Ο βοσκός, το κοπάδι, και οι λύκοι

«Περισσότερο χρειάζονται οι βοσκοί το κοπάδι,

παρά το κοπάδι τους βοσκούς».

Λέων Σέστωφ

 

Ο Θεός από την στιγμή που έπλασε τον άνθρωπο, στάθηκε δίπλα του καθοδηγώντας τον, σε όλες τις σκέψεις και λοιπές διεργασίες του. Υπήρξε ο μοναδικός και γνήσιος πατέρας που κρατούσε στιβαρά στα χέρια του την κηδεμονία του παιδιού του, που αποτελούσε ένα ξεχωριστό στολίδι σε όλη την πλάση. Σε μια πλάση όμως που διακρινόταν και η ίδια για την τελειότητά της, καθότι δημιουργήθηκε με θεϊκή σοφία.

Από την στιγμή όμως που ο άνθρωπος απεποιήθη και απέρριψε την κηδεμονία του Θεού πατέρα, ο Θεός από αγάπη δεν τον εγκατέλειψε. Στάθηκε διακριτικά μες στο περιθώριο, αλλά έθεσε ως μεσολαβητή την φύση να διδάσκει τον ανεπίδεκτο μαθήσεως μαθητή. Η φύση δηλαδή ολόκληρη επωμίσθηκε τον βαρύ και ασήκωτο ρόλο του παιδαγωγού. Η φύση με τον καταναγκασμό των νόμων της, προσανατόλιζε και καθοδηγούσε τον αγνοούμενο πνευματικά άνθρωπο, προς την πηγή. Προς τον Θεό!

Εδώ ακριβώς όμως συνίσταται η τραγική απόληξη του εκτροχιασμού της πτώσης του. Δηλαδή, ενώ είχε το προνόμιο ο άνθρωπος να βλέπει τον Θεό «κατάματα» και να τον ακούει μέσα στον παράδεισο, με την παρακοή του σύρθηκε στην σκληρή τιμωρία, να μη μπορεί πλέον να τον ξαναδεί. Γιατί όποιος τυχόν τον έβλεπε, θα πέθαινε. Τουλάχιστον αυτό είχε αναφέρει ευθέως ο ίδιος ο Θεός στον Μωυσή, όταν εκείνος «απήτησε» να τον δει κατά πρόσωπο.

Έκτοτε ο Θεός «εμφανίζεται» στον άσωτο υιό του με ποικίλους τρόπους. Φωτιές σεισμούς, κεραυνούς, βροντές, βοή, βιαία πνοή, αλλά και δροσερή αύρα. Επέλεξε όμως και άλλες παραστάσεις πιο ήπιες και προσιτές, όπως την εικόνα του βοσκού και του ποιμνίου του.

Όσοι είχαν την ευλογία να ζήσουν σε ορεινές κτηνοτροφικές περιοχές της πατρίδος μας, αλλά και όσοι είχαν την ευκαιρία της επισκέψεώς των, αντίκριζαν έναν βοσκό που κοπίαζε και μοχθούσε για το ποίμνιό του. Έναν βοσκό που γαλήνευε παλιότερα με την φλογέρα του τα πρόβατά του, αλλά κρατούσε και σφενδόνη και πέτρες, για να εκδιώκει επίδοξους ληστές, ως και λοιπά θηρία που στόχευαν να κατασπαράξουν το ποίμνιό του. Έναν βοσκό να προπορεύεται του κοπαδιού και πίσω του να τον ακολουθεί το ίδιο. Οι δε ποιμενικοί σκύλοι ακροβολισμένοι στα πλάγια και μετόπισθεν, ανελάμβαναν το έργο της φύλαξης του κοπαδιού από «λύκους βαρείς», αλλά και συνέτιζαν τα απείθαρχα πρόβατα, αναγκάζοντάς τα να επιστρέψουν στο κοπάδι.

Αυτή την εικόνα χρησιμοποίησε εκτεταμένα ο ίδιος ο Χριστός στη διδασκαλία του επί γης. «Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμήν ὁ καλός. Ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ιω. 10,11). Ο ποιμήν ο καλός «εγκαταλείπει» το ποίμνιο ολόκληρο και τρέχει να σώσει το ένα από τα 99. Τον ένα εκ των δώδεκα. Τον Ιούδα, τον υιό της απωλείας. Για την αμαρτωλή δε ψυχή της Σαμαρείτιδος, διέτρεξε πεζός χιλιόμετρα για να την βρει και την σώσει. Όπως επίσης, δεν άφησε τον Θωμά να περιπλανάται στην έρημο της απιστίας του και έκανε εξ’ αιτίας του την δεύτερη εμφάνισή του, ενώπιον των μαθητών. Τέτοιος βοσκός ήταν ο Δαυΐδ που πάλεψε με αγρίμια, μέχρι και με λιοντάρι, διαφυλάσσοντας τα πρόβατά του. Γι’ αυτό και δεν δειλίασε καθόλου να αναμετρηθεί με το ανθρώπινο κτήνος, τον αλλόφυλο Γολιάθ.

Έτσι λοιπόν καθοδηγούσε η μεσάζουσα φύση τον άνθρωπο να ενστερνισθεί τον ρόλο του ποιμένος στην καθημερινή ζωή του. Του ποιμένος που θα ποιμαίνει επιτυχώς πρώτα από όλους τον εαυτό του, μετέπειτα την οικογένειά του και θα κυβερνάει υπό ευρύτερη έννοια ομάδα ανθρώπων, κοινότητα, ολόκληρο λαό και κράτος, σύμφωνα πάντα όμως με το πρότυπο του ποιμένος Χριστού. Του κυβερνήτου του σύμπαντος.

 

Ο Διάβολος όμως επιδιώκει, όπου «τον παίρνει», να πατάει στα χνάρια του Χριστού, με στόχο να τα αλλοιώνει, προκειμένου να διεκδικήσει ανέντιμα για λογαριασμό του τα ανθρώπινα πρόβατα.

Έτσι συν τω χρόνω δημιούργησε τα δικά του κοπάδια, για την ακρίβεια τις δικές του αγέλες, από ομοειδή όντα ανθρώπινα, από ασύντακτο πλήθος, από όχλο, από μπουλούκια, από ποικιλόμορφο συρφετό.

Ένα τέτοιο κοπάδι διαβολεμένο είναι τα ποικίλα πολιτικά κόμματα που δεν πιστεύουν στον Θεό. Σ’ αυτά «ποιμένες» οι κομματάρχες, ποιμενικοί σκύλοι οι πολιτευτές, κοινώς οι βουλευτές, και ποίμνιο τα ανθρώπινα απολωλότα πρόβατα. Πολλές φορές το ποίμνιο μπορεί να απαρτίζεται και από άλλες κατηγορίες ζώων, όπως βοοειδή, αλλά και χοίροι. Αυτοί οι χοίροι όμως κάποια στιγμή δαιμονίζονται – γιατί κάπου πρέπει να καταφύγουν τα δαιμόνια, όταν εκβάλλονται από τον Χριστό– και έτσι πέφτουν στον γκρεμό. Τότε οι ποιμένες βρίσκονται χωρίς ποίμνιο περίλυποι. Χωρίς… περιουσία. Με χρεοκοπημένες τις επιχειρήσεις τους. Άλλες φορές όμως για να αποφύγουν τις πρότερες καταστάσεις οι εν λόγω «ποιμένες», δηλαδή οι κομματάρχες, καταφεύγουν σε απίθανες κινδυνολογίες, προκειμένου να κρατήσουν το κοπάδι μέσα στην στρούγκα του κόμματος, προς γενικώτερο άρμεγμα.

Βοσκός άλλωστε, αυτό σημαίνει. Βόσκει το κοπάδι του. Δηλαδή το οδηγεί σε βοσκότοπο της αρεσκείας του και το επιτηρεί ενώ τρώει. Για την πρότερη κατάσταση είχε μιλήσει παραστατικότατα εκείνα τα χρόνια ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ένεκα και της ιδιότητός του ως αρχιτσέλιγγας, λέγοντας ότι όποιο πρόβατο βγει από το μαντρί (το κόμμα) το τρώει ο λύκος. Όπου συνέφερε τους εν λόγω «ποιμένες», χρησιμοποιούσαν στοιχεία και εικόνες από την καταβιασμένη φύση, προκειμένου να διασφαλίσουν την αποπλάνηση των ανηλίκων πολιτών, μέσω της τρομοκρατίας. Μετέπειτα ακολουθούσε το μετά βουλιμίας καταβρόχθισμα του «προβάτου». Όμως ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον. Τον ήλιο της δικαιοσύνης που φωτίζει και τα πιο σκοτεινά ερέβη, αποκαλύπτοντας την αλήθεια. Την ωμή πραγματικότητα. Αυτήν της απάτης της εκμετάλλευσης και της γενικώτερης δολοπλοκίας, με απώτερο σκοπό την ανθρώπινη δουλεία.

Κάπως έτσι λοιπόν, ειδικά στις μέρες μας, απεδείχθη ότι οι πρότεροι ποιμένες, όχι μόνο δεν είναι ποιμένες, αλλά είναι λύκοι προβατόσχημοι. Λύκοι αναμεμειγμένοι μέσα στο κοπάδι που κατατρώγουν ύπουλα τα πρόβατα. Οπότε τα εν λόγω βρέθηκαν μόνα τους, ψάχνοντας λιβάδια προς βοσκή. Μόνα τους να πολεμούν τους εμφανείς εχθρούς, αλλά και τους ημφιεσμένους λύκους. Αυτούς που κρύβονται κάτω από ποικίλες προβιές. Αλλά επί των προτέρων τρεχουσών συνθηκών, ας αφήσουμε την λαϊκή μούσα να εκφρασθεί: «Πρόβατα ξυπνάτε, πιάστε τα υψώματα, λύκοι θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν πρόβατα». Και στην συνέχεια ο οξύνους τραγουδιστής, θέτει έναν επίλογο με την ρίψη αναλόγου συνθήματος: «Λύκοι δεν θα υπάρχουν, αν δεν υπάρχουν πρόβατα».

Αυτός είναι ο λόγος που στα χρόνια μας το 50% των ψηφοφόρων απέχει των εκλογών, αποστασιοποιούμενο από το μόνο δικαίωμα που του εναπέμεινε στην απόλυτα κατά τα άλλα δημοκρατική πατρίδα μας. Απαξιοί να ασχοληθεί και να δώσει αξία στους ανάξιους και τρομερά επικίνδυνους «ποιμένες» λύκους του πολιτικού στερεώματος. Αυτούς που τους διαχωρίζει μεταξύ τους μόνο το δόλωμα του χρώματος του κοπαδιού τους. Αρνείται πεισματικά να προσφέρει θυσία διά μέσου της ψήφου του στον βωμό της πιο επαίσχυντης ειδωλολατρίας, που ενέσκηψε στα χρόνια μας ως η πιο επικίνδυνη πανδημία, που δεν μπορεί να την ανακόψει κανένα τελευταίου τύπου εμβόλιο. Την πανδημία της πατριδολαγνείας, της εθνοπροδοσίας και της απαξίωσης κάθε ιερού και οσίου. Της προσβολής του ηθικού νόμου.

Έτσι ο πολύς κόσμος και ειδικά ο νέος, δεν εντάσσεται πλέον στην κόπρο του Αυγεία των ποικιλομόρφων κομμάτων, αφού αντελήφθη καλώς, ότι τα πρόβατα δεν έχουν ανάγκη τους εν λόγω τσομπάνηδες, καθότι εκείνοι κατά κύριο λόγο τα χρειάζονται για πάχυνση και τελικό σφάξιμο, προς διεύρυνση των χρηματοαποθηκών από μέρους τους. Έτσι πλέον κυβερνά μια ολιγαρχία με στείρα σκέψη, αφημένη στον παραλογισμό της Νερώνειας μεγαλαυχίας. Την ίδια ώρα όμως οι ίδιοι οι αυλοκόλακες που περιστοιχίζουν τους εν λόγω ολιγάρχες υπομειδιούν, θαυμάζοντες τις «καλλιτεχνικές» επιδόσεις τους.

Όμως αυτό που ανησυχεί υπέρμετρα, είναι ότι οι καθ’ εαυτού ποιμένες, οι διάδοχοι των αποστόλων, αυτοί που βρέθηκαν στην θέση και στον τόπο του μεγάλου αρχιερέως Χριστού, αυτοί παραπέμπουν στους επισκόπους που περιγράφει η Αποκάλυψη. Όνομα έχουν ότι ζουν, ενώ κατ’ ουσίαν είναι νεκροί. Νεκροί καθότι απαθέστατοι, συμπράττουν με την διεφθαρμένη πολιτειακή κάστα, κρατώντας πεισματικά σιγή ιχθύος. Άραγε σε ποιους απηύθυνε ο Χριστός το πρόσταγμα: «ἔρχομαι ταχύ κράτει ὅ ἔχεις»; (Αποκ. 3,12). Πάντως όχι στους θρησκευτικούς ποιμένες, αλλά στα αρνία, που πρόκειται να σφαγούν εθελουσίως. Διά της σιωπής λοιπόν έχουν συνυπογράψει με την άθεη πολιτεία όλους τους νόμους περί σοδομισμού και κάθε είδους ανωμαλία. Την ίδια στιγμή το δικαστήριο της Αμερικής χαρακτηρίζει την άμβλωση ως έγκλημα και ενώ ο πρωθυπουργός της χώρας μας μιλάει για οπισθοδρόμηση της κοινωνίας, οι ποιμένες μας και πάλι σιωπούν, σκεπάζοντας προκλητικά το «οὐ φονεύσεις».

Κι όμως τότε οι αείμνηστοι Πατέρες της εκκλησίας μας «τούς βαρεῖς ἤλασαν καί λοιμώδεις λύκους». Ενώ οι τωρινοί, βλέποντες απαθείς την εφόρμηση του λύκου, συνδιασκεδάζουν μαζί του.

Από την άλλη μεριά φωνάζει ο Πέτρος:

«Ποιμάνατε τό ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μή ἀναγκαστῶς ἀλλ’ ἑκουσίως,… τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Α΄ Πετρ. 5,2-4).

Την απάντηση στον Πέτρο την δίδει μεταγενέστερα ο Χρυσόστομος: «Αυτή των αρχόντων των Ιουδαίων η κατηγορία, ότι ποιμένες όντες τα των λύκων επεδείκνυντο. Ου γαρ μόνον ου διώρθουν το πλήθος, αλλά και ελυμαίνοντο αυτών την προκοπήν». (Ομιλία ΛΒ΄ στο κατά Ματθαίο ευαγγέλιο).

Μάλλον έφτασε ο καιρός της ελευθέρας βοσκής. Καιρός προσήλωσης στους λειμώνες του Κυρίου, ακούγοντας τα λόγια του. Γιατί «Τα λόγια Κυρίου λόγια αγνά, αργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τη γη κεκαθαρισμένον επταπλασίως» (Ψαλ. 11,7).

Όσο για τους ετέρους, τους «λύκους». «Δος αυτοίς, Κύριε, κατά τα έργα αυτών, και κατά την πονηρίαν των επιτηδευμάτων αυτών· κατά τα έργα των χειρών αυτών δος αυτοίς, απόδος το ανταπόδομα αυτών αυτοίς» (Ψαλ. 27,4).

Τελικά έχει δίκαιο ο Λέων Σέστωφ (υπαρξιστής φιλόσοφος ουκρανοεβραϊκής καταγωγής, Κίεβο 1866- Παρίσι 1938). Στις μέρες μας δεν χρειάζονται οι βοσκοί!

 

Αρίσταρχος

 

Κορυφή