Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ - του πατρός Μελετίου Βαδραχάνη

 Όταν ο Χριστός είδε τη Μαρία και τους φίλους και συγγενείς της, να κλαίνε για  τον θάνατον του Λαζάρου, τότε αναφέρει η γραφή «εδάκρυσεν ο Ιησούς» (Ιω. 11,35).

    Γιατί δάκρυσε ο Ιησούς;

    Πολλοί λέγουν, διότι τον είχε  φίλο και συγκινήθηκε για το χαμό του, ως άνθρωπος τέλειος πού ήταν. Πλην όμως ή συνάφεια του κειμένου  δεν  ευνοεί  την ερμηνεία αυτή. Εάν διαβάσουμε το 11οκεφ.  του κατά  Ιωάννη ευαγγελίου, βλέπουμε  ότι ο  Κύριος γνώριζε ότι ο Λάζαρος απλώς κοιμήθηκε και  ότι  θα τον  αναστήσει. Συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να δακρύσει.

    Υπενθυμίζουμε τα σχετικά χωρία·

α΄. «Αύτη ή ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της   δόξης  του  Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι’ αυτής» (Ιω. 11,4).

β΄. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται. άλλά πορεύομαι ίνα έξυπνίσω αυτόν» (Ιω. 11,11).

γ΄. «Λάζαρος απέθανε και χαίρω δι’ υμάς, ίνα πιστεύσητε» (Ιω. 11,15).

δ΄. «Λέγει ο Ιησούς· αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιω. 11,23).

    Βάσει των ανωτέρω χωρίων δεν υπήρχε λόγος να δακρύσει, έστω και ως τέλειος  άνθρωπος  πού  ήταν.

 

    Γιατί τότε δάκρυσε ο Κύριος;

    Ό  Μ. Βασίλειος, στο  έργο του «Περί  ευχαριστίας» (Ε. Π. Ε, 6,93), παρατηρεί ότι ο Κύριος  δάκρυσε  όπως έτρωγε, έπινε, κοιμότανε και κουραζόταν. Όπως υπέστη όλα τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη  του. Δεν  ήταν  υποχρεωτικό να τα υποστεί. Θέλησε και τα υπέστη  από συγκατάβαση και για να μη  πει  κανείς  ότι δεν ήταν πραγματικός άνθρωπος.

    Επίσης τα υπέστη για λόγους διδακτικούς. Για  να δώσει  μέτρα και όρια δια τα κατ’ ανάγκην παθήματα της ψυχής. Έτσι  λοιπόν δάκρυσε ώστε να διορθώσει το μεγάλο πάθος της θλίψεως και την αναξιοπρέπεια  αυτών  πού  οδύρονται  και  αγαπούν  τα  μοιρολόγια. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε τα δάκρυα πρέπει να  μετριάζονται  από  την  λογική. Δηλαδή  για  ποια  πράγματα  πρέπει  να  δακρύζει κανείς  και  επί πόσον χρόνο και πώς αρμόζει. Συνεπώς λέγει ο Μ. Βασίλειος· «Το δάκρυσμα του Κυρίου δεν ήταν πάθος, αλλά διδακτικό και συμπαθητικό». Μας διδάσκει δηλαδή ν’ αποστρεφόμαστε  την  έλλειψη  συμπαθείας  ως κάτι το θηριώδες. Ο  χριστιανός  ποτέ  δεν  είναι ο στωικός  ή ο βουδιστής, ή ο κατ’ επάγγελμα απαθής. Το «κλαίειν μετά των κλαιόντων» (Ρωμ. 12,15) είναι το  απαραίτητο  γνώρισμα κάθε χριστιανού. Ν’ αποφεύγουμε όμως και τη τάση προς το υπερβολικό κλάμμα και τη μεγάλη  λύπη, ως  ανάρμοστη και  θηλυπρεπή. Οι χριστιανοί δεν λυπούνται όπως  «οι λοιποί οι μη έχοντες  ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13). Όχι λοιπόν σκουξίματα  και υστερίες  και  σχισίματα ρούχων και μοιρολόγια. Ας  θυμόμαστε  τον  Ιώβ. Πόσα έπαθε κι όμως αντέδρασε φιλοσοφικώτατα· «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο  Κύριος  μου τα πήρε. Όπως φάνηκε ορθά στον Κύριο  έτσι και  έγινε. Ας  είναι ευλογημένο το  όνομα του Κυρίου  εις τους αιώνας» (Ιώβ. 1,21).

 

*  *  *

    Ενώ όμως ο Χριστός δάκρυσε, όταν κοιμήθηκε ο φίλος του  Λάζαρος, για  λόγους διδακτικούς, ήρθε στιγμή που έκλαψε με λυγμούς κατά τους ερμηνευτές. Ήταν η στιγμή, που ο Χριστός έμπαινε ως  θριαμβευτής  στα  Ιεροσόλυμα και ο λαός τον υποδεχόταν κραυγάζοντας· «ευλογημένος ο ερχόμενος βασιλεύς  εν ονόματι Κυρίου. ειρήνη εν ουρανώ και δόξα εν υψίστοις (Λουκ. 19,38). Ήταν  τόσο ενθουσιασμένο το πλήθος και τόσο υστερικό θα λέγαμε στις επευφημίες  του, που οι Φαρισαίοι σκανδαλίσθηκαν και είπαν τον Χριστό να  καθησυχάσει  τον  κόσμο. 

    Κι  όμως,  ενώ η υποδοχή ήταν άνευ προηγουμένου και οι Φαρισαίοι ήταν  τελείως απογοητευμένοι με την δημοτικότητα του Χριστού, ο Χριστός δεν χάρηκε αλλά έκλαυσε. «Και ως ήγγισεν, ιδών την πόλιν έκλαυσεν επ’ αυτή» (Λουκ. 19,41). Γιατί έκλαψε ο Χριστός; Γιατί γνώριζε το βάθος των ανθρωπίνων καρδιών. Γνώριζε τις  μύχιες και  απόκρυφες αντιλήψεις τους. Δεν τον ξεγελούσε η επιφάνεια και η βιτρίνα της επίσημης υποδοχής του. Γνώριζε ότι τον θέλουν για κοσμικό Μεσσία και βασιλέα. Να ικανοποιήσει τις γήινες και υλιστικές αντιλήψεις τους. Δεν ζητούσαν να υποταχθούν στο θέλημα του  Θεού, αλλά απλώς  ο  Θεός  να κάνει το θέλημα τους. Ο Θεός να είναι υποτακτικός και υπηρέτης τους. Και όταν θα αντιλαμβανόταν ότι ο Χριστός  δεν  ήρθε  να δημιουργήσει  μια  «εθελοθρησκεία» (Κολ. 9,23), αλλά να υποταχθεί η ανθρωπότητα στο θέλημα του Θεού, που σώζει πραγματικά τον άνθρωπο και τον κάνει ευτυχή, τότε αντί για  «ωσαννά» θα κραυγάσουν «σταύρωσον σταύρωσον αυτόν». Γι’ αυτό κλαίει ο  Χριστός· «ανθ’ ων ουκ  έγνως τον καιρόν της επισκοπής σου» (Λουκ. 19,44). Γιατί  δεν  αντελήφθη  η  Ιερουσαλήμ  την τελευταία ευκαιρία που την έδωσε ο  Θεός για να σωθεί. 

 

    Όλος αυτός  ο πόνος και το κλάμα, και η αγωνία  και οι  κραυγές και ο αιμάτινος  ιδρώτας, δεν είναι μόνο  για το φόβο του θανάτου και του σταυρικού  μαρτυρίου που δοκίμαζε ο Χριστός ως άνθρωπος, αλλά είναι και για τις αμαρτίες του κόσμου,  που ο αναμάρτητος Χριστός θα σήκωνε πάνω του. Αυτό είναι κυρίως  που προκαλούσε την φοβερή λύπη και το κλάμα και τις κραυγές. Ο μεγάλος δογματικός της Εκκλησίας μας, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, λέγει ξεκάθαρα για τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη του Χριστού, ότι τα είχε διότι  ήθελε  όχι  ότι  ήταν  αδύνατο να μη τα έχει.

 

    Συνεπώς, τα δάκρια που έχυσε για τα Ιεροσόλυμα και για τις αμαρτίες του κόσμου  πριν σταυρωθεί, δείχνουν ότι ο Χριστός εφάρμοσε στη πράξη αυτό που δίδαξε στην επί του  όρους ομιλία του, όταν είπε  «μακάριοι οι  πενθούντες» (Ματ. 5,4). Οι πενθούντες κυρίως για τις αμαρτίες. Τα δάκρυα που έχυσε για το θάνατο του Λάζαρου τα έχυσε για να δείξει την συμπάθεια και τη συμμετοχή  του στο πόνο των αδελφών  του Λάζαρου και το μέτρο αυτής της συμπάθειας. Αυτές είναι οι  αιτίες που επιτρέπει η Γραφή να πενθούμε. Το  πένθος είναι ένα μαρτύριο, το οποίο αποκαλύπτει την αγάπη μας για τους άλλους  και την  αγάπη  μας  για  τον  Θεό, που τόσες φορές προδίδουμε και λυπούμε.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή