ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - π. Πατρίκιος G. Reardon

   (Η σύγχρονη οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο ηθικούς προβληματισμούς γύρω από την κτήση και χρήση του πλούτου. Στο άρθρο, πού ακολουθεί σε μετάφραση, ένας Ορθόδοξος ιερέας, εφημέριος σε ενορία του Σικάγου, που ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Αντιοχείας στην Αμερική, δίνει με απλά λόγια μια ενδιαφέρουσα θεώρηση από χριστιανική σκοπιά για το νόημα της κτήσεως και χρήσεως των υλικών αγαθών).

  Η απόκτηση περιουσίας είναι ένα θέμα, πού θέλει ανάλυση. Έχει πολλές πλευρές. Κατά πρώτον, ως Χριστιανοί ξέρουμε ότι ή κυριότητα πάνω σε περιουσιακά στοιχεία και γενικά σε υλικά αγαθά, έχει τις ρίζες της στα βιβλικά πρότυπα για τον άνθρωπο και την οικογένεια. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, τα ανθρώπινα όντα έχουν θεόθεν δικαιώματα πάνω στα πράγματα, για την απόκτηση των οποίων έχουν δουλέψει ή τα όποια έχουν κληρονομήσει από τούς γονείς τους. Το δικαίωμα περιουσίας πηγάζει από μια μεταφυσική θεώρηση του ανθρώπινου προσώπου· αποτελεί επίτευγμα της προσωπικότητάς του και έκφραση του δεσμού τής οικογένειας του.

  Την περιουσία, πού έχει κανείς, δεν την έχει κατά παραχώρηση των κυβερνήσεων. Οι κυβερνήσεις υπάρχουν για να διασφαλίζουν τα εκ Θεού δικαιώματα των πολιτών, ένα απ' τα οποία είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Δεν έχει δικαίωμα η κυβέρνηση να μειώνει αυθαίρετα ή και να δημεύει περιουσίες, πού αποκτήθηκαν νόμιμα. Η φορολογία βέβαια, που αποσκοπεί στην κάλυψη των δαπανών για τη διεξαγωγή τού κυβερνητικού έργου, (περιλαμβανομένης και της πρόνοιας για τούς φτωχούς), δεν αποτελεί κατάχρηση εξουσίας για τις κυβερνήσεις. Οφείλουμε όλοι μας να προσφέρουμε «τα τού Καίσαρος τω Καίσαρι», διότι στην ουσία ο Καίσαρ νοείται ως υπηρέτης μας και όχι ως κλέφτης.

  Η φορολογία όμως, που έχει στόχο τη στήριξη πολιτικών επιλογών αμφιβόλου ηθικής, (π.χ. την αναγκαστική ανακατανομή του πλούτου), είναι μια άλλη μορφή κλοπής. Είναι ο τρόπος δράσεως τυράννων, που στερούν τα μέσα διατροφής από ανθρώπους ασθενέστερους απ’ αυτούς και αδυνάμους να αντιδράσουν. Ο Κύριος δεν αγαπά τους τυράννους και αντιμετωπίζει αυτή την κλοπή, όπως αντιμετωπίζει κάθε ληστεία: την απεχθάνεται και τη στηλιτεύει με λόγους πολύ σκληρούς. Αν κάποιος αμφιβάλλει, ας ξαναδιαβάσει το κήρυγμα του Σαμουήλ λίγο πριν από την εκλογή του Σαούλ ως βασιλέα (Α' Βασ. η) ή την ιστορία σχετικά με το αμπέλι του Ναβουθαί (Γ' Βασ. κ ).

  Αυτή εντούτοις δεν είναι όλη η ιστορία σχετικά με την ιδιοκτησία. Το δικαίωμα προσώπων ή οικογενειών να είναι κάτοχοι περιουσίας υπόκειται και αυτό σε περιορισμούς. Περιορισμούς, πού επιβάλλουν οι απαιτήσεις του Θεού, του Δημιουργού του παντός. Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός του θανάτου στο τέλος της ανθρώπινης ζωής πιστοποιεί ότι ο Θεός ασκεί δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω σ’ όλη τη Δημιουργία Του.

  Το ότι αποκτούν περιουσία οι άνθρωποι κατ’ ουσία σημαίνει ότι τους ανατίθεται απλώς η διαχείρισή της, δηλαδή η φροντίδα για όλη τη Δημιουργία του Θεού. Σε κάθε βήμα στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής συναντάμε την αρχή ότι ο κόσμος και κάθε τί μέσα σ’ αυτόν ανήκει στο Θεό και όχι στους ανθρώπους. Υπάρχει ενδόμυχη βουλιμία στην ανθρώπινη φύση, πού σπρώχνει τον άνθρωπο να θεωρεί τα αγαθά του ότι ανήκουν απόλυτα σ’ αυτόν και μόνο. Ότι είναι υπαρξιακά συνυφασμένα με την ουσία τού προσώπου του. Αυτό διακηρύττουν κάποιες φιλοσοφίες.

  Ό άνθρωπος όμως δεν ζει μόνο με φιλοσοφίες. Η θεολογία θα επιμείνει ότι οφεί-λουμε στο Θεό ό,τι Του ανήκει. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο άνθρωπος δεν έχει απόλυτη κυριότητα στα αγαθά του. Ό Θεός του τα έχει δώσει για να τα διαχειρίζεται. Ο Κύριος έφτιαξε τον Παράδεισο και έβαλε τον Αδάμ και την Εύα μέσα σ’ αυτόν. Τούς έδωσε σαφή εντολή να τον φυλάνε. Με καμιά απολύτως έννοια δεν τους τον έδωσε δικό τους. Αυτή είναι η γνήσια θεολογική αρχή, στην οποία βασίζεται η χριστιανική οικολογία.

  Κάθε δημιούργημα του Θεού ανήκει σ’ Αυτόν. Η γη και όλα τα στοιχεία της δεν έχουν δοθεί στο άνθρωπο για να τα καπηλεύεται και να τα καταχράται. Οι άνθρωποι είμαστε απόλυτα υπόλογοι στο Θεό για τον τρόπο, πού χειριζόμαστε τη Δημιουργία Του. Μια πάγια διακηρυγμένη αλήθεια τής χριστιανικής θεολογίας λέει ότι είναι «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής».

  Γι’ αυτό η Π. Διαθήκη έχει θεσπίσει την προσφορά της «δεκάτης» για όλους τους δούλους του Θεού. Έχουμε την εντολή να επιστρέφουμε στο Θεό (σ.μ. δηλαδή, σε θεάρεστα έργα), το πρώτο 10% από ό,τι έρχεται στην κατοχή μας, -από κάθε καρπό του κόπου μας η των επιχειρήσεων μας-. Με αυτό διακηρύσσουμε ότι τα πάντα ανήκουν στο Θεό. Ο αποδεκατισμός των εισοδημάτων μας, μια θεμελιώδης οικονομική αρχή κατά τη Βίβλο, εκφράζει στην πράξη την αναγνώριση ότι, αυτό πού έχουμε, το έχουμε ως επιμελητές.

  Η Π. Διαθήκη έχει θεσπίσει την προσφορά της «δεκάτης» για τούς δούλους τού Θεού (σ.μ. Στο πνεύμα τής Κ. Διαθήκης έχει κατακριθεί η υποκριτική τήρηση αυτής της εντολής από τους Φαρισαίους, αλλ’ η εντολή δεν έχει καταργηθεί. Υπάρχει μάλλον παρότρυνση για οικιοθελή τήρηση και υπέρβαση της σε μέτρα ανώτερα από εκείνα των Φαρισαίων). Έτσι υπηρετούμε το Θεό, πού μας δίνει κάθε αγαθό και ευδοκεί στο να κρατήσουμε το 90%, από τα εισοδήματά μας. Επομένως η όποια «δεκάτη» μας είναι μια πράξη ευχαριστίας, αλλά συγχρόνως, και διακονίας στο έργο του Θεού.

  Πράγματι, η σταθερή έκφραση των ευχαριστιών μας και η ιλαρή προσφορά μας για το έργο του Θεού στη γη, είναι τα ασφαλέστερα τεκμήρια του ότι παρέχουμε μία όντως καλή διακονία.

 

π. Πατρίκιος G. Reardon.

«ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ» 16-07-2009

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ


 

Κορυφή