ΕΝΟΡΙΑ - Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

Το Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνο
μοτίμου Καθηγητο Πανεπιστημίου θηνν

 

(Σ.Σ. Τό κείμενον ατό δημοσιεύθη ες τά «Δίπτυχα» τς κκλησίας τς λλάδος το τους 2010. πειδή μως κατά τήν κτύπωσιν μειναν πολλά σφάλματα, ναδημοσιεύεται δ ες τήν κανονικήν μορφήν του).

 

  Διαρκής ερά Σύνοδος τς κκλησίας τς λλάδος κατά τήν συνεδρία της τήν 5ην Φεβρουαρίου 2009, λαβε τήν πόφαση, τό εσαγωγικό σημείωμα τν «Διπτύχων τς κκλησίας τς λλάδος το σωτηρίου τους 2010 νά φιερωθ» ες τήν νορία, «πί τ συμπληρώσει κατόν (100) τν πό τς ψηφίσεως το πρώτου Νόμου περί νοριν». νέθεσε δέ τήν σύνταξή του ες τόν πογραφόμενον, ποος πλήρης υικς εγνωμοσύνης πεδέχθη τήν προσγενομένην ες ατόν τιμήν, νταποκρινόμενος, τό κατά δύναμη, στήν σεπτή ντολή τς ν λλάδι κκλησίας.

 

1. Οσία καί γένεσις τς νορίας.

  ρος νορία, παραγόμενος κ το πιθέτου νόριος, σημαίνει στορικά τόν ντός ρίων χρο, μία καθωρισμένη περιοχή τοπική περιφέρεια (territorium)1. Σήμερα ς νορία χαρακτηρίζεται κυρίως κκλησιαστική περιφέρεια νός ναο (νοριακο), πό τόν ποο ντλε καί ατή τό νομά της, πως καί τό σύνολο τν ρθοδόξων πιστν, πού κατοικον στήν δια περιφέρεια καί συνέρχονται διά τίς κκλησιαστικές συνάξεις. σημερινός τύπος τν νοριν εναι πολύ νεώτερος καί διαμορφώθηκε μεταξύ ιε΄ καί ιζ΄ αἰῶνος.

  Στήν κκλησιαστική πραγματικότητα βασική μονάδα ργανώσεως, πυρήνας τς ποιμαντικς καί διοικητικς δομς τς κκλησίας, ς «σώματος Χριστο» καί ν Χριστ κοινωνίας, εναι νορία. ς εχαριστιακή σύναξις τν πιστν μφανίζεται νορία, σέ μεση ναφορά καί συνάρτηση μέ τήν πισκοπή, ες τήν ποία ργανικά νήκει, ς « καθολική κκλησία» στόν συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο. πιστός ζ τό μυστήριον τς κκλησίας στήν ζωή καί πράξη τς νορίας του, μέσα στήν ποία, γωνιζόμενος καί γιαζόμενος, νώνεται μέ τόν Χριστόν, τόν Κύριον τς κκλησίας, καί τούς ν Χριστ δελφούς του, πραγματοποιώντας συνεχς τήν ν Χριστ παρξη καί κκλησιαστικότητά του. λόγος, συνεπς, διά τήν νορία καί τήν ζωή της εναι κατ’ οσίαν λόγος διά τήν δια τήν κκλησία καί τήν παρουσία της ες τόν κόσμον.

  Ο ρχές τς νορίας2 «μφανίζονται λίαν σκοτειναί»3. ρχικά νορία ταυτιζόταν ριακά μέ τήν πισκοπή, τήν κυρίως ν τόπ κκλησία. πίσκοπος, δη πό τόν α΄ αώνα, ταν ρατή κεφαλή το σώματος τς τοπικς κκλησίας, «στήν ποία βιώνεται πληρότητα το μυστηρίου τς κκλησίας ς το στορικο σώματος το Χριστο»4. Κατά μίαν κτίμηση ο πρτες νδείξεις διά τήν μφάνιση τς νορίας τοποθετονται ες τά μέσα το γ΄ αἰῶνος5. λλοι μως τήν νάγουν ες τά μέσα το β΄αἰῶνος, «μέ τήν γένεση το θεσμο τν χωρεπισκόπων πισκόπων τν γρν («χραι»)6. Γεγονός, πάντως, εναι τι μφάνιση τς νορίας πρξε ποτέλεσμα πρακτικν ναγκν, πως ραγδαία αξηση το ριθμο τν χριστιανν τς τοπικς κκλησίας. τσι προέκυψαν ο «πρεσβυτεροκεντρικές εχαριστιακές συνάξεις»7 στά ρια τς πισκοπς. Μέ τόν λεγόμενον «πιμερισμόν το συνθρόνου» διασπται ρχικά «νιαία πισκοποκεντρική Εχαρτιστία», ες πολλάς πρεσβυτεροκεντρικάς τοιαύτας»8, γεγονός πού δέν λλοίωσε μως «τήν σχέση πισκόπου καί τοπικς κκλησίας»9. πό τόν πρεσβύτερο, συνεπς, νορία δέν ποτελοσε «ατοτελ εχαριστιακήν κοινότητα, λλ’ πλ «προέκτασιν τς πισκοποκεντρικς εχαριστίας»10. συνείδηση ατή μεινε στήν ρθοδοξία διαχρονικά μετάτρεπτη καί σχύει καί σήμερα σ’ λη τήν κτασή της. παρουσία το πισκόπου στήν εχαριστιακή σύναξη τς νορίας πραγματώνεται καί δηλώνεται μέ τήν μνημόνευση το νόματός του καί κυρίως μέ τό ντιμήνσιον λητόν) στήν γία Τράπεζα, πού φέρει τήν πογραφή του11. Μολονότι τό ρώτημα γιά τήν σχέση τς δικαιοδοσίας το Πρεσβυτέρου πρός κείνην το πισκόπου, «ποτελε ν κ τν θεμελιωδεστέρων προβλημάτων, ες τό ποον πάντησις δέν χει πλήρως δοθ εσέτι» πό τήν ρθόδοξη Θεολογία12, δη πό τόν β΄ αώνα εναι γνωστή θέση τν πρεσβυτέρων στήν ζωή τς τοπικς κκλησίας καί σχέση τους μέ τόν πίσκοπο ς ρατς κεφαλς της13.

  Ο περί νορίας ποστολικές καί πατερικές ατές καταβολές πέζησαν παρ’ λες τίς μετεξελίξεις καί στήν μακρά πορεία τς ατοκρατορίας τς Νέας Ρώμης (Ρωμανίας). ναγεννητικές προσπάθειες, πως το γίου Συμεών το Νέου Θεολόγου (+μετά τό 1035), παναπροσανατόλιζαν χριστοκεντρικά τήν πορεία της, προβάλλοντας τόν πίσκοπο (καί πρεσβύτερο) συχαστή («πνευματικόν», Α΄ Κορ. 2,5) στήν ζωή τς τοπικς κκλησίας καί θέτοντας τήν γιοπνευματική ζωή καί μπειρία, ς πορεία θεώσεως, στό πίκεντρο τς στοχοθεσίας τς νοριακς ποιμαντικς πράξεως.

 

2. νορία στήν στορία το Γένους

  σημασία τς νορίας διά τήν ζωή τν πιστν καί συμβολή της στήν στορική συνέχεια, συνοχή καί νότητα τς τοπικς κκλησίας φαίνεται κυρίως ες τήν μακρόσυρτη καί ποικιλώνυμη δουλεία το Γένους. Σύνολη ζωή το δούλου Γένους καί τό ρθόδοξο θος ς καθολική στάση ζως διεσώθη στά ρια τς νοριακς δραστηριότητος, καί μάλιστα χι μόνον πνευματικά (λατρεία), λλά καί κοινωνικά, στό ερύτερο πλαίσιο τς θναρχούσης κκλησίας. κόμη καί ατός «πολιτικός» βίος, συστατικό στασίαστο καί ναπόσπαστο τς στορικς ταυτότητος το Γένους, διεσώθη στήν ζωή τς τοπικς κοινότητος, πού ταυτιζόταν ριακά μέ τήν νορία.

  Στήν δουλεία νορία περιέκλειε σύνολη τήν ζωή τς Κοινότητος. Καί ο παγγελματικές συσσωματώσεις, («συντεχνίες», σνάφια, ρουφέτια, συντροφίες, κομπανίες κ..) μέ τούς γίους-προστάτες τους, τόν Ναό εχαν ς φετηρία καί κέντρο τς δραστηριότητός τους. Ο κπρόσωποί τους μετεχαν στήν διοίκηση τν νοριν καί τήν διαχείριση τν ναν (πίτροποι λ.χ.) καί στό φιλανθρωπικό ργο. Στήν νορία ορταζόταν μνήμη το προστάτου γίου τν συντεχνιν καί τελοντο τά μυστήρια, ο πανηγύρεις καί τά μνημόσυνα. νορία διακρατοσε τήν πνευματική ζωή, κατεύθυνε τόν πνευματικό γώνα, δηγοσε στήν μετάνοια καί τήν συναδέλφωση, διαίτερα τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή (κατανυκτικός σπερινός τς Κυριακς τς Τυροφάγου) καί τό Πάσχα, μέ τήν λληλοσυγχώρηση. λα τά κοινωνικά γεγονότα εχαν ς κέντρο καί φετηρία τήν Θεία Εχαριστία καί τόν Ναό. Δραστηριότητες τς γροτικς ζως (σπορά, ργωμα, θερισμός, συγκομιδή τν καρπν) καί κοινωνικά φαινόμενα, πως «ξέλαση» (συμπαράσταση στίς γεωργικές καί κτηνοτροφικές ργασίες κείνων πού σαν μπερίστατοι), παιδεία, μέ δάσκαλο, κατά κανόνα, τόν Παπά-φημέριο, τομικά γεγονότα, πού γίνονται καί κοινωνικά (γέννηση, βάπτιση, γάμος, κηδεία), μαζί μέ τίς λλες λαοσυνάξεις (μποροπανηγύρεις, πανηγύρεις στήν μνήμη τν γί­ων καί μάλιστα το τοπικο Προστάτου-γίου) διακρατοσαν τήν νότητα τς τοπικς κοινότητος. Καί στό κέντρο λων ατν τν γεγονότων φημέριος-Παπς, ς πνευματικός πατέρας, φίλος, δελφός, σύμβουλος, συμπαραστάτης. Κληρικός-φημέριος πού παρά τήν λλειψη συχνά ψηλοτέρας σχολικς παιδείας, ταν κατά κανόνα φορέας το πατερικο πνεύματος καί τν συχαστικν πρακτικν χή, νηστεία, γρυπνία, θυσιαστική προσφορά στό ποίμνιο-τά πνευματικά του τέκνα) καί πρωτοστατοσε σέ θέματα φιλανθρωπίας καί παντοειδος γάπης14. Εναι δέ γεγονός, τι οδέποτε πρξε χάσμα καί ποστασιοποίηση μεταξύ το ταπεινο «Παπ» καί το Λαο15, πως στήν δυτική φεουδαρχία. λληνορθόδοξος φημέριος σήκωνε καί ατός τόν σταυρό τς δουλείας, συμμετέχοντας στά παθήματα το ποιμνίου του.

  Βέβαια, ατά ς πρός τήν νορία σχυαν στίς θωμανοκρατούμενες περιοχές. Στόν χρο τς νετοκρατίας-λατινοκρατίας (ς λ.χ. στά πτάνησα) «τό σχύον νοριακό σύστημα ... δέν κάλυπτε τό σύνολον το πληθυσμο16. Παράλληλα μέ τήν νορία λειτουργοσε συνήθως καί «δελφότητα», χωρίς τά δύο ατά μεγέθη νά ταυτίζονται17. Στίς περιοχές μως, πού βρίσκονταν στά ρια τς θωμανικς Ατοκρατορίας, τό σύστημα διοικήσεως τς κκλησίας, διεξαγόμενο πό τήν μεση μέριμνα τς θναρχίας, διατηροσε, κατά κανόνα, μοιομορφία, διαρθρωμένο σέ μητροπόλεις καί πισκοπές, μέ μικρότερη μονάδα διαποιμάνσεως καί διοικήσεως τήν νορία18, ποία δέν ταν μόνον γροτική, λλά καί στική. Στά στικά σύνολα, ν ταν κτεταμένα, το δυνατόν νά πάρχουν περισσότεροι το νός φημέριοι. Στήν παιθρο μως συνήθως λόκληρο τό χωριό εχε να μόνο ναό, ποτελώντας καί μία νορία, μέ τόν κληρικό-φημέριό της. Σ’ ατήν τήν περίπτωση σχυε στήν πράξη λόγος το ησο Χριστο «γινώσκω τά μά καί γινώσκομαι πό τν μν» (ω. 10,14). Τήν ερύτερη λειτουργικότητα το ναο κατά τίς δυσχείμερες ατές ποχές, μαρτυρε τό καί σήμερα συχνά σωζόμενο πόστεγο μέ τά πέτρινα δρανα στό προαύλιό του, καί στόν νάρθηκα, που ο χωρικοί συνέρχονταν διά νά «βουλευθον» διά τά τοπικά ζητήματα καί νά λάβουν τίς ναγκαες ποφάσεις19. ναός καθίστατο, τσι, στήν πράξη τό κέντρο τς λης ζως, συνεχίζοντας καί κπληρώνοντας τήν ποστολική (πρβλ. Πράξ. 2,42 . ΄4,32 .) καί πατερική ποστολή το χώρου τς συνάξεως.

  Μέσα πό τήν διαμόρφωση το θνικο βίου στήν διάρκεια τς δουλείας προέκυψε κατά τούς τελευταίους αἰῶνες της καί σήμερα σωζόμενη εκόνα τς νορίας ς ατοδιοικουμένης μονάδος πό τόν φημέριο καί τούς πιτρόπους, πό τήν πνευματική καί ποιμαντικο-διοικητική ποπτεία το πισκόπου-Μητροπολίτου. λατρεία, λλά καί κοινωνική μέριμνα καί προσφορά ταν κύρια φροντίδα τς νορίας, ταν μάλιστα τό κήρυγμα ταν σπανιότερο. λατρεία, μόνη λαοσύναξη πού δέν διεκόπη ποτέ, ταν ποφασιστικός παράγων πού συγκρατοσε τό ποίμνιο στήν ρθόδοξη πίστη, διαφοροποιώντας το, καί μέσω τς λληνικς γλώσσης, πό τά δύο κατέναντι, τό θωμανικό καί τό λατινικό (φραγκικό), καί συντηρώντας τό λληνορθόδοξο φρόνημα, μέ τήν συνεχή πόμνηση τς στορίας μας.

  χι σπάνια κλρος νελάμβανε καί τήν περάσπιση το λαο νώπιον τν θωμανικν ρχν20. θνική προσφορά μως το κλήρου κορυφωνόταν στήν σχολική φροντίδα, μέ βάση τά λειτουργικά βιβλία (κτώηχος, Ψαλτήριον κ.λπ.) καί, συνεπς τήν διάσωση καί τς γλώσσης, στό λεγόμενο «κρυφό σχολειό», πού πρξε στορική πραγματικότητα, μέ τήν νάδειξη το νάρθηκα το μοναστικο κελλιο σέ αθουσα διδασκαλίας, στό φς το λυχναριο καί τς κανδήλας, ς νεπίσημη, καί χι πάντα εκολη, μέριμνα το κλήρου γιά τήν παιδεία το ποιμνίου21.

  Μόνιμο δομικό πρότυπο, πνευματικά καί κοινωνικά, λλά καί κολυμβήθρα καθολικς ναβαπτίσεως καί ναγεννήσεως διά τήν νορία ταν τά μοναστήρια τς περιοχς. πως σημειώνει καλός γνώστης τς «βυζαντινς» καί «μεταβυζαντινς» στορίας το Γένους μας είμνηστος Στβεν Ράνσιμαν: «Τό θρησκευτικό πίπεδο μις περιοχς ξαρτιόταν κυρίως πό τά μοναστήρια της, τά ποα παρεχαν τούς πνευματικούς συμβούλους καί ξομολόγους, πό τούς ποίους κρεμόταν λαός τς παίθρου καί ο ερες μαζί του»22.

  πολεμική, χι τόσο τν θωμανν, λλά καί τν Δυτικν, ναντίον τν Μοναστηρίων καί το νατολικο Μοναχισμο ταν στήν οσία πολεμική κατά τν προπυργίων τς πατερικς παραδόσεως καί το πολιτισμο τς Ρωμηοσύνης23. Δεδομένου δέ τι ο Μονές διασώζουν τήν δομή τς κκλησίας καί τά συστατικά το βίου της, ς δη τονίσθη πό τόν ερό Χρυσόστομο24, χαλάρωση τς σχέσεως τν «κοσμικν» νοριν μέ τά παραδοσιακά μοναστήρια τόν ιθ΄ α. καί εσαγωγή στά στικά κέντρα νός «κοσμικο μοναχισμο» δυτικο τύπου, ς καί νάπτυξη νός κοινωνικο κτιβισμο κατά τά δυτικά πρότυπα, συνέβαλε ες τήν προώθηση το σχεδίου τν ερωπαϊστν μας διά τήν δημιουργία μις «Νεοελληνικς κκλησίας»25 ρήμην το παραδοσιακο μοναχισμο καί τν πνευματικν προϋποθέσεών του.

 

3. Νομικ θωράκιση τς νορίας στν λλαδικ πικράτεια.

  Μετά τήν δρυση το λληνικο Κράτους (1830) τυπική ργάνωση τς νορίας πασχόλησε πανειλημμένως τήν Πολιτεία. Τό 1833 λ.χ. πί βασιλέως θωνος, εθύνη τν νοριν νετέθη ες τούς Δήμους, ξακολούθησαν δέ νά σχύουν προγενέστερες διατάξεις. Σημαντικός μως πρξε Νόμος 3596/1910 «περί νοριακν ναν καί τς περιουσίας ατν»26. Νόμος ατός κάλυψε παρκτά κενά καί θεράπευσε τραυματικές καταστάσεις, ταν δέ ργο το πολιτικο καί θεολόγου θανασίου Εταξίου27. Σημαντική ταν διά πρώτη φορά πόδοση κανονικν δικαιωμάτων ες τούς λαϊκούς διά τήν κλογήν τν πρεσβυτέρων-φημερίων καί ναφορά στά προσόντα καί τήν μισθοδοσίαν τους πό τό ταμεο τν ναν. Περαιτέρω, μολονότι Νόμος «θετε καθόλου τάς βάσεις ριστικς τακτοποιήσεως το φημεριακο ζητήματος»28, «δέν γένετο μως πρέπουσα κ μέρους τς κκλησίας φαρμογή»29. πεξεργασία το νόμου ατο γινε τό 1923 (συμμετοχή το καθηγ. μίλκα λιβιζάτου)30, κολούθησαν δέ μεταγενέστερες τροποποιήσεις μέ βασική κείνη το Α.Ν. 2200 τς 1.2.1940 «Περί ερν ναν καί φημερίων»31.

  Τό νδιαφέρον τς εραρχίας διά τά πράγματα τν νοριν καί βελτίωση τς καταστάσεως το ερο φημεριακο κλήρου δέν λειψε ποτέ32. Σημαντική τομή πραγματοποιε καί σήμερον σχύων Καταστατικός Χάρτης τς κκλησίας (Ν. 590/1977)33, στά ρθρα 36.1-38.2 «Περί τς νοριακς ργανώσεως». νορία «μετά το νοριακο ναο» εναι «βασική μονάς ργανώσεως το κκλησιαστικο βίου» καί «νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, ΝΠΔΔ» (36/1). Περαιτέρω ρίζονται τά περί φημερίων καί τς μισθοδοσίας τους (ρθρα 37-38)34. Τό 1979 μως ξεδόθη Κανονισμός π’ ριθμ. 8 , πού διέπει κτοτε τό νοριακό καθεστώς τς κκλησίας τς λλάδος μέ τόν τίτλο: «Περί ερν Ναν καί νοριν (ρθρα 1-20) καί τήν κόλουθη σπονδύλωση: ρ. 1-2: Ναοί, ρ. 3-6: νορίαι, ρ. 7-12: Περί κκλησιαστικν Συμβουλίων, ρ. 13: διόκτητοι καί προσκυνηματικοί εροί Ναοί, ρ. 14: εροί Ναοί Κοιμητηρίων, ρ.15: Περί νεγέρσεως Ναν καί κτελέσεως κκλησιαστικν ργων, ρ.16: Περί κμισθώσεων καί κποιήσεων, ρ. 17: Περί ρανικν πιτροπν καί ρ. 18-20: Εδικαί καί κροτελεύτιοι Διατάξεις35.

 

4. νορία σήμερα: Δεδομένα κα προοπτικς

  λόγος γιά τήν νορία σήμερα36 καί μέριμνα γιά τήν πορεία της κρίνεται ναγκαιότατη, φόσον κμή παρακμή ( κατ’ νθρωπον) τς κκλησίας συνδέεται μεσα μέ τήν κατάσταση τς νορίας, στά πρόσωπα καί τήν δράση της. Ζωντανή νορία σημαίνει ζωντανό κκλησιαστικό ργανισμό καί νάλογη παρουσία το κκλησιαστικο σώματος στήν συγκεκριμένη στορική πραγματικότητα. δόμηση τς ζως τς νορίας σήμερα δέν μπορε νά διαφοροποιεται, κατά τήν οσία της, πό ,τι θεμελιώθη πό τν γίων ποστόλων καί συνεχίσθηκε στήν πορεία τν αώνων πό τούς γίους Πατέρες μας, τούς μόνους αθεντικούς κφραστές τς ρθοδοξίας ες λους τούς αἰῶνες. Ο γιοί μας εναι τά μετακίνητα πρότυπα τς ν Χριστ ζως ς «λοτελος» (Α΄ Θεσσ. 5,23) «ποτάξεως» το «ν τ πονηρ κειμένου κόσμου» (Α΄ Ίω. 5,19), δηλαδή τς μαρτίας του καί «συντάξεως» μέ τόν Χριστόν, σύμφωνα μέ τόν γνωστότατο λειτουργικό λόγο: «αυτούς καί λλήλους καί πσαν τήν ζωήν μν Χριστ τ Θε παραθώμεθα». Ατό σημαίνει «παράθεσιν» λου το βίου, πνευματικο καί σωματικο, ες τήν χάριν το Θεο. νορία–κκλησία δέν τεμαχίζει τόν νθρωπο καί γι’ ατό διακονική προσφορά της στόν νθρωπο καί τήν κοινωνία εναι πνευματική, λλά καί σωματική-λική, ς ναφορά στίς δύο ψεις τς διας πραγματικότητος. Μέ ατήν τήν προϋπόθεση διαμορφώνεται καί ναπτύσσεται καί τό φιλανθρωπικό ργο τς νορίας.

  διαμόρφωση τς νοριακς-κκλησιαστικς ζως δη κατά τήν ποστολική ποχή λαβε τόν χαρακτήρα μις πλήρους Θεοκρατίας, ς Χριστοκρατίας, μέ τήν νάθεση δηλαδή λου το βίου στόν Χριστόν, τόν Θεόν, Σωτρα καί μόνον Κύριον καί Δεσπότην τς κκλησίας. Στόν Χριστόν τόν κκλησιαστήν μας, πού συνάγει καί «κκλησιάζει» τούς πιστούς σ’ Ατόν, στό Πανάγιο Σμά Του, ναφέρεται καί προσφέρεται διαλείπτως λη παρξή τους, διά νά νώνονται μαζί Του στήν Θεία Εχαριστία, καί νά γιάζονται, συναγιάζοντας καί τήν κοινωνία τους.

  Τήν Χριστοκεντρική ατή πραγματικότητα τς κκλησιαστικς κοινωνίας εκονίζει καί κφράζει, λλά καί συνεχς πραγματώνει, μιά πράξη λειτουργική, πού λαμβάνει χώρα στό τέλος τς Θείας Λειτουργίας. Πρόκειται γιά τήν συστολή τν Τιμίων Δώρων στό γιο Ποτήριο μετά τήν μετάληψη. Μέσα στό γιο Ποτήριο, τό «τομικό σμα» το Χριστο γίνεται τώρα να μέ τό «κοινωνικό»Του σμα. ν Χριστ κοινωνία τν πιστν εναι δη λη συναγμένη μέσα στό γιο Ποτήριο. χι μόνο μιά κατακόρυφη κοινωνία κάθε πιστο (τομικά) μέ τόν Θεό ν Χριστ, λλά καί ριζόντια ν Χριστ νωση λων τν μελν το σώματος μεταξύ τους. κκλησία–Χριστός, κεφαλή καί σμα, γίνεται τσι, ρατή πραγματικότητα. τσι κατανοεται ρισμός το γίου Μαξίμου το μολογητο γιά τήν κκλησία: «Εκών ... στι το Θεο ... γία κκλησία, ς τήν ατήν τ Θε περί τούς πιστούς νεργοσα νωσιν»37.

  λόγος μως περί θεοκρατίας στήν νοριακή ζωή κατ’ οδένα τρόπο σημαίνει κληρικοκρατία καί φεουδαρχική νθρωποκρατία, λλά άναγνώριση καί παρκτική διακήρυξη, τι «Ες γιος, Ες Κύριος, ησος Χριστός» στήν ζωή τς νορίας-κκλησίας. Κληρικοί καί Λαϊκοί συναντώμεθα στό να σμα, ς κυβερνσα καί κυβερνωμένη τάξη, λλά χι κατά τά κοσμικά πρότυπα. Καί ο Λαϊκοί χουν τήν θεόσδοτη δυνατότητα νά ναπτύξουν τά χαρίσματά τους στήν διακονία το λου σώματος. λλωστε τό «κυβερνν» καί «κυβερνσθαι» στήν κκλησία δέν εναι δικαίωμα, λλά κυρίως καθκον38. Στήν κκλησιαστική-νοριακή ζωή δέν πάρχουν ξιώματα καί ξουσίες, μέ τήν κοσμική ννοια το ρου, λλά λειτουργήματα καί διακονίες. Κάθε διακονία πορρέει πό τόν Χριστόν καί εναι διακονία το σώματός Του, μέ πρτον διάκονον Ατόν τόν διον39. τσι καί στήν Θεία Λειτουργία δέν πάρχουν «τελοντες» καί παθητικά «παρακολουθοντες», λλά «συνεπιτελοντες», φο Λειτουργία εναι «λείτου ργον», το Λαο, λου δηλαδή το σώματος. Πόσον μάλιστα, πού λειτουργός, λόγ τς εδικς ερωσύνης του «τήν αυτο δανείζει γλ­τταν καί τήν αυτο παρέχει χερα», κατά τόν ερόν Χρυσόστομον40, διά νά τελέσει μως τά πάντα «οράτως σύν μν ν» ησος Χριστός. ξ λλου, κατά τόν διο Πατέρα, «πρόβατα καί ποιμένες» «πρός τήν νθρωπίνην εσίν διαίρεσιν΄ πρός δέ τόν Χριστόν πά­ντες πρόβατα. Καί γάρ ο ποιμαίνοντες καί ο ποιμαινόμενοι φ’ νός, το νω Ποιμένος, ποιμαίνονται»41.

  φημέριος στήν νορία νεργε σέ κάθε περίπτωση ς Πνευματικός Πατέρας καί «θεραπευτής» τν ψυχν τν πνευματικν του τέκνων, μέ στόχο τήν κάθαρση τς καρδίας, τόν γιοπνευματικό φωτισμό της καί τήν θέωση. Πορεία θεώσεως εναι στήν οσία της ζωή τς νορίας, τελικά, μέ τήν νταξη, πως λέχθη, συνόλου τς ζως στόν κκλησιαστικό, δηλαδή τόν ν Χριστ τρόπον πάρξεως. ντιμετώπιση τν συγχρόνων προβλημάτων τς νοριακς ζως συνδέεται μεσα μέ τήν ναβίωση τς σχατολογικς καί θεολογικς μας συνειδήσεως διά τήν ναζήτηση τν ριζν τν προβλημάτων καί τήν πανεκτίμηση καί πανερμηνεία τους, πρός ναζήτηση καί τν ρθν, στό πνεμα δηλ. τς πατερικς μας παραδόσεως, λύσεων. Προέχει μως κ νέου νακάλυψη τς νορίας ς τόπου φανερώσεως το μυστηρίου τς κκλησίας καί τς δυνατότητος βιώσεώς του. Πρακτικά καί νομικά μέτρα βοηθον ς να σημεο, ταν μως δέν ναιρον τό κκλησιολογικό, λειτουργικό καί σχατολογικό περιεχόμενό της, μεταβάλλοντάς την σέ να κοσμικό νομικό θεσμό, ναιρετικό τς ληθινς ταυτότητός της. Συχνά «ο νορίες μας εναι πλς πιβεβαίωση το πρόσωπου ντιπροσωπικο χαρακτήρα τς νθρώπινης ζως στίς σύγχρονες κοινωνίες» (π. Μ. Καρδαμάκης). φημέριος καλεται νά ξαναγίνει, που δέν εναι, πνευματικός πατέρας, νταποκρινόμενος στίς οσιαστικές νάγκες τν πνευματικν του τέκνων, μέ τήν ν Χριστ καί γί Πνεύματι εράρχησή τους.

  Τό δράμα πολλν νοριν σήμερα, διαίτερα στόν χρο τς διασπορς, εναι μεταβολή τους πό «ν Χριστ σύναξιν» σέ «κοινωνική, «θνική», «πολιτιστική» ποιαδήποτε λλη. σκοπός μως πού καλεται νά πραγματώσει μέ τήν παρξη καί λειτουργία της νορία, δέν μπορε νά κλείνεται στά στεγανά ποιωνδήποτε νδοκοσμικν συμβατικοτήτων. ρχίζει μέν τήν διακονία της πρός τόν κόσμο καί τίς νάγκες του, λλά δέν χάνει ποτέ τήν προοπτική τς αωνιότητος. Ατό ξασφαλίζεται μέ τό νά μένει καί σήμερα νορία «ργαστήριον γιότητος», πως θελε τήν κκλησία ερός Χρυσόστομος. τι δέ ατός εναι σκοπός τς ν τόπ κκλησίας, φαίνεται πό τά λειτουργικά μας βιβλία καί τό περιεχόμενό τους, πού εναι κοινό σέ κάθε τοπική φανέρωση τς κκλησίας.

  πίγνωση το λόγου πάρξεως τς νορίας θά δηγήσει στήν πανεύρεση το αυτο της. Ναός, τότε, δέν θά εναι τόπος περιπτωσιακς συναντήσεως, λλά τό κέντρο τς ζως τν πιστν. Δέν θά εναι πλά χρος «τελετν», λλά θά λειτουργε, πως τό «καθολικόν» στό μοναστήρι. Σ’ ατό λειτουργία το Ναο (πνευματικότητα) συνεχίζεται στήν λειτουργία τς κοινς τραπέζης καί τά διακονήματα (δελφικότητα) καί το κελλιο (προσωπικός γώνας). Τό διο καί στήν νορία: λειτουργία το ναο πεκτείνεται στίς οκίες τν νοριτν, πού γίνονται «κατ’ οκον» κκλησίες. Μέ τήν πρόοδο τς πνευματικότητος εναι δυνατόν ατό ρχικά σέ μιά μερίδα το ποιμνίου, πάρχουν δέ δείγματα πού νισχύουν τήν ναστάσιμη λπίδα.

  να ποφασιστικό βμα θά ταν ξεύρεση λύσεως διά τόν πεγκλωβισμό το Κλήρου πό τήν παλληλοποίηση, ρχικά τολάχιστον τόν περιορισμό της. Διότι μόνο τότε ερωσύνη θά πανεύρει τόν χαρισματικό-πνευματικό της χαρακτήρα καί νορία θά ξαναποκτήσει τόν πρός τά μέσα καί πρός τά ξω δυναμισμό της.

  Εναι, ξ λλου, νάγκη νά περβαθον πραγματικά μπόδια στήν νάπτυξη το νοριακο ργου, πως λ.χ. συμβαίνει μέ τίς «νορίες μαμούθ» τν στικν κέντρων42 . στόχος φείλει νά εναι τό πς ναός θά γίνει τό πόλυτο κέντρο ζως τς νορίας. λα τά λλα «κέντρα», πού παράγουν ο κσυγχρονιστικές τάσεις, χουν δευτερεύουσα σημασία. Τό κύριο μέλημα φείλει νά εναι πς λειτουργική σύναξη καί εχαριστιακή κοινωνία θά ξαναγίνει σκοπός τς πάρξεως τς νορίας. « Λειτουργία εναι ζωή τς κκλησίας, μπειρία της, τό μυστήριό της, λπίδα της, στιγμή τς λήθειάς της καί μόνο μέσα στήν Λειτουργία τς κκλησίας κατανοεται θέση της σ’ ατόν τόν κόσμο καί σχέση της μέ ατόν τόν κόσμο καί παρξή της «πέρ τς το κόσμου ζως καί σωτηρίας» ( π. λ. Σμέμαν).

Σημειώσεις:

1. Προδρόμου Ι. κανθοπούλου, στορία τν νοριν το Οκουμενικο Πατριαρχείου κατά τήν Τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 2.

2. Πρώτη στορική ναφορά μέ τήν σημερινή ννοια σέ πιστολή το γίου Γρηγορίου Νύσσης (δ΄ α.) πρός Φλαβιανόν: «Καί τινος μηνύσαντος κατά τήν ρεινήν ατο νορίαν διάγειν...» (PG 46,1001 Α). Μέ τήν ννοια μικρς περιοχς, που κατοικοσαν Χριστιανοί, παντ καί στόν γιο πιφάνιο Σαλαμνος Κύπρου: «... ς κατώκει ν τ τς λευθερουπόλεως ερουσαλήμ νορί, πέκεινα τς Χεβρών...» (PG 41, 677C).

3. Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου (Δ. Ζηζιούλα), νότης τς κκλησίας ν τ Θεί Εχαριστί καί τ πισκόπ κατά τούς τρες πρώτους αἰῶνας, ν θήναις 19902, σ.151.

4. Βλασίου Ι. Φειδ, κκλησιαστική στορία, τ. Α΄, θναι 1992, σ. 185.

5. Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου, νότης ..., π.π., σ.175.

6. Βλασίου Ι. Φειδ, κκλησιαστική στορία, π.π., σ.189.

7. Στό διο, σ.189. Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου, π. π., σ.187.

8. Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου, π.π., σ.187, 151.

9. Βλασίου Ι. Φειδ, π.π., σ.187.

10. Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου, π. π., σ.179.

11. Στό διο, σ. 183 .

12. Στό διο, σ. 157 (καί σημ. 32)

13. Στό διο, σ.169 ..

14. Βλ. κτεν νάλυση στίς εδικές μελέτες τν Προδρόμου . κανθοπούλου, π. π., καί ωάννου Ε. ναστασίου, Α νορίαι τς λληνικς κκλησίας κατά τήν διάρκειαν το ΙΗ΄ αἰῶνος, πιστ. πετ. Θεολογικς Σχολς Παν/μίου Θεσσαλονίκης, τ. 29, σ.9-20. Πρβλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνο, Τουρκοκρατία. Ο λληνες στήν θωμανική Ατοκρατορία, θήνα 2005, σ. 105 .. (= ζωή στήν κκλησία).

15. π. Γ.Δ. Μεταλληνο, Τουρκοκρατία, π.π., σ.106

16. Σπ. Χρ. Καρύδη, ρθόδοξες δελφότητες καί συναδελφικοί Ναοί στήν Κέρκυρα (15ος-19ος α.), Θήνα 2004, σ. 671.

17. Στό διο, σ. 675.

18. ωάννου ναστασίου, Α νορίαι..., π.π., σ.10.

19. Στό διο, σ. 19.

20. Στό διο, σ. 19 .

21. Βλ. Κρυφό Σχολειό, μύθος πραγματικότητα; ρευνα το περιοδ. ΑΡΔΗΝ (τεχ. 64, πρ.-Μάϊος 2007, σ. 25 ..(μέ βιβλιογραφία)

22. Στβεν Ράνσιμαν, Μεγάλη κκλησία ν αχμαλωσί ( μετάφραση Κ. Παπαρρόδου), θήνα 1979, σ. 662.

23. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνο, προσφορά το Μοναχισμο στό θνος, στόν τόμο το δίου, Συναντήσεις..., θήνα 2005, σ. 11-26.

24. «Οτως ο ν τος μοναστηρίοις ζσι νν, σπερ ποτέ ο πιστοί». μιλία στίς Πράξεις ΙΑ΄, 3 (PG 60,98).

25. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνο, Κωνσταντνος Οκονόμος ξ Οκονόμων καί διένεξη περί «Νεοελληνικς κκλησίας», στό: Στά μονοπάτια τς Ρωμηοσύνης..., θήνα 2008, σ. 245-266.

26. μίλκα Σ. λιβιζάτου, Ο εροί Κανόνες καί ο κκλησιαστικοί Νόμοι, ν θήναις 1949, σ. 641 ..

27. (1849-1931) Τά βιογραφικά του βλ. στό Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τς κδοτικς θηνν), τ. 3 (1990) σ. 392. Προηγήθηκε (1909) περί γενικο κκλησιαστικο ταμείου νόμος (ΓΥΙΔ΄), διά το ποίου «πεδιώκετο οκονομική περισυλλογή καί χειραφέτησις τς κκλησίας, στε νά καταστ ατη κανή νά λύσ τό ζήτημα το φημεριακο κλήρου», Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, κκλησιαστική στορία τς λλάδος, τ. Β΄, ν θήναις 19702, σ. 265.

28. Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, στό διο, σ. 265.

29. μίλκα Σ. λιβιζάτου, Ο εροί Κανόνες ..., π. π., σ. 642.

30. Τ «σπουδαο» Ν.Δ. 17/12/1923. Στό διο. Πρβλ. Γ.Ι. Κονιδάρη, π. π., σ. 271.

31. μίλκα Σ. λιβιζάτου, Ο εροί Κανόνες..., π. π., σ. 643 ..

32. Χαρακτηριστικοί εναι ν προκειμέν μία σπουδαία συζήτηση στήν ερά Σύνοδο διά τόν φημεριακό κλρο στίς 10.11.1958, μέ κύριον εσηγητή τόν μακαριστό Μητροπολίτη Κίτρους κυρόν Βαρνάβαν (Βλ. Θεοκλήτου Στράγκα, τ. Ε΄, θναι 1974, σ. 3018 .. δ: 3074-3088), πού πωσδήποτε προετοίμασε τίς περαιτέρω ξελίξεις.

33. Ν. 590/1977 (ΦΕΚ 146 Α΄/31.5.77).

34. Βλ. Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Ο βασικοί θεσμοί Διοικήσεως τς ρθοδόξου κκλησίας τς λλάδος. Μετά στορικς νασκοπήσεως, ν θήναις 1977, σ. 84-86.

35. Βλ. Βλασίου Ι. Φειδ, εροί Κανόνες καί Καταστατική Νομοθεσία τς κκλησίας τς λλάδος, θναι 1997, σ. 583-605.

36. Χρήσιμο εναι τό συλλογικό ργο νορία. Πρός μία νέα νακάλυψή της, κδ. «κρίτας», θήνα χ.χρ.

37. PG 91,668 B.

38. μίλκα Σ. λιβιζάτου, Τό Κανονικόν Δίκαιον τς ρθοδόξου κκλησίας, θναι 1941, σ. 10.

39. Πρβλ. Ματθ. 20,18 Μάρκ. 10,45.

40. PG 62,204.

41. PG 52, 784. Βλ. κτενς στό: ωάννου Ν. Καρμίρη, θέσις καί διακονία τν Λαϊκν ν τ ρθοδόξ κκλησί, ν θήναις 1976 καί Το δίου, Δογματικς Τμμα Ε΄, ρθόδοξος κκλησιολογία, θναι 1973, σ. 430-518, που καί περαιτέρω βιβλιογραφία.

42. Βλ. Εθυμίου Στύλιου (τιτουλάριου Μητροπολίτου χελώου), Τό σύγχρονον στικόν περιβάλλον ς ποιμαντικόν πρόβλημα, θναι 1980.

 

«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» ΑΡ. ΦΥΛ. 1817-1820

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή