ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ Δ. ΚΑΛΟΚΥΡΗ


  Η Δυτική θρησκευτική ζωγραφική είναι καθαρά ανθρωποκεντρική και νατουραλιστική. Κυριαρχείται από την φυσικότητα, από τον παρόντα κόσμο, από τον νυν αιώνα και επηρεάζεται από τις αρχές της Αναγεννήσεως παρά από την θεολογία των πατέρων της Εκκλησίας. Παρουσιάζει τις φυσιογνωμίες στην πραγματική-φυσική τους διάσταση όπως και το περιβάλλον. Την χαρακτηρίζει ο ρεαλισμός και η νυν πραγματικότητα. Επιζητεί την αισθητική εγκόσμια συγκίνηση και όχι την κατάνυξη και την μεταρσίωση του ανθρώπου. Υπάρχει πλήρες διαζύγιο της ζωγραφικής με το δόγμα και δεν υπάρχει καμμία επιστασία της θρησκευτικής αρχής. Η σύνοδος της Φρανκφούρτης (794) θεωρεί τη ζωγραφική ως απλό στοιχείο διακοσμήσεως των ναών. Δεν αποδίδει δογματική, θεολογική και λειτουργική σημασία στην τέχνη. Γι’ αυτό οι ζωγράφοι της αφέθηκαν εντελώς ελεύθεροι και ασύδοτοι να κάνουν ό,τι θέλουν. Φθάσανε στο κατάντημα να ζωγραφίζουν τους αγγέλους, το Χριστό, την Παναγία και τους αγίους έχοντας ως πρότυπα φυσικά μοντέλα ή και τις ερωμένες τους (Filipo Lipp (1406-1469), ο Ραφαήλ (1483-1520), ο Rubens (1577-1640). Ένας δε εξ αυτών ζωγράφισε την ερωμένη του ολόγυμνη ως «αναπαυομένη Αφροδίτη» και μετά ως… «Θεοτόκο μετά του παιδίου Ιησού» (Τισιανός 1477-1576). Δυστυχώς οι παπικοί και μετά το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως το 1854, που είναι απαράδεκτο βέβαια από τους ορθοδόξους, συνεχίζουν να ζωγραφίζουν την Παναγία σαν μια απλή παρθένο χολιγουντιανού τύπου.

  Η ορθόδοξη αγιογραφία εκφράζει την καινή κτίση, τον κόσμο της χάριτος. Δεν την ενδιαφέρει ο εφήμερος και φθαρτός κόσμος. Επιζητεί να ανυψώσει του πιστούς στην υπερκόσμια, άφθαρτη και αιώνια πραγματικότητα. Γι’ αυτό είναι εξπρεσσιονιστική, συμβολική, αντιρρεαλιστική. Παρουσιάζει τους αγγέλους με σώμα μεν αλλά εξαϋλωμένους και μηδέν γήινο έχοντας. Το κάλλος τους είναι άρρητο αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου. Παρουσιάζει το Χριστό, την Παναγία, τους αγίους με θεϊκό και υπερκόσμιο μεγαλείο. Έχει πλήρη υποταγή αλλά και καθοδήγηση από την αυθεντία της Εκκλησίας.

  Στην Ανατολή ο Χριστός δεν εικονίζεται ως φυσικός άνθρωπος, διότι είναι Θεάνθρωπος. Δεν έχει μία φύση. «Εν εαυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς (Κολ. 2,9). Έτσι ο Χριστός στην Ορθοδοξία εμφανίζεται «διπλούς τη φύσει». Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δογμάτισε ότι ο Χριστός εικονίζεται μεν ως άνθρωπος αλλά κατά τέτοιον τρόπο, ώστε με την απεικόνισή του να μη χωρίζεται η σάρκα από την θεότητα. Η σάρκα είναι «ομόθεος και ομότιμος της θεότητος» συνεπώς χρήζει ιδιαιτέρας απεικονίσεως. Διά της ενανθρωπήσεως «ο απερίγραπτος έγινε περιγραπτός· ο αόρατος ορατός· ο ασχημάτιστος σχηματίσθηκε· ο άποσος απέκτησε ποσότητα» (Θεόδωρος Στουδίτης). Συνεπώς η Εκκλησία την ένσωμον εικόνα του Χριστού «ως υπερκόσμιον κόσμον επαμφιέννυται».

  Η Παναγία επίσης δεν παρουσιάζεται σαν μία απλή παρθένος, έστω και αγνή και αθώα, αλλά σαν Θεοτόκος. Η απεικόνισή της τονίζει το δόγμα της ενσαρκώσεως και όχι απλώς το ανθρώπινο της πρόσωπο.

  Το ίδιο και οι άγιοι, οι οποίοι ζήσανε την «νέαν εν Χριστώ ζωήν»· που έγιναν ουρανοπολίτες· που αθλήσανε κατά Χριστόν και υπέρ Χριστού· που κατορθώσανε να λάβουν το «άφθαρτον στέφος» και να καταστούν «εικόνες της αρρήτου δόξης του Χριστού». Δεν μπορούμε να εικονίζουμε τις μορφές τους σαν να είναι απλοί άνθρωποι, που δεν επισκιάζονται από τη χάρη του Θεού. «Ετέρα μεν η των επουρανίων (σωμάτων) δόξα, ετέρα δε των επιγείων» (Α΄Κορ. 15,40). «Και οίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι» (Α΄Κορ. 15,48). Οι εικόνες των αγίων μας υπενθυμίζουν ότι «δει το φθαρτόν ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α΄Κορ.15,53).


 

Πως εικονίζονται τα μέλη των σωμάτων και τι συμβολίζει το φωτοστέφανο.


  Οι οφθαλμοί, η μύτη, τ’ αυτιά παρίστανται όχι κατά τη φυσική και ανατομική αλήθεια. Κι αυτό διότι δεν είναι απλά βιολογικά όργανα αλλά έχουν καταστεί όργανα του Αγίου Πνεύματος και αλλοιωθήκανε πνευματικά. Γι’ αυτό δια της σχηματοποιήσεως και της αντιρρεαλιστικής παραμορφώσεως αλλοιώνονται και μορφολογικά.

  Οι οφθαλμοί σχηματίζονται μεγάλοι και ζωηροί. Εκφράζουν ψυχική ένταση, διότι «τα μεγάλα εθεάσαντο». Δι’ αυτών τα θαυμάσια του νόμου του Θεού και των έργων του δημιουργού εισήλθαν στη συνείδηση του εικονιζόμενου.

  Τα ώτα το ίδιο. Άκουσαν τα μυστήρια του Θεού· πρόσεξαν τις θείες αποκαλύψεις και όχι στις κοσμικές ειδήσεις και ποικίλες ακοές. Οι άγιοι είχαν «ώτα ακούειν» τον λόγον του Θεού και τις εντολές του.

  Η μύτη το ίδιο. Δεν επιτελεί φυσιολογική λειτουργία. Δεν οσφραίνεται τα του κόσμου, αλλά «οσμήν ευωδίας πνευματικής», την «ευωδίαν της Αγίας Τριάδος» (Δίδυμος Τυφλός), την «οσμήν αφθαρσίας» την οποίαν αναδίδει ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα (Ειρηναίος).

  Το στόμα σχεδιάζεται μικρό· ενίοτε χάνεται μέσα στα μουστάκια των αγίων. Δεν μεριμνά ο άγιος τι θα φάει και τι θα πιει. Ζητά την βασιλεία του Θεού και ξέρει ότι όλα όσα του χρειάζονται θα του τα προσφέρει ο Θεός. Τρώγει ελάχιστα και τ’ απολύτως απαραίτητα. Μιλά τ’ αναγκαία και εντελώς πνευματικά.


  Το φωτοστέφανο στη Δύση είναι το μόνο σύμβολο αγιότητας. Είναι τόση η κοσμικότητα των προσώπων που, αν δεν υπήρχε κι αυτό, με κανένα τρόπο δεν θα φαινόταν ότι είναι άγιοι.

  Στην ορθόδοξη αγιογραφία την αγιότητα τη δείχνει η όλη μορφολογία, η τεχνική και η τεχνοτροπία της αγιογραφίας. Το φωτοστέφανο μάλιστα λείπει από την αγιογραφία των παλαιοτέρων χριστιανικών παραστάσεων και εξ ορισμένων σκηνών της αγιογραφίας των βυζαντινών χρόνων. Έτσι ο Χριστός, η Παναγία και οι άγιοι στη ζωγραφική των κατακομβών δεν φέρουν φωτοστέφανο. Επίσης σε σαρκοφάγους του 4ου αιώνος, σε ελεφάντινα του 4ου-6ου αιώνος και σε μερικά ψηφιδωτά δεν υπάρχουν φωτοστέφανα. Στις παραστάσεις της Πεντηκοστής, της Αναλήψεως του Χριστού, Κοιμήσεως Θεοτόκου κ. ά. οι απόστολοι ιστορούνται συνήθως χωρίς φωτοστέφανο.

  Το φωτοστέφανο στην ορθόδοξη αγιογραφία απεικονίζει την ακτινοβολούσα δόξα του προσώπου του αγίου. Περιβάλλει την κεφαλή, διότι αυτή είναι το κέντρο της προσωπικότητας του ανθρώπου. Στη δύση το φωτοστέφανο είναι κάτι το εξωτερικό. Δεν εφάπτεται της κεφαλής και θεωρείται τρόπαιο νικηφόρου αθλήσεως παρά ανταύγεια προσωπική που προέρχεται έσωθεν του ανθρώπου.

  Τα χέρια ζωγραφίζονται ασχέτως της φυσικής πραγματικότητας. Τα δάκτυλα των χεριών είναι υπέρμετρα μεγάλα. Εκφράζουν ένταση ψυχική. Δι’ αυτών προβάλλεται και ερμηνεύεται το ψυχικό βίωμα της μορφής που εικονίζεται.

  Η δεξιά του Χριστού που ευλογεί είναι δυσανάλογα μεγάλη και σε πολλές περιπτώσεις λαμβάνει τις διαστάσεις της κεφαλής. Θέλει να τονίσει ο αγιογράφος ότι η ευλογία που παρέχεται είναι θεϊκή, υπερφυσική, ανεκτίμητη.

  Η χείρα του Παντοκράτορος που κρατά το ευαγγέλιο κι αυτή τεράστια για να δείξει ότι το ευαγγέλιο δεν είναι «κατ’ άνθρωπον»· δεν είναι κοινό βιβλίο· αλλά είναι το κατ’ εξοχήν θεϊκό βιβλίο.

  Στην εικόνα «Μη μου άπτου» του Δαμασκηνού (16ος αιών), η δεξιά χείρα του Χριστού παρουσιάζει εικαστικά το «μη μου άπτου» του Χριστού, ενώ η συστελλόμενη χείρα της Μαγδαληνής παρουσιάζει το ανασχετικό αποτέλεσμα της θείας προτροπής.

  Ο δείκτης της δεξιάς του Προδρόμου, που δείχνει τον Χριστό (Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου), είναι εμφανώς μεγάλος. Θέλει να δηλώσει ότι ο Χριστός που δείχνει είναι μεγάλος και μεγάλο το έργο του.

  Τα πόδια κι αυτά παρίστανται αντιφυσιοκρατικά. Ραδινές (λεπτές και ευλύγιστες) οι κνήμες, ισχυρή κοίλανση του πέλματος, μακροδακτυλία ή άλλοτε ιδιόρρυθμος πλατυποδία, έντονη κύρτωση της πτέρνας είναι τα συνήθη εικαστικά γνωρίσματά τους. Θέλει να δείξει με τις παραμορφώσεις αυτές η ιερά τέχνη ότι δεν ενδιαφέρεται για τη φυσική ωραιότητα και τα φυσικά πλεονεκτήματα ο Θεός. Άλλα είναι τα προσόντα και τα χαρίσματα των αγίων. Η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθωσύνη, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια, που είναι χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22) αυτά είναι που τους κοσμούν και τους χαριτώνουν και τους καταξιώνουν ενώπιον του Θεού.

 

  Τα ανωτέρω αποτελούν περιληπτική διασκευή και συνοπτική παρουσίαση των όσων εκθέτει διεξοδικά, εμπεριστατωμένα και επιστημονικά, ο ομότιμος πλέον καθηγητής του Α.Π.Θ., Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης, στο βιβλίο του «Εισαγωγή εις την χριστιανικήν και βυζαντινήν αρχαιολογίαν», Θεσ/νίκη 1975.


Δια την επιμέλεια·

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή