Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ Δ. ΚΑΛΟΚΥΡΗ


  Μετά το σχίσμα (1054) και ιδίως μετά την Αναγέννηση, στη Δύση καλλιεργήθηκε άλλη ζωγραφική. Κυριάρχησε η ανθρωποκεντρική τέχνη, η οποία επιβλήθηκε στην παπική και μετά στην διαμαρτυρόμενη πίστη και θεολογία. Το κλασσικό ιδεώδες και το ιδεώδες της Αναγεννήσεως έγινε κριτήριο αξιολογήσεως και αποτιμήσεως κάθε άλλης τέχνης. Το πρόσωπο με το οποίο αρχίζει κυρίως η αλλαγή από την θεοκεντρική, εκκλησιαστική και δογματική βυζαντινή τέχνη στην ανθρωποκεντρική, γήινη, κοσμική και ελευθεριάζουσα δυτική τέχνη είναι ο Giotto di Bondone (1266-1337), ο οποίος με τη στήριξη του τάγματος των Φραγκισκανών έγινε ο θεμελιωτής της νέας παπικής τέχνης και τεχνοτροπίας. Να προσθέσουμε εντελώς παρενθετικά ότι ο Φραγκίσκος της Ασσίζης λέγεται ότι είναι ο εισηγητής της αναπαραστάσεως της φάτνης των Χριστουγέννων όπως την γνωρίζουμε σήμερα διεθνώς.

  Και εμείς, επηρεαζόμενοι από τους Δυτικούς, παραμελήσαμε τη σπουδή, την κατανόηση και τη χρήση της βυζαντινής αγιογραφίας, δηλαδή της ορθόδοξης αγιογραφίας, η οποία αναπτύχθηκε και διαμορφώθηκε κατά τους χρόνους του Βυζαντίου. Μ’ αποτέλεσμα σήμερα να μη γνωρίζουμε τι θησαυρό αισθητικής και θεολογίας κατέχουμε. Ακόμη κι όταν έχουμε στους ναούς μας εικόνες γνησίας βυζαντινής τέχνης δεν γνωρίζουμε την εικονολογική γλώσσα για να τις διαβάζουμε.

  Αυτή η αρχική παραμέληση αρχίζει από την άλωση της Κων/πόλεως, κυρίως δε από του 17ου αιώνος. Έκτοτε η αγιογραφία των ορθοδόξων τεχνικά, τεχνοτροπικά και εικονογραφικά επηρεάζεται από τη Δύση, ολιγώτερο ή περισσότερο κατά τόπους και περιοχές. Η δουλεία του Γένους μας, η έλλειψη παιδείας, η έλλειψη διαφωτίσεως και αντιδράσεως εκ μέρους της διοικούσης Εκκλησίας συντελέσαν στο να επικρατήσει αυτός ο εκδυτικισμός και ανθρωποκεντρισμός της ορθόδοξης αγιογραφίας. Το περίεργο είναι ότι, ενώ επικρατούσε η δουλεία, υπήρχαν αγιογράφοι που τηρούσαν αυστηρά την παράδοση ή με κάποια διάκριση δανειζόταν στοιχεία τινά από την Δύση. Αντίθετα μετά την επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους ούτε λόγος γίνεται πλέον για βυζαντινή αγιογραφία. Ακόμη και το Άγιον Όρος υπέκυψε στην κατάσταση αυτή. Στις αρχές του 20ου αιώνος επικράτησε η λεγομένη «ζωγραφική των Ιωσαφαίων, η οποία και από απόψεως τέχνης αποτελεί παρακμή και από απόψεως παραδόσεως διάσπαση της συνέχειας της βυζαντινής αγιογραφίας.

  Για να κατανοήσουμε λοιπόν την ορθόδοξη αγιογραφία, να μάθουμε το περιεχόμενό της, την μορφολογία και τη μέθοδό της θ’ αναπτύξουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Α΄. Τέχνη πνευματικής διακονίας.

  Σκοπός της αγιογραφίας είναι η εξυπηρέτηση της Εκκλησίας. Δεν είναι «η τέχνη για την τέχνη» αλλά τέχνη εκκλησιαστική και πνευματική. Πρωταρχικός σκοπός η θεμελίωση της πίστεως στις ψυχές των εκκλησιαζομένων. Αυτά που θα εκθέσει ο άμβωνας θεολογικά, αυτά θα εξηγήσει η αγιογραφία εικαστικά. Δίπλα στα ερμηνευτικά υπομνήματα των πατέρων επί της αγίας Γραφής θα παρατεθούν τα εμπειρικά υπομνήματα των αγιογράφων, δηλαδή οι εικαστικές απεικονίσεις, που θα αισθητοποιούν στο λαό την ορθή δογματική πίστη. Επίσης η ορθόδοξη αγιογραφία θα προσδώσει στην εκκλησία την έννοια του «επιγείου ουρανού εν ω ο επουράνιος Θεός ενοικεί και εμπεριπατεί» κατά τον απτότερο τρόπο.

  «Ο αγιογράφος, όπως και ο ψάλτης, έχει αποστολή όμοια, εν πολλοίς, με την αποστολή του ιερέως. Όλοι αυτοί είναι λειτουργικοί υπηρέτες του μυστηρίου της σωτηρίας του ανθρώπου. Δανείζουν τον εαυτό τους στο Θεό και την Εκκλησία του, για να τελεσιουργηθεί το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας. Γι’ αυτό οι αγιογράφοι όταν υπογράφουν σημειώνουν «χειρ τάδε» ή «δια χειρός αμαρτωλού τάδε». Όχι δηλαδή ότι αυτός είναι ο δημιουργός αλλά ότι απλώς δάνεισε το χέρι του (ή τη γλώσσα του ο ψάλτης) για να «λειτουργηθεί» το σύνολο των πιστών. Γι’ αυτό έχουμε και τις λεγόμενες αχειροποίητες εικόνες.

  »Γι’ αυτό ακριβώς δεν αυτοσχεδιάζουν ούτε πρωτοτυπούν οι υπηρέτες των λειτουργικών τεχνών, αλλά ακολουθούν την παράδοση της Εκκλησίας. Είναι πρώτα μύστες και ύστερα τεχνίτες· πάντως δεν είναι εφευρέτες. Δεν παράγουν το εφήμερο και προσωπικό αλλά το αιώνιο και οικουμενικό. Συνεργούν βέβαια στο έργο της παραδόσεως. Δίνουν τη δική τους συμβολή, τον δικό τους παλμό, την υφή της ψυχής τους, αλλά δεν αυθαιρετούν. Όλοι μιλούμε την ίδια γλώσσα με τους ίδιους κανόνες· κι όμως ο ένας γίνεται λογοτέχνης, ο άλλος ποιητής, ο άλλος ρήτορας κ.ο.κ. Έτσι και ο αγιογράφος δίνει την προσωπική του ψηφίδα, η οποία όμως δένει πλήρως με το συνολικό μωσαϊκό της Ορθοδοξίας» (Φώτης Κόντογλου).


  Στους πρώτους αιώνες των διωγμών η Εκκλησία είναι προσεκτική και ζωγραφίζει απλά σύμβολα· τον ιχθύ, τον αμνό, τον ποιμένα, το ελάφι, το παγώνι, την άμπελο, την άγκυρα και άλλα παρόμοια. Συνεπώς η ζωγραφική της είναι συμβολική.


  Μετά τη λήξη των διωγμών και την εδραίωση του χριστιανισμού, η αγιογραφία από συμβολική θα γίνει ιστορική. Θα εκφράσει την ιστορική της πορεία, το συνεχιζόμενο απολυτρωτικό της έργο, τους αγώνες της, τα μαρτύρια της, την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Ο Ιησούς, η Θεοτόκος, οι άγιοι και οι μάρτυρες, η ζωή τους, οι αγώνες τους, τα θαύματα και τα μαρτύριά τους θ’ αποτελέσουν την μεγάλη εποποιία των «ιστοριών» του χριστιανικού ναού.

  Μετά την θύελλα της εικονομαχίας και την οριστική νίκη της ορθόδοξης εικόνας όπως και της επιβολής του ορθού δόγματος και της ορθής δόξας περί της εικόνας, η αγιογραφία καθίσταται δογματική και το περιεχόμενο της αποβλέπει σε δογματικές αλήθειες.

  Εις την είσοδο του ναού, στην κεντρική βασιλική πύλη, από την οποία εισερχόμαστε από το νάρθηκα στον κυρίως ναό, θα είναι ο Χριστός ως διδάσκαλος, κρατών το ευαγγέλιο με το αριστερό του χέρι και ευλογών με το δεξιό. Ο Χριστός είναι «η θύρα δια της οποίας εισερχόμαστε στην ποίμνη του, την Εκκλησία.

  Ο παντοκράτωρ του τρούλλου θα είναι ο πατήρ συγχρόνως και ο υιός, η έκφραση του ομοουσίου.

  Το δόγμα της παρθένου ως «όντως Θεοτόκου», το καθορισθέν δια της συνόδου της Εφέσου (431), εικαστικά θα εκφράζεται δια της Θεομήτορος μετά του παιδίου Ιησού επί των γονάτων, που θα εικονίζεται στην κεντρική κόγχη του ιερού.

  Το δόγμα της πρώτης και δευτέρας ελεύσεως του Χριστού θα εκφράζει η παράσταση της «ετοιμασίας του θρόνου», με το κενό θρόνο της κρίσεως και τα όργανα του πάθους του Σωτήρος.


  Τέλος η αγιογραφία από τους χρόνους των Μακεδόνων (867-1056), Κομνηνών (1081-1185), Αγγέλων (1185-1204), και μάλιστα κατά τους χρόνους των Παλαιολόγων (1204-1453)) θα καταστεί τέχνη αφηγηματική. Οι εικονογραφικές συνθέσεις θα είναι πιο πλούσιες και με περισσότερα πρόσωπα. Ψαλμοί και ύμνοι (ως ο Ακάθιστος) θα απεικονίζονται στους ναούς.


  Πάντως σ’ όλα αυτά τα ιστορικά της στάδια, επειδή η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την υπερκόσμια πραγματικότητα, η οποία δεν παρίσταται αλλά εκφράζεται, η αγιογραφία εκφράζει τα θέματά της και δεν τα παριστάνει.

  Δεν την ενδιαφέρει να παρουσιάσει το φυσικό κάλλος όπως οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά να παρουσιάσει το υπερφυσικό. Δεν παρουσιάζει τον «καλό καγαθό» ούτε τον ήρωα ούτε τον αθλητή, αλλά τον άγιο. Στην αρχαιότητα το τέλειο παρουσιαζόταν με το φυσικά ωραίο και καλό. Αντίθετα στην ορθόδοξη αγιογραφία το καλό δεν καθορίζεται από τη φυσική διάπλαση των προσώπων και των αντικειμένων, αλλά εκ του υψηλού σκοπού που έχει. Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει ότι στην πίστη μας το κάθε τι είναι καλό, όχι λόγω διαπλάσεως και χρώματος, αλλά λόγω της διακονίας για το οποίο είναι προορισμένο. Έτσι ο υψηλός σκοπός είναι εκείνο που ενδιαφέρει την Εκκλησία. Ότι εξυπηρετεί αυτό το σκοπό αυτό και χρησιμοποιεί.

 

Β΄. Τέχνη λειτουργική.

  Η Εκκλησία δίνει μεγάλη σημασία στα μυστήρια της, τα οποία συνδέει με την σωτηρία του ανθρώπου. Κεντρική θέση εντός των μυστηρίων κατέχει το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Γι’ αυτό συγκεντρώνεται η κοινότητα των πιστών και γύρω απ’ αυτό τελούνται οι ευχές, οι ύμνοι, το κήρυγμα.

  Η αγιογραφία, κι αυτή, θέτει τον εαυτό της στη διάθεση του κεντρικού αυτού μυστηρίου. Προσπαθεί να το εξυπηρετήσει και να το διακονήσει εικαστικά. Γι’ αυτό είναι τέχνη λειτουργική. Προσπαθεί με τις παραστάσεις της η κοινότητα των πιστών να κατανοήσει, βιώσει και οικειωθεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Σύμβολα της ευχαριστιακής θυσίας είναι ο ιχθύς, ο αμνός και μάλιστα ο εσφαγμένος όπως παρουσιάζεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, οι τρεις παίδες εν καμίνω, ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων, η θυσία του Αβραάμ τα οποία ζωγραφίζονται μέσα στο ιερό βήμα.


  Από την εποχή των Μακεδόνων (867-1056) και των Κομνηνών (1081-1185), στην κεντρική κόγχη του ιερού βήματος αρχίζουν να ζωγραφίζουν κάτω από την Πλατυτέρα

α΄) τη λειτουργία του Χριστού και των αγγέλων όπως τελείται στον ουρανό,

β΄) το Χριστό να κοινωνεί τους αποστόλους,

γ΄) στο κάτω μέρος της κόγχης παρουσιάζονται οι ιεράρχες, και μάλιστα όσοι γράψανε θεία λειτουργία, κρατώντας στα χέρια τους τις λειτουργικές δέλτους με αντίστοιχα χωρία από τις ευχές της θεία λειτουργίας και

δ΄) από του 12ου αιώνος έχουμε μεταξύ των λειτουργούντων αρχιερέων το δισκάριο με τον τεθυμένο αμνό. Όλα αυτά αποτελούν το λεγόμενο λειτουργικό εικονογραφικό κύκλο, ο οποίος μετά του δογματικού και εορταστικού καθορίζουν την εικονογράφηση στους βυζαντινούς ναούς.

  Έτσι η εικονογραφία συμπληρώνει την ιερά υμνωδία στην προσπάθεια της να βιώσουν οι πιστοί το μυστήριο της θείας ευχαριστίας με κατάνυξη, προσοχή, δέος, μετάνοια. Ο χερουβικός ύμνος π.χ. εικαστικά παρουσιάζεται με τη «λειτουργία των αγγέλων». Οι υπερκόσμιες, άυλες, επιβλητικές και κατανυκτικές μορφές των διακόνων αγγέλων και ο τρόπος που διακονούν στην ουράνια λειτουργία δίνουν το μέτρο και την στάση, που πρέπει να έχουν οι πιστοί, όταν και ενώ τελείται του μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Η αγιογραφία με τις συνθέσεις της μας δίνει την εντύπωση ότι βλέπουμε οράματα επουράνια και καταστάσεις υπερκόσμιες. Αντίθετα η Δυτική τέχνη μας παρουσιάζει γήινες σαρκικές διαστάσεις και κάνει χοϊκά τα ιερά πρόσωπα μ’ αποτέλεσμα και μεις να παραμένουμε στην χοϊκότητά μας.

 

Γ΄. Τέχνη υψηλής θεολογίας.

  Η ορθόδοξη βυζαντινή αγιογραφία δεν είναι τέχνη θρησκευτική ως της Δύσεως αλλά θεολογική. Δεν παραθέτει απλώς την θρησκευτική ιστορία αλλά την συστηματική δογματική θεολογία.

  Στη Δύση τα πάντα συμφύρονται αδιακρίτως. Το μόνο σταθερό είναι οι δώδεκα εικόνες των παθών του Κυρίου και στις θύρες των ναών ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Τονίζουν οι Δυτικοί μονομερώς το θείον πάθος και την κρίση του Θεού.


  Σε μας έχουμε το δωδεκάορτο με σκηνές απ’ όλη τη ζωή του Χριστού, το οποίο εμφανίζει στους πιστούς, συνολικά και όχι μερικά, όλη την επί γης παρουσία του Χριστού. Ιστορείται στο τέμπλο του ναού και στις καμάρες που σχηματίζουν το σταυρό πέριξ του κεντρικού τρούλλου.


  Στην είσοδο του ναού, στην κεντρική πύλη, όπως ήδη προαναφέραμε υπάρχει ο Χριστός ως διδάσκαλος, ευλογών και φέρων το ευαγγέλιον το οποίο έχει την επιγραφή «εγώ ειμί η Θύρα..», ή «εγώ ειμί το φως του κόσμου..», ή «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή..».

  Στον τρούλλο υπάρχει ο παντοκράτωρ ο οποίος είναι α΄) ο Δημιουργός και Βασιλεύς του σύμπαντος, που συνεχώς το επιβλέπει και προνοεί γι’ αυτό, β΄) ο Σωτήρ του ανθρωπίνου γένους και γ΄) ο Κριτής της οικουμένης, ο αυστηρός και αδέκαστος. Η δημιουργία του σύμπαντος, η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και η οριστική κρίση ολοκλήρου της οικουμένης είναι τα θέματα που αποτελούν την εν γένει θεολογία της Εκκλησίας μας.

  Στη κεντρική κόγχη του ιερού βήματος έχουμε τη Θεοτόκο μαζί με το Χριστό. Είναι αυτή ίσταται μεταξύ ουρανού και γης. Είναι η «κλίμαξ η επουράνιος δι’ ης κατέβη ο Θεός». Είναι «η τα άνω τοις κάτω συνάψασα».

  Δια των απεικονίσεων αυτών καθορίζεται ο λεγόμενος δογματικός εικονογραφικός κύκλος της ορθοδόξου Εκκλησίας. Μαζί με τον συμβολικό, ιστορικό και λειτουργικό κύκλο ολοκληρώνει η Εκκλησία μας την αγιογράφηση των ναών της.


  Στη Δύση επικρατεί το ομιχλώδες και μελαγχολικό περιβάλλον. Σε μας επικρατεί το άφθονο φως, το οποίο δια των πολλών παραθύρων των τοίχων και του τρούλλου «περιαστράπτει την εκκλησίαν» και γίνεται σύμβολο των ορθοδόξων αγιογραφικών αντιλήψεων. Το φως, σύμβολο της ζωής, της χαράς και της αναστάσεως, διαγράφει τον αναστάσιμο χαρακτήρα της αγιογραφίας. Στις αναστάσιμες εικόνες του Χριστού κυριαρχεί.


  Η αγιογραφία δείχνει τον «καινόν ουρανόν και την καινήν γη», τον κόσμο της χάριτος. Εκφράζει επίσης την επέκεινα του παρόντος κόσμου θεία πραγματικότητα. Γι’ αυτό στα πρόσωπα αφαιρεί τον όγκο και το βάρος, τα στοιχεία που υπενθυμίζουν την υλική τους διάσταση. Τα εξαϋλώνει και τα εξαγιάζει. Τα λούζει στο φως και στη θεία δόξα. Βέβαια τα ζώντα πρόσωπα των βασιλέων, κτιτόρων και των συνοδειών τους εμφανίζονται με τις φυσιολογικές του διαστάσεις και τα φυσικά τους χαρακτηριστικά. Η αγιογραφία γι’ αυτό το λόγο επίσης δεν είναι υποκειμενική και προσωπική, αλλά εκφράζει την θεία αποκάλυψη. Επίσης έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Εκφράζει το συνολικό «Πιστεύω» της «μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας».

 

Δ΄. Τέχνη του βάθους.

  Δεν είναι τέχνη επιφανειακή, ρηχή, εντυπωσιακή (ιμπρεσσιονιστική) κατ’ άνθρωπον. Είναι τέχνη εκφραστική (εξπρεσσιονιστική) και εκφράζει το βάθος της χριστιανικής κοσμοθεωρίας. Δεν απευθύνεται μόνο στο συναίσθημα αλλά κυρίως και κατά πρώτον λόγον στο πνεύμα. Δεν επιδιώκει την στιγμιαία και παροδική συναισθηματική εντύπωση αλλά τη μόνιμη και διαρκή επί της ψυχής επενέργεια.

  Ένας ξανθός ρομαντικός Ναζωραίος της Δυτικής τέχνης, με το ρεμβώδες και μελαγχολικό βλέμμα, δεν συγκλονίζει τον πνευματικό και νουνεχή άνθρωπο όσο ο βυζαντινός Χριστός με την αδρότητα των χαρακτηριστικών του, τους μεγάλους και διαπεραστικούς οφθαλμούς, το εταστικό βλέμμα, την αυστηρή και ρωμαλέα αλλά συγχρόνως και γλυκεία μορφή του, τα μεγάλα δυσανάλογα χέρια του, που κρατούν τι ευαγγέλιο που δεν είναι κατ’ άνθρωπον. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του βυζαντινού Χριστού εκφράζουν το θεανθρώπινο του είναι, ενώ ο Δυτικός Χριστός παρουσιάζει μόνο την ανθρώπινη του φύση και αυτή σε χολιγουντιανή διάσταση.

  Το ίδιο παρατηρούμε και στις εικόνες της σταυρώσεως του Χριστού. Οι Δυτικοί, αποβλέποντας μόνο στο συναίσθημα, παρουσιάζουν το μακάβριο και φρικαλέο της σταυρώσεως σ’ όλη του την έκταση. Αντιθέτως οι ορθόδοξοι, μη αποβλέποντας μόνο στο συναίσθημα αλλά και στη διδαχή της θεολογίας, παρουσιάζουν το βασιλικό μεγαλείο του Χριστού, το συγκρατημένο πάθος, την ηρεμία και την γαλήνη με την οποία αντιμετωπίζει ο Χριστός την οδύνη του μαρτυρίου. Έτσι ενώ ο Δυτικός ζωγράφος παρουσιάζει το ανθρώπινο δράμα στο οποίο κυριαρχεί ο πόνος, η φρίκη και το τραγικό, ο ορθόδοξος ζωγράφος παρουσιάζει την θεληματική εν σταυρώ θεία κένωση του θεανθρώπου. Παρουσιάζει όλο το θεολογικό βάθος του «Τετέλεσται». Παρουσιάζει τον Χριστό να ελέγχει την ιστορία και το «πεπρωμένο» του. Τον παρουσιάζει ως δυνατό που ξέρει ότι σε λίγο θ’ αναστηθεί και όχι σαν αδύνατο που απέτυχε στην αποστολή του. Και η Παναγία και ο Ιωάννης παρουσιάζονται με συγκρατημένη θλίψη. Η Θεοτόκος, κατά τον Γεώργιο Νικομηδείας (9ος αιών), «τω πάθει κοσμίως και ουκ αγενώς προσωμίλει». Βεβαίως, από την εποχή των Παλαιολόγων και μετά, επικρατεί στα πρόσωπα της Παναγίας και του Ιωάννου το λεγόμενο ρεαλιστικό στοιχείο. Όμως αυτό είναι συγκρατημένο και κόσμιο.

  Το ίδιο παρατηρούμε και στην εξεικόνιση της αναστάσεως. Στη Δύση, από τον 11ο αιώνα και μετά, κυριαρχεί η αντιπαραδοσιακή και αντιγραφική και ανορθόξη παράσταση της αναστάσεως, με το Χριστό να ξεπετιέται από τον τάφο, που εκείνη τη στιγμή ανοίγει, και οι Ρωμαίοι στρατιώτες πεσμένοι κάτω να τον κοιτούν φοβισμένοι. Στο Βυζάντιο, από τον 9ο αιώνα, έχουμε ως εικόνα της αναστάσεως την «εις Άδου κάθοδον του Κυρίου» μας. Ο ορθόδοξος αυτός εικονογραφικός τύπος δεν παρουσιάζει, ως ο λατινικός, την ανάσταση σαν ένα γεγονός που συμβαίνει μόνο στον ορατό κόσμο, αλλά εκφράζει αυτό που ψάλλει η Εκκλησία μας «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

  Λοιπόν ας προσέξουμε να μη επικρατεί στις εκκλησίες μας καλλιτεχνικός συγκρητισμός. Να μη υπάρχουν ετερόδοξες εικόνες έστω και ονομαστών καλλιτεχνών. Η εκκλησία δεν είναι μουσείο ή πινακοθήκη, όπου επιτρέπεται η ετερογένεια και η ετερομορφία.

 

Ε΄. Σχέση προς ιδεώδη και φυσικά πρόσωπα.

  Η επί γης εκκλησία πρέπει να θεωρείται τύπος και εικόνα της επουρανίου εκκλησίας (Διονύσιος Αρεοπαγίτης). Τα πάντα εν αυτή ανακαλούν, πρέπει ν’ ανακαλούν, τον ουράνιο κόσμο. Αυτό πρέπει να κάνει και η ορθόδοξη ζωγραφική. Δεν πρέπει να παριστάνει μορφές της καθημερινής ζωής αλλά να εκφράζει τον ουράνιο και υπεραισθητό κόσμο.

  Και η ελληνική φιλοσοφία, μάλιστα η νεοπλατωνική, εκφράζει παραπλήσιες ιδέες. Ο Πλωτίνος π.χ. στις «Ενεάδες» του θα μιλήσει περί της ενοράσεως του κόσμου «διά των έσω οφθαλμών δι’ ων γίνεται κατανοητή η βαθυτέρα ουσία των όντων», πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει δια των απλών εξωτερικών εντυπώσεων, που παρέχουν οι σωματικοί οφθαλμοί.

  Απέφυγε λοιπόν η ορθόδοξη αγιογραφία την απεικόνιση της φυσικής πραγματικότητας και ασχολήθηκε με την πνευματική, η οποία γι’ αυτήν είναι η υψίστη αλήθεια. Εδώ βρίσκεται και η ποιοτική διαφορά μεταξύ ορθοδόξου και δυτικής τέχνης. Θα παρουσιάσουμε τρεις περιπτώσεις εικονογραφήσεως για να γίνει πιο κατανοητό αυτό που θεωρητικά εκθέσαμε.

α΄) Οι άγγελοι ζωγραφίζονται στη Δύση, ως αντιγραφή κομψών και ωραιότατων νέων, που είναι κοσμικά μοντέλα για ανάλογες κοσμικές εκδηλώσεις. Καμμία σχέση δεν έχουν με τις άσαρκες εξαϋλωμένες και πνευματικά χαριτωμένες απεικονίσεις των αγγέλων στην ορθόδοξη Εκκλησία. Στην καλύτερη περίπτωση θυμίζουν μανεκέν και τίποτα άλλο.

β΄) Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ωραίος ξανθός και ονειροπόλος νεανίας, ο οποίος θυμίζει ηθοποιό του Hollywood σε ανάλογη θρησκευτική ταινία. Δεν έχει καμμία σχέση με το Χριστό της ορθόδοξης αγιογραφίας, που παρουσιάζεται με ρωμαλέο, θεϊκό και υπερβατικό μεγαλείο, έχων «το θείον και άρρητο κάλλος». Ο Χριστός της Δύσεως παρουσιάζει μόνο την ανθρώπινη φύση του Χριστού και αυτή κατά γλυκερό και ανάλατο τρόπο. Ο Χριστός όμως της Ανατολής είναι ο άνθρωπος που εν αυτώ «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς (Κολ.2,9). Με άλλα λόγια ο θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.

γ΄) Η Θεοτόκος στη Δύση ζωγραφιζότανε από τους εκεί ζωγράφους με πρότυπο…τις ερωμένες τους. Ο Filipo Lipp (1406-1469), ο Ραφαήλ (1483-1520), ο Rubens (1577-1640) έτσι ζωγράφισαν. Ο Rubens ζωγράφισε τον άγιο Γεώργιο έχοντας ως πρότυπο τον…εαυτό του. Ο Τισιανός (1477-1576) δεν δίστασε να ζωγραφίσει την Ελεονώρα Conzaga ως ολόγυμνη «αναπαυομένη Αφροδίτη» και μετά ως…«Θεοτόκον μετά του παιδίου Ιησού». Δια των εικόνων αυτών το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να εξιδανικεύεται το ερωτικό πάθος των ζωγράφων και να διαιωνίζεται η αισθηματική συγκίνηση αυτών.

  Για την Ορθοδοξία ποτέ δεν υπήρξαν πρόσωπα ανθρώπων, για να ζωγραφισθεί ο Χριστός και η Παναγία. Θα ήταν για τους ορθοδόξους η μεγαλύτερη ασέβεια, εάν απεικονιζότανε κατά το φυσικό κάλλος ορισμένων ανθρώπων. Δια τα ιερά πρόσωπα του Χριστού και της Παναγίας η ορθόδοξη Ανατολή έπλασε τους ιδεαλιστικούς εκείνους τύπους, στους οποίους ο τονισμός και η έξαρση των χαρακτηριστικών τους μας απομακρύνουν από τις φυσιογνωμίες της καθημερινής ζωής και μας υποβάλλουν την ιδέα του υπερβατικού κόσμου, στον οποίον ανήκουν. Συγχρόνως μας εμπνέουν την ιερά συγκίνηση και κατάνυξη που τόσο χρειαζόμαστε για την πνευματική αναγέννησή μας.

  Βεβαίως η ορθόδοξη αγιογραφία δεν αγνόησε εντελώς την φυσική πραγματικότητα, ήτοι το λεγόμενο ρεαλιστικό στοιχείο και μάλιστα από την εποχή των Παλαιολόγων (1204-1453) και μετά. Το στοιχείο όμως αυτό δεν αποτέλεσε αυτοσκοπό όπως στη Δύση, αλλά τόνισε το δέον της υποταγής του υλικού στοιχείου στο πνευματικό· της κατωτέρας φύσεώς μας εις την ανωτέραν. Η Εκκλησία μας προσέλαβε το ρεαλιστικό στοιχείο για να το θεώσει και να το εξαϋλώσει.

 

ΣΤ΄. Αισθητοποιεί και υπομνηματίζει την θεία λατρεία.

  Η αγιογραφία αισθητοποιεί ό,τι «μυστικώς» τελείται στην λατρεία. Περιγράφει εικαστικά το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Και επειδή πρόκειται περί μυστηρίου, γι’ αυτό μιλά στη ψυχή των πιστών με σύμβολα, σχήματα, και μορφές που αφίστανται της πραγματικότητας. Με τον ίδιο τρόπο που οι πιστοί «μυστικώς τα Χερουβίμ εικονίζουσιν…», έτσι και οι ιερές φυσιογνωμίες «μυστικώς» και όχι πραγματικώς εικονίζονται.

  Στη κόγχη του ιερού βήματος εικονίζεται ο Χριστός «ιερουργών εαυτόν». Εικονίζεται μεταδίδων το Σώμα του και το Αίμα του στους αποστόλους. Είναι η αισθητοποίηση ότι ουσιαστικά ο Χριστός είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος, και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος». Είναι «ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος· ο πάντοτε εσθιόμενος, και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων». Η αγιογραφία αισθητοποιεί ότι θεωρητικά διατυπώνει η θεολογία». Ότι ο Χριστός ουσιαστικά τελεί τη θεία λειτουργία.

  Άνωθεν της παραστάσεως που κοινωνεί ο Χριστός τους αποστόλους, εικονίζεται, εφ’ όσον ο χώρος του ναού επιτρέπει ή και στον τρούλλο μερικές φορές, ο Χριστός ως ο λειτουργών αρχιερεύς υποβοηθούμενος υπό αγγέλων διακόνων. Η απεικόνιση αυτή αισθητοποιεί τη λειτουργία που επιτελείται στους ουρανούς. Αισθητοποιεί το χερουβικό του μεγάλου Σαββάτου «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω· ο γαρ βασιλεύς των βασιλευόντων και κύριος των κυριευόντων προσέρχεται σφαγιασθήναι και δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς· προηγούνται δε τούτου οι χοροί των αγγέλων μετά πάσης αρχής και εξουσίας».

  Το «μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω» είναι ο σκοπός της ορθόδοξης αγιογραφίας. Είναι ο κύριος χαρακτήρας της και το κύριο γνώρισμά της. Και το επιτυγχάνει πλήρως και επιτυχώς εν αντιθέσει με την κοσμική και ανθρωποκεντρική θρησκευτική ζωγραφική της Δύσεως, η οποία μόνο γήινα λογίζεται και ιστορεί.

 

* * *

  Η ορθόδοξη αγιογραφία όχι μόνο αισθητοποιεί τα όσα διαδραματίζονται «μυστικά» στη λατρεία της αλλά και υπομνηματίζει τα ιστορικά γεγονότα της θείας οικονομίας. Εξιστορεί σκηνές του βίου του Χριστού, της Θεοτόκου και των αγίων. Αυτό το κάνει όχι μόνο για όσους είναι αγράμματοι, για να γνωρίσουν μέσα από την εικόνα τα διαδραματισθέντα (Νείλος ασκητής 5ος αιών), αλλά και για να υπομνηματίσει θεολογικά για όλους, αγραμμάτους και εγγραμμάτους, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σχετίζονται με το μυστήριο της θείας οικονομίας. Η ορθόδοξη αγιογραφία δεν ασχολείται με οτιδήποτε, αλλά μόνο με τα κεντρικά και χαρακτηριστικά γεγονότα της θείας οικονομίας, τα οποία εξαίρει άλλωστε και τονίζει και η θεία λατρεία. Σκηνές του ευαγγελισμού, της γεννήσεως, της υπαπαντής, της βαπτίσεως, του πάθους, της αναστάσεως, της αναλήψεως δεν λείπουν από καμμιά ιστορημένη Εκκλησία. Μπορεί όμως να μη υπάρχουν κάποιες σκηνές από τα θαύματα του Κυρίου ή κάποια θέματα από τη διδασκαλία του.

  Επίσης υπάρχουν σκηνές από τα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου ή θέματα που σχετίζονται με τη θεολογία του προσώπου της, όπως οι 24 εικονογραφικές σκηνές του Ακαθίστου Ύμνου.

  Από τη ζωή των αγίων απεικονίζονται κυρίως σκηνές του μαρτυρίου τους ή κάποιων θαυμάτων τους. Αυτά δηλαδή που παρουσιάζει η λατρεία δια των ύμνων της τα παρουσιάζει εικαστικά η αγιογραφία.


  Τα ανωτέρω αποτελούν περιληπτική διασκευή και συνοπτική παρουσίαση των όσων εκθέτει διεξοδικά, εμπεριστατωμένα και επιστημονικά, ο ομότιμος πλέον καθηγητής του Α.Π.Θ., Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης, στο βιβλίο του «Εισαγωγή εις την χριστιανικήν και βυζαντινήν αρχαιολογίαν», Θεσ/νίκη 1975.

 

  Δια την επιμέλεια·


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή