ΗΝ ΥΠΟΤΑΣΣΟΜΕΝΟΣ ΑΥΤΟΙΣ

Ο ευαγγελιστής Λουκάς (2,21-52) μας διηγείται τι ακολούθησε την ενανθρώπηση του Χριστού. Ο Χριστός περιετμήθη, σύμφωνα με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ για όλους τους απογόνους του, και πήρε το όνομα Ιησούς, που το είχε δώσει ο άγγελος Γαβριήλ κατά τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου αλλά και άγγελος σε όνειρο στον Ιωσήφ. Επίσης ο Χριστός παρουσιάστηκε στο ναό, όταν ήταν σαράντα ημερών, για να τελέσει όσα πρόσταζε ο νόμος για την περίπτωση αυτή.

Ο Χριστός σαν παιδί πέρασε απ’ όλα τα στάδια της αναπτύξεως ενός μωρού και ακολουθούσε τους γονείς του σε όλες τις οικογενειακές, κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις. Ο ευαγγελιστής Λουκάς όμως μας περιγράφει μόνο ένα επεισόδιο της παιδικής ζωής του Χριστού, την προσκύνηση στο ναό των Ιεροσολύμων κατά την εορτή του Πάσχα. Στο επεισόδιο αυτό ο μικρός Χριστός δίνει ένα προανάκρουσμα της θεανθρώπινης φύσεώς του. Είναι «άνθρωπος το φαινόμενον αλλά Θεός το κρυπτόμενον». Ακούει αλλά και ρωτά τους διδασκάλους του ναού, κατά τρόπο που τους εκπλήττει και τους προβληματίζει. Και όταν η μητέρα του τον μαλώνει γιατί είχε χαθεί για τρεις μέρες χωρίς να τους ενημερώσει, ο μικρός Χριστός την υπενθυμίζει ότι ουσιαστικός Πατέρας του είναι ο Θεός και φυσικό ήταν να συχνάζει στο ναό του. Έμμεσα τους τονίζει να μη ξεχνάνε την θεία του φύση και να μη θέλουν να κυριαρχούν πλήρως στην προσωπικότητά του. Δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί ανθρώπων. Παρόλα αυτά όμως ο Χριστός τους ακολουθεί και διάγει την υπόλοιπη ζωή του μέχρι την ενηλικίωσή του των τριάντα ετών με υπακοή και υποταγή στο θέλημά τους!

Τι θαυμαστά και παράδοξα και πρωτάκουστα γεγονότα μας αποκαλύπτει το ευαγγέλιο. Ο Θεός που άρχει των ουρανίων και επιγείων όντων, ο Θεός που δημιούργησε τον άνθρωπο και όλα τάλλα που υπάρχουν στο υλικό σύμπαν, κάνει υπακοή στους «γονείς του». Ο Αδάμ και η Εύα δεν θέλησαν να κάνουν υπακοή σ’ Αυτόν· Αυτός όμως υπακούει στον Ιωσήφ και την Μαρία! Ο Χριστός υπήρξε πρότυπο υπακοής όχι μόνο στον ουράνιο πατέρα του αλλά και στους κατ’ άνθρωπον γονείς του. Έτσι δίνει το πρότυπο στα παιδιά πως πρέπει να υπακούν στους γονείς του. Δεν δίνει μόνο θεωρητικά την εντολή να τιμούν τον πατέρα τους και την μητέρα τους, αλλά δίνει και το ζωντανό προσωπικό πρότυπο. Ο Κύριος ενανθρώπησε για να έρθει σε κοινωνία και επαφή μαζί μας, για να θεραπεύσει την χτυπημένη από την αμαρτία ανθρώπινη φύση, αλλά και για να μας δώσει τον τύπο και τον υπογραμμό σε πλήθος λεπτομέρειες της καθημερινής και διά βίου συμπεριφοράς και δράσεώς μας.

 

«Άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει» λέγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Μόνο αυτός που έμαθε να υπακούει και να τον εξουσιάζουν άλλοι, μόνο αυτός μπορεί να δώσει διαταγές και να εξουσιάσει άλλους. Το κύριο προσόν για ένα διοικητή είναι το να μάθει πρώτα να διοικείται. Και κάθε άνθρωπος είναι διοικητής στην οικογένεια του, στην  εργασία του, στον κοινωνικό του περίγυρο. Συνεπώς κύριο προσόν για τον καθένα μας αλλά και ασφαλές μέσο για την πρόοδο της κοινωνίας μας και της Εκκλησίας μας η υπακοή.

 

Ειδικά στον χώρο της Εκκλησίας η μεγαλύτερη αρετή είναι η υπακοή. Είναι η αληθινή θυσία, είναι η αληθινή λατρεία, η αληθινή ορθοδοξία. Είναι αυτό που ζήτησε ο Θεός από τον άνθρωπο ευθύς εξ αρχής, μόλις τον δημιούργησε και τον εγκατέστησε στον παράδεισο. Είναι η συμμόρφωση του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού.

 

 Στο Α´ Βα. 15ο κεφάλαιο έχουμε μία ιστορία πολύ αποκαλυπτική για το θέμα που εξετάζουμε. Ο Κύριος αποκαλύπτει στον βασιλιά του Ισραήλ Σαούλ, μέσω του προφήτη Σαμουήλ, ότι τον έχρισε μεν βασιλιά, αλλά κι αυτός πρέπει να υπακούει στις εντολές που του δίδει. Λοιπόν τους Αμαληκίτες, φυλή που κατοικούσε νότιοδυτικά του Ισραήλ και δημιούργησε πολλά προβλήματα στους Ισραηλίτες, θα τους δώσει ηττημένους στα χέρια του. Θα πρέπει να τους φονεύσει από άνδρα μέχρι γυναίκα και από μικρό παιδί μέχρι βρέφος που θηλάζει και από μοσχάρι μέχρι αρνί και από καμήλα έως όνο. Τίποτα δεν πρέπει να λυπηθεί και τίποτα δεν πρέπει να αφήσει να ζήσει.

Ο Σαούλ πράγματι εξεστράτευσε με 400.000 άνδρες εναντίον των Αμαληκιτών και τους νίκησε. Αλλά κράτησε ζωντανό τον βασιλιά τους και τα εύρωστα ζώα των ποιμνίων τους όπως και τα αμπέλια και τα άλλα αγαθά που ήταν εκλεκτά. Κάθε τι όμως που το θεώρησαν κατώτερο και μηδαμινό, το κατέστρεψαν. Τότε ο Θεός διαμήνυσε στον Σαμουήλ την ανυπακοή του Σαούλ και ο Σαμουήλ έσπευσε αμέσως κοντά του για να τον ελέγξει. Τον βρήκε στα Γάλγαλα να θυσιάζει στο Θεό τα καλύτερα λάφυρα που είχε φέρει από τους Αμαληκίτες. Τότε ο Σαμουήλ του είπε· «Νομίζεις ότι ευχαριστείται ο Κύριος με ολοκαυτώματα και θυσίες ή με την υπακοή στις εντολές του; Λοιπόν σου λέγω ότι η υπακοή στον Κύριο είναι ανώτερη κι από την πιο εκλεκτή θυσία και η υποταγή ανώτερη από το λίπος των ζώων. Η θυσία που προσέφερες παρακούγοντας στον Κύριο είναι αμαρτία σαν να ασχολήθηκες με την μαγεία. Επειδή περιφρόνησες την εντολή του Θεού, θα σε ταπεινώσει ο Κύριος και δεν θα είσαι πλέον βασιλεύς του Ισραήλ». Και πράγματι έτσι κι έγινε και ανέλαβε ο Δαυΐδ μετά από αυτό.

 

Στη Γραφή υπάρχουν πολλές επισημάνσεις για το θέμα που εξετάζουμε.

 

«Έλεος θέλω και ου θυσίαν» (Ωσ. 6,6). Η φιλανθρωπία και η αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας είναι προτιμότερη στο Θεό από την θυσία.

 

«Θυσίαν και προσφοράν ουκ ηθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι· ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ ήτησας. Τότε είπον· ιδού ήκω εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί εμού· του ποιήσαι το θέλημά σου, ο Θεός μου, ηβουλήθην και τον νόμο σου εν μέσω της κοιλίας μου» (Ψαλ. 39, 7-9).

Ο ψαλμωδός στους προηγούμενους στίχους του ψαλμού αναλογίζεται τις ευεργεσίες του Θεού προς αυτόν και λέγει στους στίχους που παρουσιάσαμε ότι από ευγνωμοσύνη είναι έτοιμος να προσφέρει θυσίες. Όμως δεν θέλεις ούτε αιματηρές ούτε αναίμακτες θυσίες. Μου έδωσες τέλειο και προικισμένο με νου σώμα το οποίο πρέπει να αγιάζω με την υπακοή στο θέλημά σου και όχι με θυσίες ζώων, που καίγονται τελείως στο θυσιαστήριο και που προσφέρονται για να εξιλεωθούν οι αμαρτίες μας. Επειδή γνωρίζω Κύριε ότι αυτό είναι το θέλημά σου είπα ότι να έρχομαι να τεθώ υπό τις εντολές σου. Στο τυλιγμένο σε ρολό χειρόγραφο της Γραφής έχει γραφεί για μένα πως πρέπει να σε ευχαριστήσω. Γι’ αυτό Κύριε θέλησα και αποφάσισα να εκτελέσω το θέλημά σου και πόθησα τον νόμο σου να τον βάλω μέσα στα σπλάχνα μου, ώστε να με εμπνέει συνεχώς.

 

«Ουκ επί ταις θυσίαις σου ελέγξω σε, τα δε ολοκαυτώματά σου ενώπιον μου εστί διά παντός. Ου δέξομαι εκ του οίκου σου μόσχους ουδέ εκ των ποιμνίων σου χιμάρους (τράγους). Ότι εμά έστι πάντα τα θηρία του δρυμού, κτήνη εν τοις όρεσι και βόες· έγνωκα πάντα τα πετεινά του ουρανού, και ωραιότης αγρού μετ’ εμού έστιν. Εάν πεινάσω ου μη σοι είπω· εμή γαρ έστιν η οικουμένη και το πλήρωμα αυτής. Μη φάγομαι κρέα ταύρων ή αίμα τράγων πίομαι; Θύσον τω Θεώ θυσίαν αινέσεως και απόδος τω υψίστω τας ευχάς σου» (Ψαλ. 49, 8-14).

Το νόημα των πιο πάνω στίχων είναι το εξής· Εκείνο που ζητώ από σένα άνθρωπε είναι η καρδιά σου. Η θέλησή σου, οι επιθυμίες, οι πόθοι σου, τα όνειρά σου να είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Όλα τα άλλα που προσφέρεις τα παίρνεις από μένα και είναι δικά μου. Αυτό που είναι αποκλειστικά δικό σου και συ το διαχειρίζεσαι είναι το θέλημά σου. Λοιπόν αυτό θέλω.

 

«Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν· ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένη ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλ. 50, 18-19).

Κύριε, λέγει ο Δαυΐδ, αν ήθελες θυσία θα στην έδινα. Γνωρίζω όμως ότι δεν αναπαύεσαι στα ολοκαυτώματα (που κατ’ οικονομία, λόγω της ανθρώπινης αδυναμίας και ατέλειας, επέτρεψες να σου προσφέρουμε). Θυσία για σένα, και μάλιστα προς εξάλειψη της αμαρτίας μας, είναι το πνεύμα που έχει συντριβεί από ειλικρινή μετάνοια· καρδιά που είναι μεστή από κατάνυξη και ταπείνωση.

 

«Εκείνος ο οποίος παραβαίνει τον νόμο μου και θυσιάζει σε μένα μόσχο είναι σαν αυτόν που ως θυσία σκοτώνει σκύλο· αυτός δε που προσφέρει σιμιγδάλι είναι σαν αυτόν που κάνει σπονδή με αίμα χοίρου. Αυτός που προσφέρει λιβάνι, για να τον θυμάται ο Θεός, είναι σαν τον βλασφημο. Κι αυτό συμβαίνει, διότι όλοι αυτοί προτίμησαν τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής και τα σιχαμερά καπρίτσια τους» (Ησ. 66,3). Ο σκύλος και ο χοίρος, ακάθαρτα ζώα για την Παλαιά Διαθήκη, δεν επιτρεπόταν να προσφερθούν στις θυσίες. Ο αμαρτωλός που θυμιάζει είναι βλάσφημος! Παρόμοια λέγει και στο Ησ. 1,10-20.

 

Από όλα όσα παραθέσαμε απορρέει αβίαστα το δίδαγμα ότι οι θυσίες που εφεύραν οι άνθρωποι είναι για να ικανοποιούν το θρησκευτικό ένστικτο που απορρέει από μία «εθελοθρησκεία» (Κολ. 2,23). Αντίθετα η αληθινή και θεάρεστη θυσία είναι η υπακοή στο θέλημα του Θεού. Η υπακοή ήταν η θυσία που υπήρχε μέσα στον παράδεισο και που αν συνέχιζε να προσφέρεται δεν θα υπήρχε η αμαρτία, που οι θυσίες των ανθρώπων προσπαθούν ανεπιτυχώς να την θεραπεύσουν.

 

ΑΡΧΙΜ. ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

Κορυφή