Ένας παράξενος επισκέπτης!

Ὑποκείμεθα εἰς τόν θάνατον

καί ἡμεῖς καί τά ἡμέτερα”.

Ὁράτιος

 

Γράφει ο Ευριπίδης: “Αφήστε να καλυφθούν με γην οι νεκροί και απ' όπου έκαστον προήλθεν, εκεί να επιστρέψη. Το μεν πνεύμα εις τον αιθέρα, το δε σώμα εις την γην. Διότι τούτο, δεν είναι κτήμα μας, αλλά μόνον όταν χρειάζεται δια να κατοικήσωμεν εις την ζωήν, κατόπιν δε αυτή που το εξέθρεψε, (δηλαδή η γη), πρέπει να το λάβη”.

Αυτό φυσικά το είχε προσημάνει εξ' αρχής ο ίδιος ο Θεός προς τους πρωτοπλάστους, μετά την πτώση τους. “Γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύση” (Γεν. 3,19). Με απλά λόγια “άνθρωπε μη λησμονήσεις, ότι είσαι χώμα και στο χώμα θα καταλήξεις”. Σύμφωνα με τον νόμο της ανταποδόσεως, κάθε παράπτωμα έχει και την “τιμωρία” του. Τιμωρία=τιμή+ὤρα. Ὤρα (με ψιλή), σημαίνει φροντίδα, βοήθεια, επικουρία, συνδρομή. Σύμφωνα με τα πρότερα, την πτώση έρχεται να την “τιμωρήσει”, να την ανακόψει το αθάνατο πνεύμα του Θεού. Γιατί μπορεί το σώμα να καταλήγει στην μάνα γη, όμως η ψυχή του ανθρώπου παραμένει αθάνατη, γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός μας. Γι' αυτό ο Σωκράτης απηύθυνε στους δικαστές που τον δίκαζαν, τα παρακάτω λόγια “Δύνασθε νά μέ θανατώσητε, ἀλλά δέν δύνασθε νά μέ βλάψητε”. Εννοώντας ότι μπορούσαν να τον βλάψουν σωματικά, αλλά ηθικά δεν μπορούσαν ούτε να τον αγγίξουν. Κάτι ανάλογο τόνιζε και ο Πατροκοσμάς, όταν επιστούσε την προσοχή μας στην φύλαξη της ψυχής μας. “Έλεγε ότι το σώμα, δεν είναι δικό μας”. Ανήκει στη γη, οπότε ό,τι θέλουν ας το κάνουν οι ελεεινοί σωματέμποροι και οι μισθοφόροι του Διαβόλου. “Η ψυχή όμως είναι κτήμα μας πνευματικό”. Είναι το ακριβό στολίδι μας, το δώρο του Θεού και δεν μπορεί κανείς να μας το αποσπάσει, αν δεν το δώσουμε οι ίδιοι αντί πινακίου φακής. Τι όμως έχει να επισημάνει επί του παρόντος ο μόνος δικαιούχος; Ο νικητής του θανάτου, ο Χριστός που ήλθε να “διχάσει” ολόκληρη την κοινωνία με τις ανατρεπτικές ιδέες του και τις ριψοκίνδυνες πράξεις του, τόλμησε, το διεκήρυξε, αλλά και το έπραξε. “Γκρεμίστε το ναό τούτο, δηλαδή θανατώστε το σώμα μου που αποτελεί τον ναό της ψυχής, και εγώ θα τον ξανακτίσω σε τρεις ημέρες. Δηλαδή εγώ θα το αναστήσω”.

Με άλλα λόγια διεκήρυξε, ότι δεν υπάρχει θάνατος. Διακοπή υπάρχει προς ανάπαυση. Λύση του παρόντος βίου. Δηλαδή απελευθέρωση από τα δεσμά της ύλης, απαλλαγή, ανακούφιση, απολύτρωση από αυτή τη ζωή, για να ξεκινήσει μετέπειτα μια άλλη ζωή. Αυτές οι ιδέες του, χαρακτηρίσθηκαν ως βλάσφημες, από τους καθ' εαυτό βλασφήμους και υποκριτές. Κι' όμως ο Χριστός και πάλι απέδειξε εμπράκτως, ότι δεν ήταν βλάσφημος, ούτε πλάνος και αγύρτης, όπως οι κατήγοροί του. Αντιθέτως ήταν ο γνήσιος και μοναδικός εκφραστής της αληθινής ζωής, ο νικητής του θανάτου, που έχει την δύναμη και καλεί τον οδωδότα Λάζαρο εκ νέου στην ζωή. Με ποιό τρόπο; Με μία απλή φράση “Λάζαρε, έλα έξω!” (Ιω.11,43).

Ο Χριστός επίσης έρχεται και καθησυχάζει τους κλαίοντες για τον θάνατο της κόρης του Ιαείρου. “Μη κλαίτε δεν πέθανε, αλλά κοιμάται” (Λουκ. 8,52). Και στη συνέχεια το αποδεικνύει λέγοντας “Κόρη, σήκω” (Λουκ. 8,54). Έτσι απλά ο Χριστός επανέφερε την σωματική ζωή όταν ήθελε.

Στην περίπτωση της χήρας της Ναΐν, που σήκωνε τον σταυρό της χηρείας της και ξάφνου παρέστη ανάγκη να σηκώσει και δεύτερο σταυρό, τον θανάτο του μονάκριβου γιου της, έρχεται πάλι ο Χριστός και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Απαλύνει το φορτίο της χήρας, αίροντάς το ο ίδιος με έναν πρωτότυπο τρόπο. “Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι” (Λουκ. 7,15).

Αλλά ο Χριστός θαυματοποιώντας ποικιλοτρόπως, έδινε την λύση στα προβλήματα του ανθρωπίνου σώματος με απώτερο όμως στόχο να διεισδύσει στα ενδότερα του ανθρώπου και να τον θεραπεύσει ψυχικά. Γι' αυτό μετά την σωματική ίαση, συνήθως πρόσθετε το “πήγαινε καί μηκέτι ἁμάρτανε”. Γιατί το σωματικό πάθημα, αφετηρία είχε την ασθένεια της ψυχής. Έτσι λοιπόν προσπαθούσε παντί τρόπω να επιστήσει την προσοχή, μήπως το βάρος του σώματος καταπλακώσει το πνεύμα. Γιατί έτσι, με πνεύμα συντεθλιμμένο, κάποια στιγμή θα κατέρρεε και το σώμα. Εν προκειμένω λοιπόν η χήρα ψυχή, η οποία χάνει τον νυμφίο της, τον Λόγο του Θεού, ο οποίος σπέρνει σε αυτήν σπέρματα αγαθά, κάποια στιγμή χάνει και τον γιό της. Τον νουν της, ο οποίος πεθαίνει λόγω πνευματικής ασιτίας. Ο νους λοιπόν “σωριασμένος” στο νεκροκρέβατο του άψυχου σώματος. Αυτός είναι ο ύπουλος και επικίνδυνος θάνατος. Από αυτόν τον θάνατο έχει προσβληθεί η σύγχρονη υλιστική κοινωνία και ενώ νομίζει ότι ζει, κατ' ουσίαν είναι νεκρή, λόγω δεινής φρενοβλαβείας.

Κηδείες πάμπολλες τελούνται καθημερινώς στην πατρίδα μας. Νεανίσκοι και νεάνιδες κείτονται στα φέρετρα της πολύμορφης αμαρτίας. Γενοκτονία πρωτοφανής και ανεπανάληπτη, προστιθέμενη στην έτερη εγκληματική, αυτή των εκτρώσεων. Και όμως καμμιά μάνα “χήρα” δεν θρηνεί για τον εν λόγω χαμό. Γιατί; Γιατί η ίδια είναι “η φόνισσα” και σπάνια ο εγκληματίας νιώθει τύψεις συνειδήσεως. Πάντοτε όμως επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Στην περίπτωση αυτή όμως κάποια στιγμή, στην σκέψη της “χήρας” μάνας, δηλαδή της πρότερης φόνισσας, θα έλθει και θα θρονιασθεί “ο νεανίσκος γιός” της, ο νεκρός και θα παραμείνει εκεί ως επί γης ελεγκτής για τον άδικο χαμό του. Ως εκείνη την ώρα, οι πρότερες μητρυιές, όταν αντικρίζουν νεκροφόρες, ας χτυπούν κανένα ξύλο και ας ξεστομίζουν εκείνο το σπλαχνικό “μακριά από εμάς και όπου θέλει ας είναι”.

Αλλά έγινε τόσο υποκριτική και κοντόφθαλμη η κοινωνία, που εύκολα βλέπει το αγκαθάκι στο μάτι του συνανθρώπου, ενώ δεν ενοχλείται καθόλου από το παλούκι το μπηγμένο στα δικά της μάτια. Ας είμαστε κατά τα άλλα γεροί στο σώμα. Αυτό συνθέτει την ζωή. Όσο για τα άλλα περί ψυχής και πνεύματος, ούτε έχουμε ακούσει ποτέ και φυσικά δεν επιθυμούμε να ακούσουμε και τώρα. Είδαμε εν μέσω κορωνοϊού την ανθρώπινη αγωνία να κορυφώνεται για την σωματική υγεία. Πότε όμως η κοινωνία ανησύχησε τόσο εμφανώς για την πνευματική λοίμωξη. Πότε ανεζήτησε την ψυχική ευρωστία; Δυστυχώς σπάνια και μετά από ποικίλες τραγωδίες. Μετά από ανάγκη. Κατόπιν συμφεροντολογικής επιταγής. Τότε ανεφάνη και η γλοιώδης επαιτεία προς τον άγνωστο Θεό, τον μέχρι πρότινος λησμονημένο...

Κι όμως η ψυχική παραλυσία σκιαγραφεί τον πραγματικό θάνατο. Το είπε ο Θεός πατέρας στην παραβολή του ασώτου. “Οὗτος ὁ υἱός μου νεκρός ἦν καί ἀνέζησε” (Λουκ. 15,24). Γιατί όμως ήταν νεκρός; Δεν γλεντούσε με τις παρέες του θορυβωδώς και απελάμβανε τις ασωτίες του ηδυπαθώς; Σύμφωνα με τον Θεό όμως, αυτό δεν είναι ζωή, αλλά θάνατος. Η αμαρτία στο λεξιλόγιο του Θεού, αποτελεί συνώνυμη λέξη του θανάτου. Κάπως έτσι εκφραζόμενος και ο Ευριπίδης αναφωνεί “τό δέ ζῆν, θνήσκειν ἐστί”.

Πού βρίσκονται επί τέλους οι πρώτοι Χριστιανοί να επιδείξουν στην σύγχρονη κοινωνία την πραγματική έννοια και μορφή της ζωής, αλλά και του θανάτου; Πού βρίσκονται αυτοί οι αιώνιοι μάρτυρες, οι μεστοί πίστης και ελπίδας; Πού απεκρύβη η ηρωική αντιμετώπιση του θανάτου από τους εν λόγω, προκειμένου να εξαλείψει την δική μας απελπισία, αλλά και να στηλιτεύσει την δική μας αδιαφορία; Αν πραγματοποιήσουμε ένα οδοιπορικό στα αρχαία χριστιανικά κοιμητήρια και παράλληλα μελετήσουμε τις επιτάφιες επιγραφές, θα ανακαλύψουμε ένα ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό, που περικλείεται μέσα σε αυτήν την επιτάφια φιλολογία.

Αυτό που δημιουργεί την μέγιστη εντύπωση, είναι ότι η δήλωση του θανάτου στα “ληξιαρχεία” των μνημάτων, δεν γίνεται όπως στα χρόνια μας, χρησιμοποιώντας αντιχριστιανικές και άκρως μοιρολατρικές εκφράσεις, όπως ο σκληρός χάρος, η άπονη μοίρα και άλλες μελαγχολικές και ολότελα πεσσιμιστικές έννοιες υφαρπαγής και απαλλαγής από την ζωή. Ο μεταστάς δεν φεύγει για το άγνωστο, ούτε για το “μαύρο” σκοτάδι, αλλά πηγαίνει στους κόλπους των αγίων πατέρων. Πορεύεται προς συνάντηση της οικογενείας των αγίων ψηλά στους ουρανούς! Οπότε, πάει να αναπαυθεί, να κοιμηθεί, μέχρις ότου ο Χριστός ξυπνήσει όλη την ανθρωπότητα για την έναρξη της νέας ζωής. Της πραγματικής νέας εποχής. Έτσι λοιπόν οι επιτάφιες επιγραφές των πρώτων χριστιανών μιλούν για ύπνο, ανάπαυση, ανάληψη και πολλές μιλούν για ζωή εν Κυρίω ή εν αγίω.

Ανεπαύσατο Ονησίμη, κατηχουμένη, εν ειρήνη· ετών τεσσάρων”. Αγγελούδι 4 ετών η Ονησίμη. Όμως ο θάνατός του δεν εμπνέει στους γονείς θρήνους απελπισίας και σπαραξικάρδιες κραυγές. Οι πιστοί γονείς το προπέμπουν στην ανάπαυσή του εν ειρήνη. Ειρήνη, γαλήνη! Πού να βρεθούν αυτές οι έννοιες στις σύγχρονες ταραγμένες και ένοχες συνειδήσεις;

Όλα αυτά όμως, για να συμβούν σε εμάς τους απέλπιδες θρησκόληπτους νεοέλληνες, απαιτείται ίχνος πίστης. Κόκκος σινάπεως κατά τον Χριστό. Αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε αυτός. Οπότε οι μοναχογιοί της σύγχρονης Ναΐν, θα κηδεύονται καθημερινώς από τους υποκριτικά κλαίοντες και θρηνούντες γονείς τους, με την μουσική υπόκρουση του τραγουδιού, του ύμνου τους, “μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία”.

Κι όμως η ουσία η πραγματική είναι, ότι ουδέποτε έπαυσε ο Χριστός να καλεί τους νέους από το νεκροκρέβατο της αμαρτίας.

Νεανίσκε, σοί λέγω ἐγέρθητι”.

 

Αρίσταρχος

 

Κορυφή