ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 

  Κατὰ καιροὺς διατυπώνονται διάφορες θέσεις ἀπὸ πολιτικούς, δημοσιογράφους, διαφόρους ἄλλους, σχετικὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ θέσεις αὐτὲς ἐπαναλαμβάνονται ξανὰ καὶ ξανὰ καὶ κατὰ κόρο, ἂν καὶ εἶναι ἀντικρουόμενες μερικὲς φορές, λὲς καὶ εἶναι μεγάλες ἀποκαλύψεις καὶ ἀξιώματα ποὺ δὲν ἐπιδέχονται διαφοροποιήσεις ἀπὸ κανένα. Θὰ παρουσιάσουμε μερικὲς ἀπ’ αὐτὲς καὶ θὰ ἐλέγξουμε κατὰ πόσο ἐκφράζουν τὴν ἀλήθεια ἢ ἀποτελοῦν στοιχεῖα προπαγάνδας γιὰ νὰ πλήξουν τὸ στόχο τους, ἐπαναλαμβανόμενες εὐκαίρως καὶ ἀκαίρως.

  Κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία μερικοὶ ὅτι πολιτεύεται, ὅταν διατυπώνει θέσεις κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, ποὺ τυχαίνει νὰ εἶναι διαφορετικὲς τῶν ἐπισήμων τοποθετήσεων τῆς κυβερνήσεως ἢ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ ἴδιοι ὅμως κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία γιατί δὲν ἔλαβε θέση, κατὰ τὴ γνώμη τους, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἑπταετίας ἐναντίον τῆς δικτατορίας. Θ’ ἀναγκασθοῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὸ βιβλικό· «ηὐλίσαμεν ὑμίν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, ἐθρηνήσαμεν ὑμίν, καὶ οὐκ ἐκόψασθε. Ἦλθε γὰρ Ἰωάννης μήτε ἐσθίων, μήτε πίνων, καὶ λέγουσι· δαιμόνιον ἔχει. ἠλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν, καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων τῆς»(Μάτθ. 11,17-19). Τί συμβαίνει λοιπόν; Ἁπλούστατα κάποιοι πολιτικοὶ θέλουν νὰ τὴν χρησιμοποιοῦν ὅταν ἐξυπηρετεῖται τὸπολιτικὸ τοὺς παιχνίδι καὶ οἱ κομματικοί τους σχεδιασμοὶ καὶ ὄχι ὅποτε κρίνει ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας.

  Ἡ ἀλήθεια βέβαια-γιὰ νὰ μιλήσουμε ἀμερόληπτα καὶ ἀντικειμενικά- εἶναι ὅτι μερικοὶ ἐκπρόσωποι τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ ὑπερβάλουν μερικὲς φορὲς στὴ διατύπωση κάποιων θέσεών τους ἣ καὶ ν’ ἀσχολοῦνται μὲ θέματα ποὺ εἶναι καθαρὰ στὴ δικαιοδοσία τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν ἢ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς νὰ μὴ πῆραν τὴ σωστὴ ἐλεγκτικὴ θέση ἀπέναντι τῆς δικτατορίας γιὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν Ἐκκλησία, ὄχι ὅμως νὰ κατηγορεῖται ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ἐπίσκοποι ὅπως ὁ Αὐγουστίνος Καντιώτης, Ἀμβρόσιος Ἐλευθερουπόλεως, Παντελεήμων Κορίνθου, Νικόλαος Χαλκίδος, Ἀναστάσιος Γιαννουλάτος, ὡς τιτουλάριος ἐπίσκοπος τότε, καὶ ἄλλοι εἶχαν ἔρθει σὲ ὀξεῖα καὶ σκληρὴ σύγκρουση μὲ τὴν δικτατορία.

  Λέμε «διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας», γιατί Ἐκκλησία σημαίνει ὅλους τους χριστιανούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Νὰ τὸ μάθουμε ἐπιτέλους αὐτὸ καὶ νὰ μιλᾶμε σωστὰ ὅταν διατυπώνουμε θέσεις ποὺ περιέχουν θεολογικοὺς ὅρους. Εἰδάλλως θὰ πρέπει καὶ οἱ πολιτικοί μας-κατὰ τὰ λεγόμενά τους- νὰ μὴ ἀσκοῦν πολιτική, γιατί κι αὐτοὶ συναποτελοῦν καὶ συναπαρτίζουν τὴν Ἐκκλησία. Ἐπίσης νὰ πάψουμε νὰ λέμε τὸ συχνὰ ἀναφερόμενο, «σύγκρουση Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας» τὸ σωστὸεἶναι «σύγκρουση διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ κυβερνήσεως», γιατί ἀφοῦ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδας εἶναι κατὰ98% χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι, ὅλοι ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία. Φυσικὰ δὲν ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία αὐτοὶ ποὺ δηλώνουν ἄθεοι ἢ καὶ κόμματα ὁλόκληρα, ὅταν τὸ διακηρύττουν αὐτό. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀτομικὰ ἢ συλλογικὰ πρέπει νὰ σέβονται τοποθετήσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν πλειονότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς φυσικὰ νὰ παραβιάζονται τὰ προσωπικὰ τοὺς πιστεύω καὶ οἱ ἀντιλήψεις ἢ νὰ ἐξαναγκάζονται νὰ βιώνουν πράγματα τὰ ὁποία δὲν τοὺς ἐκφράζουν. Πολὺ σωστὰ ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ κορυφαῖο στέλεχος τῆς «Χριστιανικῆς Ἑνώσεως Ἐπιστημόνων», Ἀλέξανδρος Τσιριντάνης, ὅτι «τὸν χριστιανισμὸ τὸν καταργοῦμε, ὅταν θέλουμε νὰ τὸν ἐπιβάλλουμε διὰ τῆς βίας». Τὸ «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν», ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, ἔχει διαχρονικὴ ἰσχὺ καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὸ λησμονοῦμε.

  Καὶ μία ἄλλη διευκρίνιση. Ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀσκεῖ πολιτικὴ ὅταν ἐνδιαφέρεται γιὰ τῆς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦν στὴ ζωή μας, τὶς νομικὲς διατάξεις τῶν λεγομένων «ἀνεξαρτήτων ἀρχῶν», τὰ νομοσχέδια τῆς βουλῆς, καὶ τὶς κυβερνητικὲς ἀποφάσεις, ὅταν αὐτὲς ἐπηρεάζουν ἀρνητικὰ τὴν ὑλικὴ ἢ πνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν της. Ὅταν «ἐπαινοῦν καὶ προωθοῦν τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν διαστροφή, καὶ διᾳκωμωδοῦν καὶ διασύρουν τὴν ἠθικὴ καὶ τὴν εὐλάβεια». Βεβαίως εἶναι θέμα προσωπικό, ὁ πραγματικὰ πιστὸς νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο, ἀνεξαρτήτως νομικῶν πλαισίων καὶ κυβερνητικῶν καὶ λοιπῶν κατευθύνσεων. Ἀλλὰ δὲν παύει τὸ περιβάλλον καὶ ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα νὰ ἐπιδρᾷ δυσμενῶς ἀπέναντί του καὶ νὰ ἐξασκεῖ κάποιες φορὲς ἕνα εἶδος ψυχολογικοῦ μαρτυρίου καὶ ψυχικοῦ καὶ πνευματικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Γι’ αὐτὸ ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ διαμαρτύρεται ποικιλοτρόπως καὶ νὰ ἀσκεῖ ἔλεγχο σὲ πρόσωπα ἢ κόμματα ποὺ δροῦν ἀπαξιωτικὰ καὶ ἐχθρικὰ ἀπέναντι τῶν ἀρχῶν τοῦ εὐαγγελίου, προκειμένου νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ δυσάρεστες καταστάσεις. Κι ἐδῶ εἶναι ὁ φόβος τῶν πολιτικῶν. Λένε ὅτι σέβονται τὴν λαϊκὴ ἐντολή, μὲ τὴν προϋπόθεση, ὅτι αὐτοὶ θὰ καθοδηγοῦν καὶ θὰ διαφωτίζουν τὸν λαό. Ἀκόμη καὶ σὲ θέματα πνευματικά, ἠθικά, μεταφυσικά. Αὐτὸ ὅμως δεοντολογικὰ εἶναι λάθος καὶ δημοκρατικὰ ἀνεπίτρεπτο.

  Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη ἔνσταση· οἱ κληρικοί, λέγουν μερικοί, δὲν ἐκλέγονται ἀπὸ τὸ λαό. Πῶς λοιπὸν μιλᾶνε γι’ αὐτούς, ποὺ τέλος πάντων ἔχουν τὸ λαϊκὸ χρῖσμα καὶ τὴν ἐντολὴ ἀπὸ τὸ λαὸ νὰ διοικοῦν; Ἀπαντοῦμε· τὸ ἰδανικὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κατατείνει καὶ ν’ ἀποβλέπει ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ κληρικοί της-καὶ μάλιστα οἱ ἐπίσκοποι- νὰ ψηφίζονται «ψήφω κλήρου καὶ λαοῦ» σύμφωνα μὲ τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν ἀρχαία πράξη. Πάντως ἡ ἐντολὴ δὲν σημαίνει καὶ ἀπόλυτη συμφωνία τοῦ λαοῦ μὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες αὐτῶν ποὺ ἐξέλεξε ἢ ἐν λευκῷ ἐξουσιοδότηση γιὰ ὅλα τὰ θέματα. Γι’ αὐτὸ προβλέπονται ὑπὸ τοῦ νόμου γιὰ μεγάλα θέματα τὰ δημοψηφίσματα. Γιατί ἡ ἰδανικὴ δημοκρατία εἶναι ἡ ἄμεση ὅπως συνέβαινε καὶ στὴν ἀρχαία Ἀθῆνα. Ποιὸ τὸ πρόβλημα, ἂν οἱ κληρικοὶ διαφωτίσουν τὸ λαό, βάσει τῆς ἁγίας Γραφῆς, γιὰ τὸ ποιὸ εἶναι σωστό, σὲ κάτι ποὺ μπορεῖ καὶπρέπει νὰ ἔχει λόγο ἡ Ἐκκλησία; Ἐκτὸς τούτου τοὺς δημοσιογράφους ποὺ θεωροῦνται τέταρτη ἐξουσία, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὑπερεξουσία καὶ πολλὲς φορὲς αὐτοὶ καθορίζουν τὸ δέον γενέσθαι, ποιὸς τοὺς ψηφίζει καὶ ποιὸς τοὺς ἐκλέγει;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ παρόντος ἄρθρου χρησιμοποιήσαμε ἰδέες καὶ ἐπιχειρήματα τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Βολουδάκη ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ἐνοριακὴ Εὐλογία», ἄρ. φύλ.65, Νοέμβριος2007. Τὸ συνιστοῦμε ἐκθύμως καὶ συγχαίρουμε τοὺς πατέρες γιὰ τὴν ἀρθρογραφία τους.

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

 

Κορυφή