ΔΡΥΟΣ ΠΕΣΟΥΣΗΣ ΠΑΣ ΑΝΗΡ ΞΥΛΕΥΕΤΑΙ

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η ΔΕΗ υπήρξε η μεγαλύτερη δημόσια επιχείρηση της χώρας και συνάμα το μεγαλύτερο επίτευγμα του ελληνικού λαού μεταπολεμικά. Κατόρθωσε σε τρεις δεκαετίες να εξηλεκτρίσει τη χώρα και να παράσχει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια στις επιχειρήσεις. Λειτουργώντας κατά την περίοδο αυτή χωρίς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια επεξέτεινε τα δίκτυά της ως το πλέον απόμακρο οικισμό χωρίς επιβάρυνση των κατοίκων και συνέβαλε στην ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, συμμετέχοντας στη δαπάνη ηλεκτροδοτήσεως αγροτοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να δανείζεται για να πιστώσει την Πολιτεία έχοντας επιτύχει μεγαλύτερη δανειοληπτική ικανότητα από αυτήν! Ακόμη υφίστατο τις συνέπειες από την υπογραφή επαχθών συμβάσεων, με την παρέμβαση της Πολιτείας, για πώληση της ενέργειας με ζημία σε ενεργοβόρες βιομηχανίες.

 Δεν θα ισχυριστούμε ότι η ΔΕΗ υπήρξε πρότυπο επιχείρησης, καθώς συρόταν από το άρμα του κομματικού κράτους, το οποίο κατ’ επανάληψη εκμεταλλεύτηκε την επιχείρηση για ιδιοτελείς κομματικούς σκοπούς. Έτσι ευδοκιμούσαν και σ’ αυτήν τα αγκάθια των αλόγιστων προσλήψεων, της αναξιοκρατίας και της κομματικής παρέμβασης για την ανέλιξη αναξίων ή την απομάκρυνση αξίων στελεχών, καθώς και τα άλλα της ανυπαρξίας ελέγχου και της μικρής εκ τούτου αποδοτικότητας προϊόντος του χρόνου και εκλείποντος του φιλοτίμου.

 Η ΔΕΗ στηρίχθηκε για την ανάπτυξή της στον λιγνίτη, ο οποίος δικαίως απεκλήθη εθνικό καύσιμο. Τα πλέον σημαντικά κοιτάσματα του ορυκτού αυτού είχαν εντοπισθεί στη Δυτική Μακεδονία ήδη προ της ιδρύσεως της ΔΕΗ. Έτσι με την ανάπτυξη εκεί επιφανειακών ορυχείων και την εγκατάσταση στη συνέχεια ατμοηλεκτρικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η περιοχή κατέστη η ενεργειακή καρδιά της χώρας. Είναι αναμφισβήτητο ότι στη ΔΕΗ οφείλουν την οικονομική τους ανάπτυξη οι πόλεις της Κοζάνης και της Πτολεμαΐδας. Είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι σ’ αυτήν οφείλουν και τη σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

 Στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος τίθεται κατά καιρούς το ερώτημα, αν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν η οικονομική ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος και εύστοχα επιχειρείται να γίνει αποδεκτή από τον μέσο πολίτη η αρνητική απάντηση. Στα πλαίσια της λογικής αυτής πρυτανεύει η εξασφάλιση θέσεων εργασίας με θυσία κάποιων περιβαλλοντικών όρων. Η λογική αυτή διακηρύσσεται τόσο από πολιτικούς φορείς, σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο, φορείς που έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με το απειλητικό φάσμα της ανεργίας, το ενδημικό κακό του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο κακό σε περιόδους κρίσεων λαμβάνει τη μορφή μάστιγας. Διακηρύσσεται ακόμη και από συνδικαλιστικούς φορείς, οι οποίοι αποδέχονται η επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων να αποζημιώνεται με ανθυγιεινά επιδόματα. Προϊόντος του χρόνου έκαναν την εμφάνισή τους διάφορες οικολογικές οργανώσεις εκτός πολιτικής αρχικά και εντός οψίμως. Μακριά από την εξουσία και χωρίς το άγχος εκ του προβλήματος της ανεργίας επιχείρησαν την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος και, κατά συνέπεια, της δημόσιας υγείας. Οι μετέχοντες σ’ αυτές αντιμετωπίστηκαν στην αρχή ως γραφικοί και αιθεροβάμονες. Χλευάστηκαν και οι προτάσεις τους περιφρονήθηκαν. Σε περιπτώσεις διευκόλυναν και οι ίδιοι τον κατεστημένο πολιτικό κόσμο με τις εκτός πραγματισμού (ρεαλισμού στα ελληνικά) θέσεις τους. Έτσι πήγαιναν χαμένες και πολλές άλλες.

 Σημαντικό ζήτημα για την περιοχή μας ήταν και παραμένει η αποκατάσταση των επιφανειών του εδάφους που χάσκουν μετά την ολοκλήρωση της εξόρυξης του λιγνίτη. Το δεύτερο και φλέγον είναι ο περιορισμός της ρύπανσης από τα αέρια και τα αιωρούμενα σωματίδια που εκπέμπονται από τις καπνοδόχους των μονάδων των ατμοηλεκτρικών σταθμών. Στο πρώτο, ενώ βαίνουμε ταχύτατα προς τη μεταλιγνιτική περίοδο, δεν έγινε κάποιο σημαντικό βήμα. Δεν υπάρχει κάποιος τόπος αναψυχής σε αποκατεστημένα εδάφη. Και το έργο αυτό θα είχε πραγματοποιηθεί, αν μας χαρακτήριζε καλύτερη οργάνωση και οι τοπικοί φορείς απαιτούσαν από τη ΔΕΗ στον κολοφώνα της δόξας της και της ισχύος της να εγκύψει επάνω από τα περιβαλλοντικά προβλήματα που προκαλεί στην περιοχή, που της προσέφερε τον πλούτο της για την ανάπτυξή της. Στο δεύτερο έχουμε καταστεί κατά καιρούς μάρτυρες της ολιγωρίας της ΔΕΗ να αντικαθιστά τα παλαιωμένα φίλτρα συγκράτησης με νέα, ολιγωρίας, την οποία έτρεφε η αβελτηρία της τοπικής εξουσίας. Γιατί πρέπει να τονιστεί ότι συνήθως ρύπανση διαπίστωναν, πέρα από τους έχοντες οικολογική ευαισθησία, οι ανήκοντες στην εκάστοτε αντιπολίτευση. Η ρύπανση εξαφανιζόταν γι’ αυτούς ως δια μαγείας μόλις άλλαζε το πολιτικό σκηνικό! Την πλέον σημαντική όμως αφορμή σύγκρουσης προκαλούσε και προκαλεί το ερώτημα: Προσθήκη άλλης λιγνιτικής μονάδας στην περιοχή. Ναι ή όχι;

 Στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα εξεδόθη από την Ε.Ε. η περίφημη οδηγία της “περί της απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας”. Στην πλούσια γλώσσα μας γίνεται η διάκριση μεταξύ ελευθερίας και ελευθεριότητας. Η αγορά με βάση την οδηγία δεν ελευθερώθηκε αλλά εκδόθηκε στους καραδοκούντες κατόχους του μεγάλου κεφαλαίου. Η ΔΕΗ βρέθηκε στο στόχαστρο επιτηδείων με τη βοήθεια της Πολιτείας, η οποία έχει παραδοθεί στις επιθυμίες των οικονομικά ισχυρών, και βάλλεται πανταχόθεν με φανερό τον σκοπό να καταστεί προβληματική και να εκποιηθεί (να εκδοθεί) στους οικονομικά ισχυρούς. Εισήχθη αρχικά στο χρηματιστήριο και η μετοχή της κατέστη διάτρητη. Πωλήθηκαν κομμάτια της στην κεφαλαιαγορά και αναμένεται και νέα εκποίηση. Αποκλείστηκε από την επιδότηση για την αξιοποίηση ηπίων μορφών ενέργειας. Υποχρεώθηκε δια νόμου να αγοράζει σε προκλητικά επιβαρυντικές τιμές την ενέργεια από τους ιδιώτες, οι οποίοι στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στο κέρδος μη έχοντας βέβαια κοινωνικά οράματα. Στο χρηματιστήριο ενέργειας που με εκβιασμό των καταστάσεων επιχειρείται να στηθεί, οι ιδιώτες θα βρίσκονται διαρκώς σε πλεονεκτική θέση έναντι της ΔΕΗ, εφόσον αυτή θα παραμένει ενιαία και αδιάσπαστη υπό κρατικό έλεγχο. Τώρα όλοι οι τοπικοί φορείς απέκτησαν θάρρος και επιβάλλουν απανωτά πρόστιμα κατά της επιχείρησης. Όσοι διεκδικούν από αυτήν κερδίζουν πολύ εύκολα τους δικαστικούς αγώνες. Είναι προφανές ότι επιχειρείται να καταστεί η επιχείρηση προβληματική χωρίς σχέδιο ανάπτυξης, χωρίς προοπτική. Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται έλεγαν οι πρόγονοί μας.

 Το μέλλον της μεγαλύτερης δημόσιας επιχείρησης έχει προδιαγράψει ήδη από το 1992 η Ε.Ε. Όταν θα έλθει το τέλος, αν δεν συμβεί κάποια συνταρακτική μεταβολή στη διεθνή πολιτική, τότε θα δοθεί η χαριστική βολή και στη μικρομεσαία ελληνική επιχείρηση, για να γευθούν την απογοήτευση όσοι έχουν πεισθεί στη δυσφημιστική εκστρατεία κατά της ΔΕΗ με την κατηγορία της ακριβής τιμής της κιλοβατώρας. Τότε θα δεχθούν τη χαριστική βολή και οι αγρότες-κτηνοτρόφοι. Τότε oι πολύτεκνοι, αλλά και όλοι μας θα γευθούμε την κοινωνική ευαισθησία του ιδιώτη επιχειρηματία. Το μείζον ερώτημα που δεν μας απασχολεί είναι: ΔΕΗ δημόσιου χαρακτήρα ή ιδιωτικές “ανταγωνιστικές” επιχειρήσεις που στοχεύουν αποκλειστικά στο κέρδος των μετόχων τους;

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή