπρος Τάτσιος, Δικηγόρος.
Χαράλαμπος Καζαντζής, Ὀδοντίατρος.
Αἰκατερίνη Ἀναστασιάδου, Συμβολαιογράφος.
Βασίλειος Τούλιας, Καθηγητὴς Μαθηματικός.

 

«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1828

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή