ΠΑΤΗΡ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εξεφώνησε επιτάφιο λόγο στον πατέρα του, ο οποίος και αυτός ονομαζόταν Γρηγόριος. Σ' αυτόν μας δίδει ανάγλυφη την προσωπικότητα του πατέρα του και διηγείται ολόκληρη την ζωή του. Κοιμήθηκε 100 περίπου ετών, γεμάτος «χρόνια γήινα και ουράνια».

Ξεκίνησε ως υψιστάριος, δηλαδή οπαδός θρησκείας που ήταν κράμα από ιουδαϊκά και ειδωλολατρικά στοιχεία και με τη συνδρομή της συζύγου του Νόννας έγινε χριστιανός, ιερεύς και επίσκοπος. Έτσι υπήρξε κεφαλή και συγχρόνως θήραμα της Νόννας. Στην ιστορία του φαίνεται ότι ο γάμος έχει και ιεραποστολικό και αγιολογικό σκοπό και πως η πιστή γυναίκα, χωρίς να υπερβαίνει την θέση της και να αποκτά εξουσία που δεν συνάδει με το πνεύμα της Γραφής, μπορεί να καθοδηγεί και να πλάθει τον άνδρα της εκ του αφανούς με την βοήθεια των προσευχών και της αγάπης της. Συγχρόνως φαίνεται πως ο χριστιανός σύζυγος αγαπά, τιμά και αφήνει ελεύθερη την σύζυγο του να πρωτοστατεί σε έργα αγάπης και φιλανθρωπίας. Φαίνεται επίσης και κατανοείται ο περίφημος λόγος του αποστόλου Παύλου ότι ο χριστιανοί και ειδικά οι σύζυγοι πρέπει να είναι «υποτασσόμενοι αλλήλοις εν φόβω Χριστού» (Εφεσ. 5,20).

Στον επιτάφιο αυτό λόγο αποκαλύπτεται πόσο στοργικός υιός υπήρξε ο Γρηγόριος Θεολόγος, πόσο τιμούσε και σεβόταν τον πατέρα του, «που ήταν χριστιανός προτού εισέλθει στην Εκκλησία», και πόσο ο πατέρας του τον ενέπνευσε στην ζωή του. Τον λόγο εξεφώνησε ο Γρηγόριος παρουσία του φίλου του Μ. Βασιλείου και της μητέρας του Νόννας. Τον παραθέτουμε σε περιληπτική διασκευή, για να γίνει προσιτός στο ευρύτερο πλήρωμα της Εκκλησίας μας.

* * *

Ποιμένα σαν τον Γρηγόριο (πατέρα) είναι βέβαιο ότι το ποίμνιο δεν θα βρει. Αρκεί να μην είναι πολύ χειρότερος.

Πάντως και κεκοιμημένος δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του, αλλά είναι κοντά μας και μας ποιμαίνει και μας οδηγεί. Γνωρίζει τα πρόβατά του και κείνα τον γνωρίζουν. Δεν είναι ορατός σωματικά, μας συντροφεύει όμως πνευματικά, υπερασπίζεται το κοπάδι κατά των λύκων και δεν αφήνει κανένα επίβουλο να το παρασύρει. Τα επιτυγχάνει αυτά τώρα περισσότερο με τις πρεσβείες του από ό,τι πρωτύτερα με την διδαχή του. Γιατί είναι πιο κοντά στον Θεό, έχει αποτινάξει τα σωματικά δεσμά και έχει απαλλαγεί από την λάσπη που θολώνει τον νου και συναντά γυμνός γυμνόν τον πρώτο και κατακάθαρο νου, έχοντας κριθεί άξιος να λάβει θέση και παρρησία αγγελική.

 

Ας μιλήσουμε όμως για το πρόσωπό του.

Ήταν βλαστός από ρίζα όχι αξιέπαινη ούτε φυτρωμένη σε έδαφος ευσεβείας. Ήταν ολότελα αφύσικη και παράξενη. Κράμα από δύο αντίθετα την ελληνικήν πλάνη (ειδωλολατρία) και την νομική θαυματοποιΐα (ιουδαϊσμός). Κράτησε μέρος του ιουδαϊσμού και της ειδωλολατρίας. Αρνήθηκε τα είδωλα των εθνικών και τις θυσίες των Ιουδαίων και τίμησε την φωτιά και τις λυχνίες. Σεβόταν το Σάββατο και την φλυαρία για τα φαγητά περιφρόνησε την περιτομή. Υψιστάριος ήταν το θρήσκευμα του πατέρα μου. Σεβόταν τον Παντοκράτορα μόνο.

Κι όμως η χάρις και η προαίρεση του τον πήραν από την θρησκεία του και τον έφεραν σε μας. Μπορώ όμως να πω ότι ήταν δικός μας και πριν γίνει χριστιανός. Όπως η ζωή πολλών χριστιανών τους αποξενώνει από το σώμα της Εκκλησίας, έτσι και η ζωή πολλών μη χριστιανών τους κάνει πιστούς. Τους λείπει το όνομα αλλά έχουν έμπρακτη την ιδιότητα. Ήταν αγαπητός και σεμνός συγχρόνως. Σε είλκυε όχι με την προκλητικότητα και την τσαχπινιά, αλλά με την σεμνότητα της προσωπικότητάς του. Ένώ ήταν άρχοντας στην περιοχή του και ασκούσε εξουσία δεν πήρε ούτε το ελάχιστο νόμισμα από τη δημόσια υπηρεσία, εν αντιθέσει με άλλους που αρπάζουν με εκατό χέρια. Ως ανταμοιβή γι' αυτά νομίζω έλαβε την πίστη.

 

Η προσφορά της συζύγου του.

Η γυναίκα του ήταν ανδρεία όπως λέγει η Γραφή (Παρ. 31,10) και το καλύτερο λάφυρο των αγώνων του, όπως λέγει ο Ησίοδος (Έργα και ημέραι στ. 700). Ήταν ο τέλειος άνδρας και η τέλεια γυναίκα. Η συζυγία τους ήταν συζυγία όχι τόσο σωμάτων αλλά αρετής. Στον Αδάμ η Εύα από βοηθός έγινε εχθρός και από σύζυγος αντίπαλος. Με το ξύλο της γνώσεως τον αποξένωσε από το ξύλο της ζωής. Η δική του γυναίκα υπήρξε όχι μόνο σύζυγος στον αγώνα της ζωής αλλά και οδηγός και παιδαγωγός στην ευσέβεια. Οδηγούσε τον άνδρα της και αυτός ακολουθούσε. Και οι δύο αξιέπαινοι. Ο άνδρας περισσότερο αξιέπαινος, γιατί δάμαζε τον εγωισμό του, υποκύπτοντας θεληματικά στην θέληση της γυναίκας του. Εκείνη τον συνήρπαζε με την ομορφιά της ψυχής, που συντηρεί την θεία εικόνα ή την βοηθεί να ξανααποκτήσει την δύναμή της. Σαν σκουπίδια πέταξε στις γυναίκες της σκηνής τα βαψίματα και τα τεχνητά κάλλη.

Ευγενή καταγωγή είχε την ευσέβεια και πλούτο το να πτωχεύει διά τον Θεόν και διά τους πτωχούς. Η ευσέβεια δεν εμπόδιζε την νοικοκυροσύνη και η νοικοκυροσύνη την ευσέβεια. Και τα δύο τα εκτελούσε τέλεια και νικούσε με την ακρότητά της και τις νοικοκυρές και τις ευσεβείς. Ήταν τόσο τέλεια νοικοκυρά σαν να μην είχε σχέση με την λατρεία του Θεού και λάτρευε τόσο τέλεια τον Θεό σαν να μην είχε σχέση με ο,τιδήποτε οικιακό και κοσμικό.

Ήταν αδιαλείπτως προσευχόμενη, ήλπιζε ότι μαζί με την αίτηση θα έχει και το αιτούμενο. Σεβάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον το πρόσωπο του ιερέως, με νηστείες και αγρυπνίες αφαίρεσε τις σάρκες της, αγάπησε περισσότερο την παρθενία, μολονότι ανέχθηκε τον γάμο. Συμπαραστάτης των χειρών και των ορφανών, παρηγορητής των πενθούντων. Αυτά κάποιοι δεν τα πιστεύουν από φθόνο, αφού αυτοί δεν τα κατορθώνουν. Δεν πρέπει όμως να απορρίπτουμε όσα εμείς δεν κατορθώνουμε. Δεν είμαστε εμείς το κριτήριο, που θα κρίνουμε τους άλλους.

Ενδιαφερόταν ακόμη και για τις λεπτομέρειες. Δεν έδειξε ποτέ τα νώτα της στην αγία Τράπεζα, δεν έφτυσε ποτέ σε ιερό τόπο. Δεν μόλυνε την ακοή της με διηγήματα ειδωλολατρικά και θεατρικά τραγούδια ούτε την γλώσσα της. Ο πόνος της ήταν πάντοτε συγκρατημένος. Γνώριζε να υποτάσσει στα θεία κάθε τι το ανθρώπινο.

Με αφιέρωσε στον Θεό πριν γεννηθώ και αφού γεννήθηκα, και με την προσευχή της πέτυχε να συγκατατεθώ κι εγώ στην αφιέρωση αυτή. Όπως ο ήλιος φωτίζει και θερμαίνει απαλά το πρωί και δυναμώνει αργότερα έτσι ενεργούσε κι αυτή σε κάθε προσπάθειά της.

Νυμφεύθηκε ετερόδοξο αλλά η επιδίωξη να ενωθεί κι αυτός με την ορθόδοξη πίστη ήταν αδιάλειπτη. Νύχτα και μέρα προσευχόταν με νηστείες και δάκρυα για την σωτηρία της κεφαλής της. Δεν ήθελε να είναι ενωμένη με τον Θεό κατά το ήμισυ. Επιθυμούσε στην σωματική συνάφεια να προστεθεί και ο σύνδεσμος του Πνεύματος. Εργάσθηκε γι' αυτό ποικιλοτρόπως και πέτυχε στο τέλος να τον αλλάξει, όπως η σταγόνα νερού που πέφτει συνεχώς λειαίνει την πέτρα.

Περισσότερο φλεγόταν από πίστη παρά από νεότητα. Είχε εμπιστοσύνη στα ελπιζόμενα και όχι στα παρόντα, έχοντας πείρα της φιλοδωρίας του Θεού.

Στην αλλαγή του άνδρα της συνετέλεσε και όνειρο που είδε ο ίδιος και διάφορα άλλα σημεία. Είδε ότι έψαλλε «Με έκαναν να χαρώ αυτοί που μου είπαν, θα πάμε εις τον οίκον του Κυρίου» (Ψαλμ. 121,1). Μαζί με την ψαλμωδία εισήλθε και ο πόθος να γίνει χριστιανός.

Τότε πέρασαν από τον τόπο τους αρχιερείς που πήγαιναν στην Νίκαια για ν' αντικρούσουν τον Άρειο. Εξομολογήθηκε τον πόθο του και ο Λεόντιος, μητροπολίτης της περιοχής, άρχισε την κατήχηση. Ενώ δεν έπρεπε να γονατίσει εκείνος εγονάτισε όπως γονατίζουν στην χειροτονία και έτσι αναμιγνύεται το τυπικό της κατηχήσεως με το τυπικό της χειροτονίας. Αυτό ήταν σημάδι της μελοντικής του ανελίξεως. Αμέσως μετά το βάπτισμα τον περιέστραψε φως και λάμψις αντάξια της διαθέσεώς του. Ο Λεόντιος τότε κραύγασε δημόσια ότι με ώθηση του Πνεύματος έχρισε τον διάδοχό του.

Ας θυμηθούμε εδώ τον Μωυσή και την καιόμενη βάτο που ήταν η απαρχή της αφιερώσεως του, το όραμα του Ησαΐα με τα σεραφείμ που τον καθάρισε ψυχικά, τον Ιερεμία που του δόθηκε δύναμη κατά εθνών και βασιλέων, τον Παύλο που τον περιέλαμψε φως ενώ ήταν ακόμη διώκτης. Έτσι θα καταλάβουμε και τα σημεία που παρουσιάστηκαν στον πατέρα μου. Τα σημεία αυτά συνέχισαν και μετά.

Του εμπιστεύτηκαν την ιερωσύνη, όχι με την τωρινή ευκολία και αταξία, αλλά μετά από κάποιο διάστημα, ώστε και να καθαρθεί και να αποκτήσει την δύναμη να καθαίρει. Αυτός είναι ο νόμος της πνευματικής ακολουθίας.

 

Ποιμαντικό έργο του Γρηγορίου

Πήρε μια Εκκλησία γεμάτη από βάτους και αγριόχορτα, χωρίς ποιμαντική προστασία και υποδομή από πριν, και πέτυχε πολλά. Κυρίως με το παράδειγμά του και όχι με λόγια. Δεν είχε την πρώτη θέση σαν ρήτορας, αλλά υπερέβαλλε όλους στην ευσέβεια. Επιδόθηκε στην μελέτη των θείων λόγων και, αν και οψιμομαθής, κατάφερε να μη υστερεί από αυτούς που είχαν κοπιάσει πολύ κι από χρόνια και να καταστεί πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας. Δεν πήγε με τις περιστάσεις ούτε έδειξε χλιαρότητα. Αναγνώριζε ένα Θεό που προσκυνείται σε τρία πρόσωπα και τα πρόσωπα αυτά συγκεντρωνόταν στην ίδια θεότητα. Με το πρώτο απέρριπτε τον Σαβέλλιο, που έλεγε ότι ο Θεός παρουσιάστηκε με μάσκες, άλλοτε σαν Πατήρ, άλλοτε σαν Υιός και άλλοτε σαν άγιο Πνεύμα. Με το δεύτερο απέριπτε τον Ἀρειο που συνέστελε την θεότητα σε άνισες μονάδες ως προς το μέγεθος και την φύση.

Ο πατέρας μου κατάφερε να γίνει ο νέος Νώε και να κάνει την Εκκλησία του κιβωτό, που υψώθηκε πάνω από τον κατακλυσμό των ψυχών και πέρα από την επίδραση των αιρετικών. Δημιούργησε την νέα Ιερουσαλήμ η οποία αν και υπολειπόταν στον πληθυσμό δεν υπολειπόταν στην υπόληψη. Συνέβη με αυτήν ότι και με την Βηθλεέμ, που αν κι μικρή πόλη κατέστη η μητρόπολη της οικουμένης, ως τροφός και μητέρα του Χριστού, που δημιούργησε τον κόσμο και τον νίκησε.

 

Δεν γνωρίζω τι να πρωτοαριθμήσω

και τι να παραλείψω από τα κατορθώματά του.

Η καλή γνώση του βίου του εν τέλει με ενοχλεί στην σύνταξη αυτού του λόγου.

 

Κανείς δεν είχε περισσότερο ενδιαφέρον για τα κοινά απ' αυτόν. Και κανείς δεν αντιμετώπιζε τα οικογενειακά του πιο φιλοσοφικά απ' αυτόν. Την περιουσία του την διοικούσε σαν διαχειριστής. Κυρίους θεωρούσε τους πτωχούς, ξόδευε γι' αυτούς όχι μόνο από τα περισσεύματα αλλά και από τα απαραίτητα. Εκείνος σκόρπιζε την περιουσία του για τους άλλους, πιο χαρούμενα απ' ότι μαζεύουν οι άλλοι για τον εαυτό τους. Δεν είχε μόνο δόση αλλά και προθυμία. Φρόντιζε χάριν των αξίων να δίδει και στους αναξίους, παρά να αδικήσει κάποιον άξιον από φόβο μη δώσει σε ανάξιο. Πίστευε ότι το ψωμί σου και στο νερό να το ρίξεις θα το υπολογίσει ο δίκαιος κριτής. Δεν χάνεται τίποτα από την αξιολόγησή του.

Είχε μεγαλοψυχία και αφιλοδοξία. Άφηνε την γυναίκα του να δίδει ό,τι ήθελε κι ας μη φαινόταν αυτός. Γι' αυτήν ούτε ο Ατλαντικός ωκεανός θα έφθανε για να δίδει νερό. Έκανε το αντίστροφο απ' ότι κάνει η βδέλλα. Αντί να ρουφά αίμα, ήταν απλόχερος αιμοδότης. Όχι μόνο την περιουσία της σκορπούσε, αλλά και τον εαυτό της και τα παιδιά της θα τα πουλούσε πρόθυμα για να ελεήσει τους πτωχούς. Αυτή λοιπόν φαινόταν στις δωρεές και όχι αυτός. Δύσκολα βρίσκουμε σε άλλον να παραχωρεί την δόξα των δωρεών και το φαίνεσθαι των ευεργεσιών.

Μίσησε την κακία και τίμησε την αρετή. Υπήρξε δίκαιος αλλά και επιεικής. Προτιμούσε την βακτηρία από την ράβδο. Ήταν συμπαθής στους αμαρτάνοντας και εις τους ευδοκιμούντας συμπαραστάτης. Τα μάτια του ήταν στραμμένα στα προβλήματα των άλλων και όχι στα δικά του.

Ήταν ταπεινός αληθινά και ουσιαστικά και όχι επίπλαστα και επιφανειακά. Ήταν απροσέγγιχτος στην αρετή και προσηνέστατος στην συναναστροφή. Απέφευγε την μεγαλοπρέπεια αλλά και το ευτελές. Δεν ενδιαφερόταν για τη γνώμη του εξωτερικού κόσμου, αλλά πως να είναι άριστος στον εσωτερικό του κόσμο.

Κύριο γνώρισμά του η απλότητα και η ακακία του. Αυτά ήταν το χαρακτηριστικό του. Ο Στέφανος ο πρωτομάρτυς πρόσφερε στον Θεό καρπό μεγαλύτερο από τον μαρτυρικό του θάνατο την ακακία του. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Δεν κρατούσε τίποτα δι' όσους τον στενοχωρούσαν και τον θύμωναν. Και μέσα στον θυμό του, όταν επιτιμούσε τους πιστούς, παρόλο που είχε μεγάλο ζήλο για τα πνευματικά, κρατούσε την γαλήνη του. Η επίπληξή του ήταν σαν το κεντρί της μέλισσας, που δεν θανατώνει όμως, λόγω της υπεράνθρωπης φιλανθρωπίας του.

Ήταν ήρεμος και δραστήριος. Αν και αυτά δεν συνυπάρχουν και συνήθως αντιμάχονται. Είσαι ήρεμος και άπρακτος ή δραστήριος και τραχύς. Ήταν φρόνιμος ως όφις και ακέραιος ως η περιστερά. Δεν άφησε η φρόνηση να μεταβληθεί εις κακία ούτε η απλότης εις ανοησία. Παντού υπήρχε ισορροπία και τέλειος συνδυασμός.

 

Ο Θεός επιβεβαίωσε την αξία του με πολλά σημεία. Αναφέρουμε μερικά.

Είχε κάποτε ασθενήσει βαρειά. Ασθενούν βλέπετε και οι άγιοι για ν' απαλλαγούν από την λίγη λάσπη που έχουν, για να δοκιμαστεί η αρετή τους και να παιδαγωγηθούν οι ασθενέστεροι από τα παθήματά τους και την υπομονή τους. Τον έκαιε ο πυρετός, δεν μπορούσε να φάει και να κοιμηθεί, τον συγκλόνιζαν οι σπασμοί, το στόμα του ήταν γεμάτο εξανθήματα, ούτε νερό δεν ήταν εύκολο να περάσει, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Κι όλα αυτά την περίοδο του Πάσχα. Οι ιατροί αλλά και οι προσευχές των δικών του δεν έφεραν αποτέλεσμα.

Εγώ βρισκόμουν στο ιερό έτοιμος να τελέσω την λειτουργία της αναστάσεως. Είχα αγωνία μήπως μαζί με την ανάσταση τελούσα και την κηδεία του πατέρα μου. Μήπως μαζί με την χαρά της αναστάσεως νιώσω και την λύπη της εκδημίας. Το ποίμνιο, η μητέρα μου, εγώ, ζητούσαμε από το ιερό τον ιερέα, από το μυστήριο τον μυσταγωγό, από τον Θεό τον άξιο παραστάτη. Και ο Θεός εκείνη την βραδιά τον σήκωσε από το κρεβάτι, προσευχήθηκε με σωματική αδυναμία και πνευματική δύναμη. Ήταν εις το βήμα χωρίς να υπάρχει βήμα, θύτης χωρίς θυσιαστήριο, ιερουργός μακριά από τα τελούμενα. Τα τελούμενα ήταν μπροστά του και με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος τα αντιλαμβανόταν μόνο αυτός, χωρίς να τα βλέπουν οι άλλοι. Πρόσθεσε τους λόγους της ευχαριστίας, ευλόγησε και ξανά ευλόγησε τον λαό και ανακλίθηκε πάλι στο κρεβάτι του. Πήρε λίγη τροφή, κοιμήθηκε και ξαναβρήκε τις δυνάμεις του σιγά-σιγά μέσα σε μια εβδομάδα. Την Κυριακή του Θωμά προέστη της θείας λειτουργίας κανονικά. Το θαύμα δεν είναι κατώτερο από την ίαση του βασιλιά Εζεκία στην Παλαιά Διαθήκη, όταν προσευχήθηκε και ο Θεός του έδωσε προσθήκη ζωής.

 

Παρόμοιο θαύμα έγινε και με την μητέρα μου λίγο αργότερα. Υπέφερε από ατροφία και δεν εύρισκε φάρμακο. Και βλέπει όνειρο να έρχομαι εγώ με πανέρι και ψωμιά εξαιρετικά. Ευχήθηκα και τα σφράγισα, της έδωσα να φάει και να αναρρώσει. Το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Την άλλη μέρα η μητέρα μου ήταν καλύτερα.

 

Και ένα τρίτο θαύμα που έγινε σε μένα με τις προσευχές των δικών μου και μάλιστα της μητέρας μου. Ταξίδευα από Αλεξάνδρεια για Αθήνα σε περίοδο που δεν γινόταν ταξίδια. Έπιασε τρικυμία άνευ προηγουμένου και κινδυνεύαμε να βυθιστούμε. Ήμουν αβάπτιστος και παρακαλούσα να σωθώ για να βαπτιστώ και να μη χαθώ πνευματικά. Αργότερα όπως έμαθα οι γονείς μου, που αγωνιούσαν από φαντασία νυχτερινή για μένα, προσευχόταν καταπραΰνοντας έτσι τα κύματα. Κάποιο παιδί που πολύ αγαπούσα και ένιωθε αγωνία για μένα είδε την μητέρα μου να βαδίζει πάνω στην θάλασσα και πιάνοντας το πλοίο να το τραβά στην ξηρά, όχι με πολύ κόπο.

 

Αντιμετώπισε τον Ιουλιανό τον Παραβάτη δημόσια με προσευχές και δεήσεις ολοκλήρου του λαού πολύ συχνά, ιδιωτικά δε με χαμαικοιτία, ταλαιπωρώντας το γεροντικό σώμα του, και ποτίζοντας με δάκρυα το έδαφος για περίπου ένα χρόνο. Κι όλα αυτά μυστικά, χωρίς να τα αποκαλύπτει σε μας. Και δεν θα το ξέραμε, αν κάποια στιγμή δεν εισερχόμουν ξαφνικά στο δωμάτιό του και δεν μάθαινα τα νυκτερινά μυστικά του.

 

Φρόντισε για την εκλογή σωστών επισκόπων για την Καισάρεια. Την πρώτη φορά που υπήρξαν πολλές αντιμαχόμενες μερίδες και με πάθος διεκδικούσαν την εκλογή του δικού τους υποψηφίου ή γιατί ήταν φίλος και γνωστός, είτε από ευλάβεια, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο εκλεκτός του Θεού. Κάποτε ομονόησαν να γίνει κάποιος με εξαίρετο βίο, που όμως ακόμη δεν είχε βαπτιστεί και φυσικά δεν ήθελε και ο ίδιος. Ήταν ο Ευσέβιος ο οποίος μετέπειτα χειροτόνησε ιερέα και τον Μ. Βασίλειο. Διά της βίας προσηνέχθη εις τους επισκόπους για να τον χειροτονήσουν. Το πράγμα δεν έγινε κανονικά αλλά με πολλή πίστη και διάπυρο ζήλο.

Αργότερα όμως άλλαξαν και άρχισαν να να μη εγκρίνουν την χειροτονία. Το θέμα χειροτέρεψε και με την επέμβαση του βασιλιά, ο οποίος ήταν αρειανός τότε και απλώς ζητούσε να εκτραχύνει την κατάσταση. Καλούσε με επιστολές εκείνους που χειροτόνησαν τον επίσκοπο ως κατηγόρους του. Έστειλε και στον πατέρα μου. Εκείνος όμως αντέστη και είπε ότι δεν είναι θέμα του βασιλιά να επεμβαίνει στα εκκλησιαστικά. Αυτή η αντίδραση ηρέμησε την κατάσταση. Έτσι ένας απλός επίσκοπος μικρής πόλεως έγινε ο ρυθμιστής της καταστάσεως. Οι κατέχοντες υψηλούς θρόνους και τίτλους τίποτα δεν συνετέλεσαν στην ειρηνική κατάληξη του προβλήματος. Και φάνηκε ότι την Εκκλησία διοικούν οί άγιοι ασχέτως αξιωμάτων και τιμητικών διακρίσεων.

Ο πατέρας μου αναμίχθηκε και στην χειροτονία του Μ. Βασιλείου ως επισκόπου Καισαρείας μετά το θάνατο του Ευσεβίου. Στην αρχή με επιστολές, αργότερα αν και γέρων 95 ετών, άρρωστος, κατάκοιτος, ζωντανό πτώμα, μετέβη με φορείο στην Καισάρεια για να συντελέσει στην χειροτονία του Μ. Βασιλείου. Πήγε τον ψήφισε και με τη παρουσία του συνετέλεσε να πεισθούν και οι άλλοι επίσκοποι να τον εκλέξουν. Αν υπήρξε ο Μ. Βασίλειος επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας και με τη δράση του κράτησε την ορθοδοξία ζωντανή, αυτό οφείλεται και στον άγιο Γρηγόριο επίσκοπο Ναζιανζού. Οι επίσκοποι που ήταν αντίθετοι στη χειροτονία του Μ. Βασιλείου δεν υπέφεραν την ήττα τους από τον γέροντα επίσκοπο και του δημιουργούσαν ζητήματα και τον έβριζαν. Εκείνος με την υπομονή και την καρτερία του τους νίκησε δεύτερη φορά με την συμπεριφορά του και τους ανάγκασε να τον παραδεχθούν ως πατριάρχη, νομοθέτη και δικαστή τους. Ο Γρηγόριος αντιμετώπισε την αθλία συμπεριφορά τους με φιλοσοφία, διότι θεώρησε φοβερό κάποιος που νικά στα πράγματα να υποφέρει και να νικάται από την γλώσσα των αντιπάλων του. Τους αντιμετώπισε με απάθεια και τους αιχμαλώτισε.

 

Με την ίδια θέρμη και αποφασιστικότητα αντιμετώπισε και τους αιρετικούς οι οποίοι υποστηριζόταν από τον ασεβή και αιρετικό βασιλιά. Κι αυτός πολέμησε, και εμάς (Βασίλειο και Γρηγόριο) μας οδήγησε εναντίον αυτών των αγρίων θηρίων σαν εξησκημένα κυνηγόσκυλα, γυμνάζοντας μας έτσι στους αγώνες υπέρ της ευσεβείας.

 

Δεν θα αντιπαρέλθω την χρονία ασθένειά του, που τον ταλαιπωρούσε κάθε μέρα και κάθε ώρα και πρόσθετε στο γήρας του και άλλο πόνο και ταλαιπωρία. Αυτό ήταν το κοινό του σημείο με άλλους ανθρώπους. Το άλλο όμως σημείο που τον διέκρινε ήταν εντελώς δικό του ήταν ότι η ασθένεια υποχωρούσε και εύρισκε θεραπεία όταν λειτουργούσε. Υποχωρούσε το πάθος, σαν να το φυγάδευε κάποια εντολή. Έζησε έτσι περί τα 100 έτη, πέρα από τα όρια που ο Δαυΐδ καθορίζει δια την ζωή μας, ασκώντας την ιερωσύνη και έχοντας γήρας έντιμο. Κοιμήθηκε μέσα σε λόγους και σχήματα προσευχής και αφήνοντας πλήθος υπομνήματα αρετής, χωρίς ίχνος κακίας. Γι' αυτό ο σεβασμός προς αυτόν δεν ήταν κατ' άνθρωπον. Όποιος τον θυμάται ασπάζεται την φανταστική εικόνα του, θέτοντας το χέρι στο στόμα.

 

Ανήγειρε επίσης ναό μεγαλύτερο από τους περισσοτέρους και ωραιότερος από όλους σχεδόν. Τα περισσότερα χρήματα τα έδωσε ο ίδιος. Αυτός ο ναός έκανε ξακουστή την πόλη μας στους περισσοτέρους. Ιερέα έδωσε από το σπίτι του· εμένα. Δεν ξέρω αν ήταν ανάλογος με τον ναό. Πάντως είχε παθήματα και υπομονή στα δεινά. Ήταν σφάγιο πνευματικό και όχι θύμα νομικό. Ήταν λογική θυσία ολοκαρπώσεως.

 

Πατέρα μου συγχώρησε με διά τον λόγο μου, για όσα παρέλειψα και για όσα προσέθεσα. Γνώρισε με μόνο σε ποιό αναβαθμό της δόξας ευρίσκεσαι και το φως που σε κυκλώνει.

 

Δυό λόγια για την πνευματική Σάρρα,

την σύζυγο του μεγάλου πατέρα μας Αβραάμ

και με αυτά θα τελειώσω τον επικήδειο λόγο μου.

 

Δεν είναι μητέρα μου ίδια η φύση του Θεού και των ανθρώπων, ή μαλλον των θείων και των επιγείων. Ο Θεός έχει το αμετάβλητο και την αθανασία. Εμείς έχουμε την μεταβολή και την θνητότητα. Τα πάντα ρέουν και φθείρονται. Νομίζουμε ότι ο θάνατος και η ζωή διαφέρουν, ενώ αλληλοπεριχωρούνται και αντικαθιστούν το ένα το άλλο. Εμείς φοβόμαστε όσα δεν είναι φοβερά και αυτά που είναι άξια φόβου τα δεχόμαστε. Η αγιότητα είναι η ζωή και η αμαρτία είναι ο θάνατος. Όσα τα θαυμάζουμε και μεγαλοφρονούμε γι' αυτά όταν τα έχουμε είναι όνειρα και απατηλές φαντασίες της ψυχής. Συνεπώς αφού έχουν έτσι τα πράγματα ούτε για τη ζωή θα μεγαλοφρονήσουμε ούτε για τον θάνατο θα λυπηθούμε υπερβολικά. Γιατί φοβερό ο θάνατος τη στιγμή που πάμε στην αληθινή ζωή, γλιτώνουμε από μεταστροφές, ιλίγγους, φορολογία και βρεθούμε σε όσα είναι σταθερά και δεν ρέουν. Βρεθούμε εμείς τα μικρά φώτα να χορεύουμε γύρω από το μέγα φως.

Μητέρα μου σε λυπεί ο χωρισμός του συζύγου; Ας σε ευφραίνει η ελπίδα. Είναι η χηρεία φοβερό; Δεν είναι όμως για εκείνον. Ας μη σκέπτεσαι μόνο τον εαυτό σου αλλά και την ευτυχία εκείνου. Αυτό είναι αληθινή αγάπη. Αλλά γιατί να είναι και σε εσένα φοβερή η αναχώρησή του, αφού σε λίγο φεύγεις και συ; Η λύπη δεν θα μείνει για πολύ. Χάσαμε μεγάλα, γιατί πετύχαμε και μεγάλα. Το να χάνουν είναι η μοίρα όλων όσων επιτυγχάνουν. Υπέφερες την απώλεια των παιδιών σου ενώ ήταν νέοι με ανδρισμό και φιλοσοφία. Έτσι υπέφερε τώρα και την κατάθεση γηραλέου εξηντλημένου σώματος. Είναι ο Ισαάκ κοντά σου να σε φροντίσει (ο Γρηγόριος ο Θεολόγος). Ζήτησε χειραγωγία και υπακοή και δώσε ευλογία και τις προσευχές σου. Επιτέλους σκέψου ότι είμαστε άνθρωποι και προπέμπουμε ανθρώπους.

 

Για την διασκευή·

αρχιμ. ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

 

Κορυφή