Ο ΑΒΡΑΑΜ


  Ὁ Ἀβραὰμ εἶναι ὁ γενάρχης τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ προπάτορας τοῦ Χριστοῦ (Γέν. 12,2-3 ·17,4-7). Διακρινόταν γιὰ τὴ μεγάλη του πίστη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἔλαβε τὸν τίτλο «ὁ ἀγαπημένος τοῦ Θεοῦ» (Β΄ Παραλειπομένων 20,7). Ἡ ἱστορία τοῦ περιγράφεται λεπτομερῶς στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως (11,26-25,10) καὶ περιληπτικὰ στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων (7,2-8). Γεννήθηκε περίπου τὸ 2000 π.Χ. στὴν Οὒρ τῶν Χαλδαίων, ὅπου καὶ ἔζησε ἀρχικά, μὲ τὸν πατέρα τοῦ Θάρα καὶ τοὺς ἀδελφούς του Ναχὼρ καὶ Ἀρρᾶν. Ὁ Ἀρρᾶν ἦταν ὁ πατέρας τοῦ Λὼτ καὶ πέθανε πρόωρα πρὶν τὸν πατέρα τοῦ Θάρα. Στὴ περίπτωσή του ἔχουμε τὴν πρώτη ἐμφάνιση προώρου θανάτου στὴ Γραφή. Ὁ θάνατος εἰσήχθη μετὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ τώρα ἐμφανίζεται νέο κακὸ στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ὁ πρόωρος θάνατος. Καὶ ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια τόσο τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἐκφυλίζεται καὶ θὰ φθείρεται. Ἔτσι προϊόντος του χρόνου θὰ ἀποκαλύπτεται στοὺς ἀνθρώπους πόσο μεγάλο καὶ καταστρεπτικὸ ἦταν τὸ ὀλίσθημα τῶν πρωτοπλάστων.


  Ὁ Θάρα, μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραὰμ -ποὺ τότε λεγόταν Ἄβραμ- καὶ τὴ γυναῖκα τοῦ Σάρα-ποὺ ἀργότερα θὰ ὀνομασθεῖ Σάρρα- καὶ τὸν ἀνεψιὸ τοῦ Λώτ, κάποια στιγμὴ ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Χαλδαία καὶ ᾖρθαν πρὸς τὸ Βορρᾶ τῆς Μεσοποταμίας, στὴ Χαρρᾶν. Ἐκεῖ πέθανε ὁ Θάρα καὶ ἐκεῖ ὁ Ἀβραὰμ δέχθηκε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἦταν ἑβδομήντα πέντε ἐτῶν, νὰ φύγει ἀπὸ τὴ γῆ του, τοὺς συγγενεῖς του, καὶ τὸν οἶκο τοῦ πατρός του, καὶ νὰ μεταβεῖ στὴ γῆ ποὺ θὰ τοῦ ὑποδείκνυε ἐκεῖνος. Ἂν ὁ Ἀβραὰμ ἔκανε αὐτὴ τὴ μεγάλη θυσία, ν’ ἀπαρνηθεῖ τοὺς πάντες καὶ ν’ ἀκολουθήσει μὲ ἀπόλυτη πίστη, ὑπακοὴ καὶ ἐμπιστοσύνη τὸ Θεό, τότε ὡς ἀμοιβὴ θὰ ἔπαιρνε τὴν εὐλογία νὰ γίνει γενάρχης μεγάλου ἔθνους, νὰ δοξασθεῖ τὸ ὄνομά του, ὁ Θεὸς θὰ εὐλογοῦσε ὅλους ὅσους τὸν εὐλογοῦσαν καὶ θὰ καταριόταν ὅλους ὅσους τὸν καταριόνταν. Ἡ τελικὴ μεγάλη εὐλογία θὰ ἦταν μέσα ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ εὐλογηθοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς. Ὁ Ἀβραὰμ δέχθηκε καὶ ἔτσι ᾖλθε στὴ Χαναᾶν καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Συχὲμ ὅπου ἔστησε καὶ θυσιαστήριο γιὰ νὰ προσφέρει θυσίες στὸ Θεό.


  Τὸν Ἀβραὰμ πολλοὶ τὸν θεωροῦν εὐτυχισμένο καὶ γαλήνιο κατὰ τὴ ζωή του· κι ὅμως, κατὰ τὴ γνώμη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἡ ζωὴ τοῦ ἦταν μία συνεχὴς τρικυμία. Ἀλλεπάλληλα κύματα προσπαθοῦσαν νὰ τὸν καταποντίσουν πνευματικά, ἠθικά, βιολογικά. Ὑπέφερε πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸν Ἄβελ καὶ τὸν Νῶε. Τί τράβηξε στὴν πατρίδα τοῦ μέχρι τὴν ἡλικία τῶν ἑβδομήντα πέντε ἐτῶν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ μάθει, ἀφοῦ τὸ παραλείπει ἡ ἁγία Γραφή. Ἀλλά, ἀφοῦ ζοῦσε ὡς μόνος εὐσεβῇς ἀνάμεσα στοὺς ἀσεβεῖς, καταλαβαίνουμε ὅτι ἀντιμετώπισε ὅτι καὶ ὁ Νῶε. Μόνο τὸν Νῶε βρῆκε δίκαιο ὁ Θεὸς καὶ μόνο τὸν Ἀβραὰμ βρῆκε ἀργότερα. Οἱ προσωπικότητες τοὺς εἶναι παρόμοιες καὶ ἔζησαν σὲ παράλληλους καιροὺς καὶ καταστάσεις. Τὸν Ἀβραάμ, ἀντὶ νὰ τὸν βάλει ὁ Θεὸς σὲ μία κιβωτὸ καὶ νὰ ξανακάνει τὸν κατακλυσμό, τὸν ἔφερε στὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ σωθεῖ μέσῳ αὐτοῦ ὁ κόσμος μὲ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ποὺ θὰ ἦταν ὡς ἄνθρωπος ἀπόγονός του Ἀβραάμ. Ἃς θυμόμαστε λοιπὸν ὅτι μία τοπικὴ ἢ τροπικὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τόπους, πρόσωπα, καταστάσεις πού μας τέρπουν καὶ μᾶς ἱκανοποιοῦν, ὅσο κι ἄν μας στοιχίζει μερικὲς φορές, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ εἴσοδός μας σὲ μία κιβωτὸ κι ἔτσι νὰ σωθοῦμε ἀπὸ κάποιο ἐπερχόμενο κατακλυσμό. Κι ὄχι μόνο νὰ σωθοῦμε ἀλλὰ καὶ νὰ σώσουμε ἄλλους κοντά μας.


  Μετὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὴ Μεσοποταμία ἡ ζωὴ τοῦ ὑπῆρξε πολὺ μαρτυρική. Ἐπειδὴ ἡ Γραφὴ εἶναι σύντομη καὶ ἐπειδὴ ὑπάκουσε ἀμέσως, νομίζουμε ὅτι ἦταν κάτι τὸ εὔκολο αὐτό. Κι ὅμως ἦταν κάτι τὸ φρικτό. Ἐγκατέλειψε τὴ χώρα ποὺ γεννήθηκε καὶ ἔζησε, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους, τὸ σπίτι του, τὸ βίος του, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τὸν πολιτισμό του, τὴν κουζίνα του, τὴ γλῶσσα του καὶ ἔγινε πρόσφυγας καὶ μετανάστης. Ἡ ἀπόσταση ἦταν τεράστια γιὰ τὰ μέσα ποὺ διέθετε ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ὑπολογίζει ὅτι χρειαζόταν ἑβδομήντα μέρες περίπου γιὰ νὰ τὴ διανύσει κανείς. Οἱ δρόμοι πρωτόγονοι, τὰ μέσα συγκοινωνίας δὲν ἐξασφάλιζαν ἄνετο ταξίδι, λῃστὲς παντοῦ, ἀσφάλεια ἀνύπαρκτη, χωριστὰ κράτη. Ἔλλειπε ἡ ἐνοποίηση ποὺ ὑπάρχει σήμερα σὲ μεγάλα τμήματα τῆς ὑδρογείου καὶ ποὺ καθιστᾷ τὸ ταξίδι εὔκολο καὶ ἄνετο καὶ ἀσφαλές. Ὁ Ἀβραὰμ δὲ γνώριζε τὴ χώρα ποὺ πήγαινε, τὴν ἀπόσταση, τί θ’ ἀντιμετώπιζε. Κι ὅμως ξεκίνησε ὑπακούοντας στὸ Θεό.


  Κάποτε ἔφθασε καὶ εἶδε ὅτι τὸ λιμάνι ποὺ προσδοκοῦσε νὰ φθάσει εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὸ πέλαγος. Καὶ ἐνῷ νόμιζε ὅτι θὰ ἡσυχάσει πλέον καὶ θὰ ξεκουραστεῖ μπαίνει σὲ νέα φοβερὴ περιπέτεια. Μόλις ἔφθασε στὴ Χαναᾶν παρουσιάσθηκε λιμὸς φοβερός. Ἔτσι ἀναγκάζεται νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Μόλις φθάνουν ἐκεῖ, τὴ γυναῖκα τοῦ τὴν ἁρπάζουν κρατικοὶ ὑπάλληλοι καὶ τὴν ὁδηγοῦν στὸ χαρέμι τοῦ Φαραὼ (Γέν. 12ο κέφ.). Ὁ Ἀβραὰμ τὴν ζητὰ νὰ πεῖ ὅτι ἦταν ἀδελφή του γιὰ νὰ μὴ τὸν σκοτώσουν, γιατί τὸ ἔθιμο ἦταν, ἂν ἦταν παντρεμένη ἡ γυναῖκα ποὺ διάλεγαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιά, νὰ φονεύεται ὁ ἄνδρας της. Ἂν ὅμως ἦταν συγγενής της, τύγχανε περιποιήσεως καὶ τιμῆς. Καὶ πράγματι ἦταν ἑτεροθαλὴς ἀδελφή του ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ (Γέν.20,12). Δὲν ζητᾷ ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, λοιπόν, νὰ πεῖ ψέματα. Πάντως συνευδοκεῖ καὶ τὴν πιέζει νὰ μοιχεύσει γιὰ νὰ μὴ σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος. Ἀναγκάζεται νὰ ὑποχωρήσει σ’ ἕνα πρᾶγμα ποὺ ὁ ἄνδρας δὲν ὑποχωρεῖ ποτέ. «Κραταιὰ ὡς ὁ θάνατος ἡ ἀγάπη, σκληρὸς ὡς ὁ Ἅδης ὁ ζῆλος» (Ἆσμα 8,6). Δὲν τὸ κάνει ὅμως ἀπὸ δειλία καὶ ἔλλειψη εὐθύνης, ἀλλά, διότι καταλαβαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει διέξοδος ἄλλη γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀνθρωπίνως.


  Τὴν ἴδια περίπτωση, σεξουαλικῆς παρενοχλήσεως καὶ ταπεινώσεως τῆς γυναίκας του, θ’ ἀντιμετωπίσει καὶ μία ἄλλη φορᾷ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Ἀβιμέλεχ τῶν Γεράρων (Γέν. 20,1-18). Κι ὅμως ἐνῷ τοῦ συμβαίνουν ὅλα αὐτὰ δὲν λέγει ὅτι τὸν ἐγκατάλειψε ὁ Θεός. Δὲν μεμψιμοιρεῖ, δὲν γογγύζει, δὲν ἀπελπίζεται. Κάνει ὅτι μπορεῖ ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐλπίζει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλείψει. Δυσπρόσιτο καὶ ἐκθαμβωτικὸ τὸ μεγαλεῖο του. Καὶ πράγματι, καὶ στὶς δυὸ προηγούμενες περιπτώσεις, ὁ Θεὸς θὰ ἐπεμβεῖ καὶ θὰ τὸν σώσει μὲ θαυματουργικὸ τρόπο, κι αὐτὸν καὶ τὴ γυναῖκα του, ἀνταμείβοντας τὴν πίστη του καὶ τὴν ἀφοσίωσή του.


  Ἄλλο ἐπεισόδιο ποὺ φαίνεται ἡ ἁγιότητα τοῦ Ἀβραὰμ εἶναι ὅταν μετὰ τὴν ἐπιστροφή τους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πληθύνθηκαν τὰ ποίμνια του καὶ τὰ ποίμνια τοῦ Λώτ, ποὺ τὸν εἶχε μαζί του, καὶ ἄρχισαν νὰ διαπληκτίζονται οἱ βοσκοὶ τοὺς ποιὸς νὰ ἐξασφαλίσει γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ πρῶτα τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς. Τότε ὁ Ἀβραὰμ τοῦ εἶπε· «δὲν εἶναι δίκαιο νὰ μαλώνουν οἱ ἄνθρωποί μας γιὰ τὴ βοσκή. Τόπος ὑπάρχει πολὺς ἂς χωριστοῦμε. Διάλεξε ἐσὺ πρῶτος. Ἂν πᾷς ἀριστερὰ ἐγὼ θὰ πάω δεξιά. Ἂν πᾷς δεξιὰ ἐγὼ θὰ πάω ἀριστερά». Ἔτσι καὶ ἔγινε καὶ ὁ Λὼτ πῆγε πρὸς τὴν εὔφορη καὶ πλούσια ἀλλὰ καὶ πολὺ ἁμαρτωλὴ περιοχὴ τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομμόρας (Γέν. 13ο κέφ.).

  Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἐξυμνεῖ δεόντως τὸν Ἀβραὰμ ὅταν ἑρμηνεύει τὸ κεφάλαιο αὐτὸ τῆς Γενέσεως. Δὲν τὸν προσβάλλει καθόλου ἡ πλεονεξία, τὸ μῖσος γιὰ τὸν ἀνεψιό του ποὺ τοῦ δημιουργεῖ προβλήματα, ἐνῷ εἶναι ὑποδεέστερός του καὶ προστατεύεται ἀπ’ αὐτόν. Ἀντίθετα ἀναλαμβάνει πρωτοβουλία εἰρηνικῆς διευθετήσεως τοῦ προβλήματος. Κι ἐνῷ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν μεγαλύτερος, σπουδαιότερος, φίλος καὶ ἐκλεκτός του Θεοῦ, ἐν τούτοις, ταπεινώνεται καὶ ἀφήνει τὸν ἀνεψιό του νὰ διαλέξει πρῶτος. Πόσο ὡραῖοι ἄνθρωποι εἶναι οἱ ἅγιοι!



  Στὸ 14ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, παρουσιάζεται πάλι ἡ ἀδιαφορία τοῦ Ἀβραὰμ γιὰ τὰ πλούτη καὶ ἡ παντελῆ ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος γιὰ αὔξηση τῶν ὑλικῶν τοῦ ἀγαθῶν. Συμμαχεῖ μὲ τοὺς βασιλεῖς τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας ἐναντίον τῶν Περσῶν, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἀνεψιὸ τοῦ Λὼτ ποὺ συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Πέρσες. Μὲ 318 ὑπηρέτες ἐπιτίθεται αἰφνιδιαστικὰ στὸν ἐχθρό, τὸν τρέπει εἰς φυγὴ καὶ γίνεται κύριος ὅλων τῶν λαφύρων ποὺ εἶχαν πάρει ἀπὸ τοὺς Σοδομῖτες καὶ μάλιστα τοῦ ἱππικοῦ. Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Σοδόμων ζήτησε νὰ πάρει τοὺς ἄνδρες του ποὺ ἐλευθέρωσε ὁ Ἀβραάμ, ἀφήνοντας τοῦ τὰ λάφυρα καὶ τὸ ἱππικό, ἐκεῖνος ἀπάντησε· «μάρτυς μου ὁ Θεὸς δὲν πρόκειται νὰ πάρω οὔτε κορδόνι ἀπὸ παπούτσια. Μόνο τὰ τρόφιμα ποὺ χρειάσθηκαν οἱ ὑπηρέτες μου ὅταν πολεμοῦσαν. Οἱ φίλοι μου ὅμως ποὺ ᾖρθαν γιὰ νὰ μὲ βοηθήσουν ὁ Ἐσχώλ, ὁ Αὐνᾶν, ὁ Μαμβρή, αὐτοὶ θὰ πάρουν τὰ λάφυρα ποὺ δικαιοῦνται.



  Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἀβραὰμ εἶναι, ὅταν μαθαίνει ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅτι τὰ Σόδομα καὶ ἡ Γομμόρα θὰ καταστραφοῦν (Γέν. 18,20), λόγω τῆς τρομακτικῆς αὐξήσεως τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Ἃς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ οἱ σύγχρονοι «προοδευτικοί» ποὺ ἐν ὀνόματι μῖας ἀναρχικῆς καὶ ἀφύσικης ἐλευθερίας ἐπιζητοῦν νὰ νομιμοποιήσουν τὰ πάντα. Τότε ὁ Ἀβραὰμ ἀρχίζει νὰ παζαρεύει μὲ τὸν Θεὸ τὴ σωτηρία τῶν πόλεων, ἐν ὀνόματι τῆς ὑπάρξεως τῶν τυχὸν δικαίων. Ἂν εἶναι 50, 45, 40, 30, 20,10 δίκαιοι θὰ τοὺς καταστρέψεις; Καὶ ὁ Θεὸς σὲ κάθε παράκληση τοῦ Ἀβραὰμ ὑποχωροῦσε. «Ὄχι δὲν θὰ τοὺς καταστρέψω». Οἱ πατέρες παρατηροῦν ὅτι δὲν σταμάτησε ὁ Θεὸς νὰ δίδει, ἀλλὰ σταμάτησε ὁ Ἀβραὰμ νὰ ζητᾷ. Καὶ σταμάτησε γιατί πίστευε ὅτι τουλάχιστον δέκα δίκαιοι θὰ ὑπάρχουν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπῆρξαν…



  Ἐκεῖ ποὺ δοκιμάσθηκε ὑπερβολικὰ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν στὴν ἀτεκνία του. Ἐνῷ ὁ Θεὸς τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ γίνει πατέρας μεγάλου ἔθνους, ἐν τούτοις, τὰ χρόνια περνοῦσαν κι αὐτὸς δὲν ἀποκτοῦσε παιδί. Γι’ αὐτὸ κάποτε ἐξέφρασε τὸ παράπονό του στὸ Θεὸ ὅτι θὰ πεθάνει ἄτεκνος καὶ ὅτι ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ἐλιέζερ ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ θὰ τὸν κληρονομήσει (Γέν. 15ο κέφ.). Ὁ Θεὸς ὅμως τοῦ ἀπάντησε κατηγορηματικὰ ὅτι δὲν θὰ συμβεῖ αὐτὸ κι ὅτι ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ θὰ πραγματοποιηθεῖ καὶ οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι ἀναρίθμητοι σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ.

  Ὁ Ἀβραὰμ πίστεψε στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ περίμενε. Ἡ γυναῖκα τοῦ ὅμως ἡ Σάρα λιποψύχησε. Μὴ ἔχοντας τὴ πίστη τοῦ ἄνδρα τῆς ζήτησε ἀπ’ αὐτὸ νὰ συνευρεθεῖ μὲ τὴν δούλη τῆς Ἄγαρ τὴν Αἰγυπτία γιὰ ν’ ἀποκτήσει τέκνο. Αὐτὸ ποὺ ζήτησε ἡ Σάρα ἦταν κάτι τὸ σύνηθες γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ κάτι ἀνάλογο μὲ τὴν τεχνητὴ γονιμοποίηση ποὺ ἐφαρμόζεται σήμερα. Ὁ Ἀβραάμ, προφανῶς μὴ ἀντέχοντας τὴν γκρίνια τῆς γυναίκας του, ὑπέκυψε στὴν ἀπαίτησή της καὶ ἔτσι ἡ Ἄγαρ ἔμεινε ἔγκυος. Ἡ Σάρα μόλις ἔγινε αὐτὸ ἔνοιωσε ταπεινωμένη ἀπέναντι στὴν ὑπηρέτρια της μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὴν κακομεταχειρισθεῖ καὶ ἀργότερα νὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ τὴν διώξει κι αὐτὴν καὶ τὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε, τὸν Ἰσμαήλ. Ὁ Ἀβραὰμ ὅταν γεννήθηκε ὁ Ἰσμαὴλ ἦταν ὀγδόντα ἕξι ἐτῶν.


  Ἐν τέλει μετὰ εἴκοσι πέντε ἔτη ἀπὸ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ κι ἐνῷ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἑκατὸ ἐτῶν ἀποκτᾷ τὸν Ἰσαάκ. Πόσα χρόνια περίμενε ὁ Ἀβραὰμ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ! Πόση ὑπομονή, καρτερία καὶ πίστη ἔδειξε. Πόσες φορὲς ἔφθασε πρὸ τοῦ θανάτου κι αὐτὸς καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ πρὶν πραγματοποιηθεῖ ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Ἡ μόνη ὑποχώρηση τοῦ ἦταν ἡ, κατ’ ἀπαίτηση τῆς γυναίκας του, συνεύρεσή του μὲ τὴν Ἄγαρ. Καὶ πάλι ἡ «Εὕα» νίκησε τὸν «Ἀδάμ». Καὶ ὅταν ἀπέκτησε τὸν Ἰσαὰκ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια κι ἐνῷ αὐτὸς ἦταν παλληκαράκι, ὁ Ἀβραὰμ λαμβάνει ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ τὸν…θυσιάσει! Τί μεγάλος πειρασμός· τί μεγάλη δοκιμασία· πόσο σκληρὰ γυμνάζει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους του! Ὁ Ἀβραὰμ κι ἐδῶ θὰ πάρει ἄριστα καὶ θὰ σώσει ἐν τέλει καὶ τὸν υἱό του. Ὁ Θεὸς θὰ φέρει γιὰ θυσία ἄλλο κριάρι ἀντὶ τοῦ Ἰσαάκ. Καὶ αἰῶνες ἀργότερα θὰ θυσιάσει τὸν Υἱὸ τοῦ τὸν μονογενῆ! Ἀφοῦ ὁ Ἀβραὰμ δὲν λυπήθηκε τὸν υἱό του καὶ ἀγάπησε τὸν Θεὸ περισσότερο καὶ ὁ Θεὸς δὲν λυπήθηκε τὸν Υἱό του καὶ ἀγάπησε ἐμᾶς περισσότερο!

  Πόσο σκληρὰ δοκιμάζει ὁ Θεὸς τοὺς ἁγίους του παρατηρήσαμε προηγουμένως· ἀλλὰ καὶ πόσο σκληρὰ δοκιμάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ πρέπει νὰ σημειώσουμε τώρα! Ζητᾷ νὰ τὸν ἀγαπᾶμε πάνω ἀπ’ ὅλους καὶ ὅλα. Ἀλλὰ κι αὐτός μας ἀγαπᾷ περισσότερο ἀπ’ ὅτι ἀγαπᾷ τὸν Υἱό του, τὸν ἑαυτό του. Στὸ ἐπεισόδιο τῆς παρ’ ὀλίγον θυσίας τοῦ Ἰακὼβ ἡ ἁγία Γραφὴ ἀποκαλύπτει ὅτι στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ ὁ Θεός μας ζητᾷ, ὄχι μόνο τὴν θυσία ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς φυσιολογικῶν ἢ καὶ ἐπιβεβλημένων μάλιστα!


  Ὁ Ἀβραὰμ θυσίασε δυὸ φορὲς τὰ παιδιά του. Μία, ὅταν ἔδιωξε κατ’ ἀπαίτηση τῆς Σάρας -συνευδοκοῦντος τοῦ Θεοῦ- τὸν υἱὸ τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ μία, τώρα ποὺ ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὸν υἱὸ τοῦ Ἰσαάκ. Ἐμεῖς κλαῖμε ἂν πεθάνει κάποιο παιδί μας καὶ μερικὲς φορὲς τὰ βάζουμε μὲ τὸ Θεό. Ἐάν μας ζητοῦσε ὁ Θεὸς νὰ τὸ θυσιάζαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τί θὰ κάναμε; Πάντως θυσιάζουμε τὰ παιδὶα μας χωρὶς τύψεις, ὅταν τὸ ζητὰ ὁ ἐγωισμός μας καὶ ἡ ἀνευθυνότητά μας…

  Μετὰ τὴν παρ’ ὀλίγο θυσία τοῦ Ἰσαάκ, πεθαίνει ἡ Σάρρα, καὶ ὁ Ἀβραὰμ πάλι συγκλονίζεται ἀπὸ πόνο. Πρὶν ἀποκτήσει τὸν Ἰσαάκ, κι ἐνῷ ὁ Θεὸς τὸν ἐνίσχυε λέγοντας ὅτι δὲν θὰ τὸν κληρονομήσει ὁ δοῦλος τοῦ Ἐλιέζερ, συγχρόνως τὸν πληροφοροῦσε γιὰ κάτι ποὺ θὰ ἐνίσχυε τοὺς Ἰσραηλῖτες ὅταν ἀργότερα θὰ ἦταν ὑπόδουλοι στὴν Αἴγυπτο καὶ θὰ ὑπέφεραν τὰ πάνδεινα, ἀλλὰ ποὺ ἦταν κοφτερὸ μαχαῖρι γιὰ τὸν Ἀβραάμ. Ὅτι ὁ λαὸς ποὺ θὰ προέκυπτε ἀπ’ αὐτὸν θὰ ὑποδουλωνόταν καὶ θὰ μαρτυροῦσε κυριολεκτικὰ γιὰ τετρακόσια χρόνια, κάτω ἀπὸ τὴν κατοχὴ τῶν Αἰγυπτίων. Ἀντιλαμβανόμαστε λοιπόν, γιατί ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ὑπέφερε στὴ ζωὴ τοῦ περισσότερο ἀπὸ τὸν Ἄβελ καὶ τὸν Νῶε.
·

 

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή