Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

 Εμείς οι άνθρωποι νομίζουμε ότι μόνο η δόξα, η επιτυχία, η νίκη, η δύναμη είναι αυτά που μας προσφέρουν ευτυχία και ικανοποίηση και ότι ο οιοσδήποτε σταυρός είναι κάτι το αποτρόπαιο και αποφευκτέο πάση δυνάμει. Φορούμε τον σταυρό πάνω μας, τον έχουμε σαν φυλαχτό στο αυτοκίνητό μας, σταυρώνουμε τον εαυτό μας την ώρα των ακολουθιών και της προσευχής, προσκυνούμε τα άχραντα πάθη του Κυρίου και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν στο μαρτύριό του, αλλά αποφεύγουμε τον σταυρό σαν γεγονός στη ζωή μας και κινούμε γη και ουρανό για να το αποφύγουμε.

Κι όμως στη Γραφή φαίνεται ότι ο σταυρός δεν είναι κάτι το μειωτικό και μη αρμόζον στη μεγαλοπρέπεια και στη παντοδυναμία του Θεανθρώπου.

«Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» (Ιω. 12,23)· είπε ο Ιησούς στους μαθητές του, όταν πλησίαζε ο καιρός του σταυρικού του πάθους.

Και όταν ο Ιούδας εξήλθε από το Μυστικό Δείπνο, για να φέρει εις πέρας το σιχαμερό του έργο, τότε ο Ιησούς αναφώνησε· «νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιω. 13,31).

Δόξα λοιπόν θεωρεί ο Χριστός το πάθος του και την προδοσία του μαθητού του! Και η ορθόδοξη Εκκλησία αντί της ιστορικής επιγραφής που έθεσε ο Πιλάτος πάνω στο σταυρό του Χριστού, «Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ιω. 19,19), θέτει την θεολογική επιγραφή «Ο βασιλεύς της δόξης», για να νοηματοδοτήσει στο πλήρωμα της Εκκλησίας τι σημαίνει σταυρός.

 

Βέβαια ο Χριστός στην προσευχή του στον κήπο της Γεθσημανή λίγο πριν του πάθους «ήρξατο λυπείσθαι και αδημονείν» σαν άνθρωπος που ήταν. Και ζήτησε από τον επουράνιο πατέρα του· «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστί, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,39). Το ανθρώπινο θέλημα υποτάσσεται πλήρως στο θείο. Όχι όπως οι μαθητές οι οποίοι ενώ ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα για να θυσιαστεί ζητούσαν επιτακτικά και εγωιστικά «διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ό εάν αιτήσωμεν ποιήσης ημίν» (Μαρκ. 10,35).

Εδώ ο Χριστός, εκτός από το ότι υπήρξε αληθής άνθρωπος, αποκαλύπτει πως θα πρέπει να φερθούμε όταν φθάσουμε σε τέτοιες οριακές στιγμές. Ο Χριστός ενεργεί έτσι  και πάσχει τα ανθρώπινα και για λόγους διδακτικούς. Κατά τάλλα θεωρεί όντως το πάθος του ως δόξα. Άλλωστε και οι άγιοι έτσι το θεωρούν. Προσεύχονται μεν ως άνθρωποι ο Θεός να τους απαλλάξει από τα δεινά, αλλά όταν μάθουν το θείο θέλημα, τότε χαίρονται και καυχώνται για τις δοκιμασίες τους.

 

Ο Παύλος είχε πολλά οράματα και πολλές αποκαλύψεις. Και για να μη περηφανευτεί παραχώρησε ο Θεός να δοκιμάζεται από τον σκόλοπα της σάρκας. Άνθρωποι του σατανά τον κτυπούσαν συνεχώς και σωματικά και πνευματικά. Παρακάλεσε το Θεό να τον λυτρώσει πολλές φορές και κείνος του απάντησε· «όχι Παύλε σου αρκεί η χάρις που σου δίδω, διότι η δύναμη μου ολοκληρώνεται και τελειοποιείται, όταν σε βασανίζει ασθένεια πάσης μορφής».

Μετά την απάντηση αυτή του Θεού ο Παύλος δηλώνει ότι με ικανοποίηση και ηδονή θα καυχάται για τις ασθένειες του, γιατί ξέρει ότι τότε η χάρη του Θεού θα επισκηνώσει πάνω του. Επιθυμεί και ποθεί να αντιμετωπίζει ασθένειες, ύβρεις, ανέχειες, διωγμούς, στενοχώριες, «όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμί» (Β΄ Κορ. 12,9). Οι χριστιανοί είναι πάντοτε, όπως λέγει αλλού ο Παύλος, «ως αποθνήσκοντες και ιδού ζώμεν…ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες…ως μηδέν έχοντες και  πάντα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. 6, 9-10).

 

Αυτό που ισχύει για τους ανθρώπους, αυτό ισχύει και για τον Θεάνθρωπο.

Ο Θεάνθρωπος ποτέ δεν είναι τόσο δυνατός όσο όταν είναι τέλεια ασθενής. Ποτέ δεν είναι τόσο μεγαλόπρεπα δοξασμένος όσο όταν είναι τέλεια νικημένος. «Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει (Ιω. 12,24). Ασχέτως αν «Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν» οι απόστολοι κηρύττουν «Χριστόν εσταυρωμένον», που για τους Ιουδαίους είναι σκάνδαλο και για τους εθνικούς μωρία (Α΄ Κορ. 1,22-25), γιατί γνωρίζουν και έχουν εμπειρία, ότι όχι μόνο «τα σημεία, τα τέρατα και οι δυνάμεις», όπως ονομάζονται τα θαύματα στη Γραφή, αλλά και  ο σταυρός είναι η δόξα του Χριστού και η δύναμη.

 

Όταν ο Πέτρος, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, ομολόγησε την θεότητα του Χριστού, αμέσως ο Χριστός προείπε το θάνατο και την ανάστασή του (Ματθ. 16,16-21).

Ήθελε ν’ αποκαλύψει στους μαθητές του ότι το ότι είναι Θεός δεν αποκλείει ότι θα πεθάνει, αφού είναι και άνθρωπος και προσέλαβε την σάρκα του Αδάμ. Αλλά η ειδοποιός διαφορά θα είναι ότι, ενώ θα πεθάνει σαν άνθρωπος, δεν θα παραμείνει στην εξουσία του θανάτου, διότι θ’ αναστηθεί.

Επίσης ήθελε να τους αποκαλύψει το ότι είναι Θεός, δεν σημαίνει ότι θα παραμένει ανίκητος σαν τους ειδωλολατρικούς θεούς, που από complex θα λέγαμε, δεν δεχόταν να νικηθούν από τους ανθρώπους, αλλά θα γίνει κάτι το θαυμαστό που θα γελοιοποιήσει και θα ταπεινώσει τους εχθρούς του· θα τους νικήσει μέσα από την αδυναμία του και την φαινομενική ήττα του, με την ανάστασή του.

 

Δυστυχώς ο Πέτρος δεν τα κατάλαβε αυτά και άρχισε να επιτιμά τον διδάσκαλό του, μ’ αποτέλεσμα ν’ ακούσει το γνωστό· «ύπαγε οπίσω μου σατανά· σκάνδαλόν μου ει· ότι ου φρονείς τα του Θεού αλλά τα των ανθρώπων» (Ματθ. 16,23).

Αμέσως μετά ο Χριστός προειδοποίησε τους μαθητές του, και μέσω αυτών τους ανά τους αιώνες πιστούς, ότι όχι μόνο δεν πρέπει να τον εμποδίζουν από τη σταύρωση, αλλά αντίθετα ο κάθε χριστιανός που θέλει να τον ακολουθήσει, πρέπει, αφού απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει κι αυτός, μιμούμενος τον διδάσκαλό του, τον προσωπικό  σταυρό του. Κι όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, δηλαδή να είναι συνεχώς νικητής, επιτυχημένος, ασφαλισμένος, τακτοποιημένος και ατσαλάκωτος, αυτός θα τη χάσει. Εκείνος όμως που θα τη χάσει για το Χριστό και εν Χριστώ, δηλαδή θα νικηθεί, θ’ αποτύχει, θα κακοπάθει, θα μαρτυρήσει, χωρίς να μισήσει τους εχθρούς του ούτε ν’ ανταποδώσει το κακό που του κάνανε, εκείνος θα την σώσει. Και όχι μόνο θα την σώσει αλλά θα αμειφθεί και θα δοξασθεί από το Θεό με αμάραντη και αιώνια και θεϊκή δόξα (πρβλ. Ματθ. 16,24-27).

Αυτό που είπε λεκτικά ο Χριστός στους μαθητές του, το έδειξε και εμπειρικά στους τρεις προκρίτους των μαθητών, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, και τον Ιωάννη. Αυτούς είχε μαζί του στη μεταμόρφωση, αλλά αυτούς είχε μαζί του και στη Γεθσημανή. Στη μεταμόρφωση οι τρεις μαθητές είδαν και άκουσαν το Μωυσή και τον Ηλία, τους θεόπτες προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, να ομιλούν για την έξοδο του Χριστού, δηλαδή για το πάθος, το σταυρό και το θάνατό του (Λουκ. 9,31). Αφ’ ενός τον έδειχναν σαν Θεό και Μεσσία και εγγυόταν βάσει της εμπειρίας τους ότι πράγματι αυτός ήταν, αφ’ ετέρου προφήτευαν το πάθος και το θάνατό του σαν κάτι το φυσιολογικό και μη απάδον στη δόξα της θεότητάς του. Ήταν σαν να διαβεβαίωναν τους μαθητές ότι και ο Γολγοθάς είναι ισάξιος με το Θαβώρ και ότι η θεοφάνεια του Θαβώρ θα συνεχισθεί στο Γολγοθά.

Και πράγματι έτσι και έγινε. Φοβερά μεγαλόπρεπα σημεία έγιναν στη σταύρωση του Χριστού. Επικράτησε σκότος από την στ΄ ώρα έως την θ΄, σχίσθηκε το καταπέτασμα του ναού, έγινε σεισμός, άνοιξαν μνήματα και οι νεκροί βγήκαν έξω και περπατούσαν στους δρόμους των Ιεροσολύμων (Ματθ. 27,51-53). Τα φοβερά αυτά σημεία θυμίζουν τις αστραπές, τις βροντές, τους καπνούς, το γνόφο, τη νεφέλη, τις σάλπιγγες που ηχούσαν, όταν στο Σινά παρουσιάσθηκε ο Θεός στο Μωυσή, και είναι μία έμπρακτη απάντηση σ’ αυτούς που κορόιδευαν το Χριστό λέγοντας· «άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι· ει βασιλεύς Ισραήλ έστι, καταβάτω νυν από του σταυρού και πιστεύσωμεν επ’ αυτώ· πέποιθεν επί τον Θεόν, ρυσάσθω νυν αυτόν, ει θέλει αυτόν· είπε γαρ ότι Θεού ειμί υιός» (Ματθ. 27,42-44).

Επιπλέον η φωνή του Θεού πατέρα που ακούστηκε για πρώτη φορά στη βάπτιση του Χριστού «ούτος έστιν ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα» (Ματθ. 3,17) και ξανακούστηκε ολόιδια στο Θαβώρ με την προσθήκη «αυτού ακούετε» (Ματθ. 17,5), ξανακούστηκε πάλι στο Γολγοθά, εκ μέρους των ανθρώπων πλέον και μάλιστα των κακοποιών και των ειδωλολατρών· «μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου (Λουκ. 23,42) κραύγασε ο ληστής αναγνωρίζοντας έτσι τη θεότητα του Χριστού και «αληθώς Θεού υιός ην ούτος» (Ματθ. 27,54) διακήρυξε ο εκατόνταρχος και οι στρατιώτες του. Έχουμε συνεπώς και την αναγνώριση των ανθρώπων στη θεότητα του Χριστού. Η θεοφάνεια του Γολγοθά έγινε ενώπιον όλων, πιστών και απίστων, και όχι μόνο στους τρεις μαθητές όπως συνέβη στη θεοφάνεια του Θαβώρ. Ήταν το τελευταίο σημείο που έδειξε ο Χριστός στους καλοπροαίρετους ανθρώπους για να μετανοήσουν (πρβλ. Λουκ. 23,48).

Εκτός τούτου, σ’ αυτή του τη θεοφάνεια, φανέρωσε και την θεϊκή του αγάπη την άνευ προηγουμένου· «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Τι μεγαλύτερη θεοφάνεια απ’ αυτή! Συγκλονίζει περισσότερο και από το άκτιστο φως της μεταμορφώσεως!!! Και αποδεικνύει ότι και το άκτιστο φως· ότι το πάθος του Χριστού ήταν εκούσιο και το υπέστη για να μας αποκαλύψει την άβυσσο της αγάπης του.

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή