«ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΟΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΑΠΟΘΝΗΣΚΟΝΤΕΣ» - του πατρός Μελετίου Βαδραχάνη

 «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες  απ’ άρτι (από τώρα). Ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών· τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών (Αποκ. 14,13).

 

   Από τα πιο περίεργα και τα πιο ακατάληπτα μέρη της αγίας Γραφής είναι οι διάφοροι μακαρισμοί που εμπεριέχονται σ’ αυτήν. Ας θυμηθούμε μερικούς από τους μακαρισμούς του Κυρίου μας στην περίφημη επί του όρους ομιλία αυτού.

 

  «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι (δηλαδή οι ταπεινοί ή –κατ’ άλλη ερμηνεία– οι πτωχοί θεληματικά και σκόπιμα –«πνεύματι»=δοτική του τρόπου στην περίπτωση αυτή–, διότι ο Λουκάς (6,20) έχει στο παράλληλο με τον Ματθαίο χωρίο «μακάριοι οι πτωχοί»), ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών». Το να είσαι ταπεινός ή ακτήμων είναι απαράδεκτο και ακατανόητο για την ανθρώπινη λογική. Είναι αιτία κακομοιριάς και αποτυχίας και όχι ευτυχίας γι’ αυτούς που δεν έχουν «νουν Χριστού».

 

  «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών». Ποιος από μας θεωρεί τον διωγμό –«ένεκεν δικαιοσύνης»– ως ευλογία και ως θείο δώρο; Ποιος από μας δεν γογγύζει και δεν λέγει «γιατί Θεέ μου το επιτρέπεις αυτό»; Ποιος είναι αυτός που δεν χάνει το ηθικό του και την αυτοκυριαρχία του όταν διώκεται; Ποιος είναι αυτός που μπορεί να διατηρεί την γαλήνη και την ηρεμία που είχε ο Χριστός, ενώ τον σταυρώνανε και τον ξευτελίζανε ποικιλοτρόπως;

 

  «Μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε ότι ο μισθός υμών πολλοίς εν τοις ουρανοίς· ούτω γαρ εδίωξαν τους προφήτας τους προ υμών». Ποιος από εμάς νιώθει χαρά και αγαλλίαση, όταν διώκεται και συκοφαντείται; Ποιος από εμάς θεωρεί τον εαυτό του μακάριο, όταν ονειδίζεται ή ελεεινολογείται; Όλοι μας θέλουμε τους επαίνους, την εκτίμηση, το χειροκρότημα, την αποδοχή των συνανθρώπων μας, την ηθική στήριξη και τόνωση. Η λασπολογία, η συκοφαντία, η άδικη ψυχολογική επίθεση και η ανηλεής εχθρική προπαγάνδα μας κουρελιάζουν και μας αποδιοργανώνουν. Ψυχραίνεται η πίστη μας και δοκιμάζεται η ευσέβειά μας.

 

  Έτσι και ο μακαρισμός που προτάξαμε στην αρχή του άρθρου μας, «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες…» μας κάνει και δυσανασχετούμε. Εμείς λέμε μακάριοι οι ζωντανοί και εργαζόμενοι και δραστηριοποιούμενοι και απολαμβάνοντες τους κόπους των έργων τους και παρακαλούμε τον Θεό «να μας πάει στον παράδεισο από το πιο μακρινό του μονοπάτι», όπως γράφει σε κάποιο ταξιδιωτικό του έργο έλληνας λογοτέχνης. Μιλάμε για τον παράδεισο, διαβάζουμε τα της Γραφής και τα των πατέρων σχετικά μ’ αυτόν, αλλά όταν έρθει η ώρα ν’ αποδημήσουμε από αυτήν τη ζωή εις Κύριον τότε γινόμαστε περίλυποι.

  «Τι κρίμα που πέθανε ο τάδε. Τον καημένο έφυγε και δεν χάρηκε την ζωή. Δεν απόλαυσε τους κόπους του. Δεν συνέχισε το έργο του και την προσφορά του». Αυτά λέμε και γογγύζουμε και λυπόμαστε και τα βάζουμε με τον Θεό πολλές φορές και απελπιζόμαστε. Κι όμως ο λόγος του Θεού λέγει «μακάριοι οι νεκροί» και η Εκκλησία μας ψάλλει στην εξόδιο ακολουθία «μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον ότι ητιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».

  «Μακάριοι οι νεκροί»· Ποιοι νεκροί; Αυτοί που απέθαναν εική και ως έτυχεν; Αυτοί που πέθαναν πάνω στο χαρτί, στο πιοτό, στο ναρκωτικό, στην ανηθικότητα και στην ασέλγεια, στο μίσος και την μοχθηρία, στην κακία και την απονιά; Όχι· αλλά αυτοί που πεθάνανε με προσευχή και νηστεία, με ελεημοσύνες και καλωσύνες, με αγάπη και συγγνώμη, με μετάνοια και δάκρυ, με πένθος για τις αμαρτίες τους και κατάνυξη κατά Θεό. Αυτοί οι νεκροί είναι μακάριοι, είναι καλότυχοι, είναι ευτυχισμένοι. Διότι δεν χάνονται, δεν καταστρέφονται, δεν καταδικάζονται, αλλά εξέρχονται του παρόντος κόσμου, εξέρχονται της κοιλάδας του Κλαυθμώνος για ν’ αναπαυθούν, για να ξεκουρασθούν, για να βραβευθούν, για να τιμηθούν. Ο πόνος και ο στεναγμός, η λύπη και το δάκρυ, η νόσος και το γήρας, ο θάνατος και η σήψη, ο διάβολος και η αμαρτία δεν μπορούν πλέον να τους βλάψουν ούτε να τους ενοχλήσουν. Χαίρονται και απολαμβάνουν την αιώνια ζωή κοντά στον Χριστό και τους αγίους του.

 

*  *  *

  «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. 1,21) λέγει ο Παύλος. Αν αναπνέω και εργάζομαι και κινούμαι είναι διότι το θέλει ο Χριστός και η Εκκλησία του. Γι’ αυτό ζω και υπάρχω. Κι αν πεθάνω το θεωρώ κέρδος και ωφέλεια.

  «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί  Χριστός» (Γαλ.2,20).  Εγώ δεν ζω κατ’ άνθρωπον. Δεν επιθυμώ, δεν σκέπτομαι, δεν σχεδιάζω, δεν προγραμματίζω, δεν ονειρεύομαι τίποτα. Δεν έχω ανθρώπινο προορισμό και τέλος. Όλο μου το είναι το κατέλαβε ο Χριστός και αυτός ενεργεί τα πάντα μέσα μου.

  Εμείς λέμε «μακριά από εμάς ο θάνατος», «χτύπα ξύλο», «να πεθάνουνε οι εχθροί μας» και άλλα παρόμοια· ονομάζουμε δε «κακιά αρρώστια» τον καρκίνο και κάθε άλλη θανατηφόρα ασθένεια. Ο Παύλος όμως θεωρεί το θάνατο κέρδος και ευτυχία. Έχει επιθυμία «εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι», δηλαδή έχει πόθο να πεθάνει και να βρεθεί κοντά στον Χριστό. Αυτό είναι η μεγαλύτερη ηδονή και χαρά και επιτυχία γι’ αυτόν (Φιλιπ. 1,23). Και λέγει αλλού (Β΄ Κορ. 5, 1-4) ότι δεν ανησυχούμε εάν η επίγειος κατοικία της ψυχής μας, το σώμα μας δηλαδή, διαλυθεί από το θάνατο. Διότι ο Θεός μας ετοιμάζει οικία αχειροποίητη και αιώνια, δηλαδή ένα νέο πνευματικό σώμα, το οποίο η φθορά και ο θάνατος δεν θα μπορούν να διαλύσουν και το οποίο θα είναι το τέλειο και ιδανικό κατοικητήριο της ψυχής μας. Γι’ αυτό στενάζουμε, λέγει ο Παύλος, πιεζόμενοι από τις αδυναμίες και τις ατέλειες του υλικού μας σώματος και ποθούμε πότε θα ντυθούμε το επουράνιο. Όχι ότι το σιχαθήκαμε και το βαρεθήκαμε, αλλά θέλουμε να πάρουμε το τέλειο, το άφθαρτο, το αιώνιο.

  Βέβαια ο Παύλος τονίζει (Φιλιπ. 1, 24-26) ότι, επειδή γνωρίζει ότι η σωματική παρουσία του και ζωή και ιεραποστολική δράση είναι αναγκαία και ωφέλιμη για τους πιστούς, εφ’ όσον ο Θεός θέλει και το επιτρέπει, προτιμά χάριν των πιστών να παραμείνει στη ζωή, για να τους ενισχύει. Αλλά το ασίγαστο μεράκι του και η φλογερή και άσβεστη επιθυμία του είναι –το συντομώτερο δυνατό– να ενωθεί με τον Χριστό.

  Αυτά υπήρξαν τα βιώματα και οι επιθυμίες των αγίων μας. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικοί χριστιανοί, ας γίνουν και δικά μας.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή