Η ΨΑΛΜΩΔΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ - απόδοση πατρός Μελετίου Βαδραχάνη

Όταν αναπέμπουμε τους ύμνους, να είμαστε συνεσταλμένοι· να έχουμε δέος και ευλάβεια. Κάποιοι από μας περιφρονούν τον Θεό και θεωρούν τα λόγια του Πνεύματος συνηθισμένα. Γι’ αυτό βγάζουν άτακτες φωνές και συμπεριφέρονται όμοια μ’ αυτούς που μαίνονται. Στριφογυρίζουν μ’ όλο τους το σώμα και δονούνται συνεχώς και παρουσιάζουν ήθη ξένα για την πνευματικότητα της Εκκλησία.

  Άθλιε και ταλαίπωρε, ενώ πρέπει ν’ αναπέμπεις την αγγελική δοξολογία γεμάτος φόβο και τρόμο και να κάνεις την εξομολόγηση στον Κτίστη με φόβο και να ζητάς μ’ αυτή τη συγχώρηση των αμαρτιών σου, εσύ όμως κάνεις εδώ αυτά που κάνουν οι μίμοι και οι χορευτές, σηκώνοντας άτακτα τα χέρια και πηδώντας με τα πόδια και στρέφοντας πέρα δώθε το σώμα σου. Και πως δεν φοβάσαι ούτε τρέμεις αψηφώντας τέτοια λόγια. Δεν σκέφτεσαι ότι είναι παρών ο ίδιος ο Κύριος αοράτως, καταγράφει την κίνηση του καθενός και εξετάζει την συνείδηση; Δεν σκέφτεσαι ότι άγγελοι είναι παρόντες σ’ αυτή τη φρικτή τράπεζα και την φροντίζουν με φόβο;

  Αλλά εσύ αυτά δεν τα σκέπτεσαι, επειδή ο νους σου έχει σκοτισθεί από τα ακούσματα και θεάματα των θεάτρων, και γι’ αυτό αναμιγνύεις όσα γίνονται εκεί με τους τύπους της Εκκλησίας· γι’ αυτό με τις άναρθρες κραυγές εκδηλώνεις την αταξία της ψυχής σου. Πως λοιπόν θα ζητήσεις συγχώρηση των αμαρτιών σου; Πως θα ελκύσεις τον Κύριο να σε λυπηθεί, κάνοντας με τόση περιφρόνηση την δέηση; Λες «Ελέησον με ο Θεός» και δείχνεις ήθος ανάξιο λύπης. «Σώσον με» φωνάζεις και παρουσιάζεις εμφάνιση ξένη προς την σωτηρία. Σε τι συμβάλλουν στην ικεσία χέρια που σηκώνονται ψηλά συνεχώς και περιφέρονται άτακτα, και κραυγές δυνατές, που με την βίαιη ώθηση του αέρα γίνονται άναρθρες; Δεν είναι διαφορετικά αυτά τα έργα από τα έργα των γυναικών που εκδίδονται στα τρίστρατα και τα έργα εκείνων που φωνασκούν στα θέατρα.  

  Πως τολμάς λοιπόν να αναμιγνύεις σ’ αυτή τη δοξολογία το παιχνίδι των δαιμόνων; Και πως δεν ντρέπεσαι, όταν προφέρεις εκεί αυτά τα λόγια, λέγοντας «δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω (Ψαλ. 2,11). Αυτό σημαίνει «να δουλεύουμε με φόβο», να αποχαυνώνεσαι και να τεντώνεσαι και να μη ξέρεις ούτε εσύ για ποια πράγματα μιλάς με τον ήχο της άτακτης φωνής; Αυτό είναι δείγμα περιφρονήσεως, όχι φόβου· αλαζονείας, όχι ταπεινώσεως. Αυτό είναι γνώρισμα αυτών που παίζουν και όχι αυτών που δοξολογούν. Και όχι μόνο να δουλεύουμε με φόβο, αλλά και ν’ αγαλλόμαστε με τρόμο παραγγέλει το Άγιο Πνεύμα. Πώς όμως θα συμβεί αυτό, αφού η αγαλλίαση και ο τρόμος είναι αντίθετα πράγματα και δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο;

  Τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ θα μας το διδάξουν. Διότι όπως φαίνεται στο όραμα του Ησαΐα (6ο κεφ.) αυτά περιτριγυρίζουν το θρόνο του Θεού και χαίρονται και απολαμβάνουν τη θεία δόξα και το απερίγραπτο κάλλος του συνεχώς, γιατί συνεχώς υπηρετούν τον Θεό. Συγχρόνως όμως δεν έχουν καθόλου παρρησία, αλλά αντίθετα δέος και φόβος και ατολμία τα διακατέχει. Κι από πού φαίνεται αυτό; Φαίνεται από τη στάση τους· διότι με τα δύο φτερά τους πετούν και με τα άλλα δύο κρύβουν το πρόσωπό τους από συστολή και αδυναμία ν’ αντέξουν την θεία λάμψη. Ευλάβεια και συντριβή μπροστά στη θεία δόξα τα συνέχει. Φόβο και αγαλλίαση συγχρόνως απολαμβάνουν. Επίσης με τ’ άλλα δύο φτερά τους καλύπτουν τα πόδια τους. Το κάνουν αυτό για να δείξουν την ακόρεστη ευλάβεια τους προς τον Κτίστη τους. Προσπαθούν να δείξουν πολύ αγωνία και με το σχήμα τους και με τη φωνή τους και με τα πρόσωπά τους και με την ίδια τη στάση τους. Επειδή όμως και έτσι πράττοντας δεν κατορθώνουν να δείξουν όλα αυτά που νιώθουν και αισθάνονται, κρύβουν και τα πόδια τους και καλύπτουν έτσι το σώμα τους από παντού. Αν και στην πραγματικότητα οι άγγελοι δεν έχουν πρόσωπο και πόδια γιατί είναι ασώματοι· απλώς παρουσιάζονται έτσι σε μας για να μας διδάξουν κάποιες αλήθειες. Ούτε φτερά έχουν οι άγγελοι· απλώς παρουσιάζονται μ’ αυτά για να δείξουν στους ανθρώπους, ειδικά της παλιάς εποχής, ότι κατοικοεδρεύουν στον ουρανό και έρχονται από κει όταν παρουσιάζονται στους ανθρώπους.

 

  Έτσι λοιπόν πρέπει και μεις να στεκόμαστε, όταν του προσφέρουμε τη δοξολογία αυτή, φοβισμένοι και τρέμοντας και σαν να βλέπουμε με τα μάτια της διανοίας μας τον ίδιο Θεό. Γιατί παρευρίσκεται εδώ αυτός που δεν περιορίζεται σε τόπο και καταγράφει τις φωνές όλων. Έτσι λοιπόν αναπέμποντας την δοξολογία μας με συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, θα την κάνουμε ευπρόσδεκτη και ως εύοσμο θυμίαμα θα την στείλουμε στον ουρανό. Γιατί λέγει «Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλ. 50,19).

  Μα ο προφήτης λέγει «Αλαλάξατε τω Κυρίω πάσα η γη» (Ψαλ. 65,1). Δηλαδή μας προτρέπει να κάνουμε την δοξολογία με αλαλαγμό. Αλλά ούτε κι εγώ απαγορεύω αυτόν τον αλαλαγμό παρά μόνο την άναρθρη κραυγή· ούτε τη φωνή της δοξολογίας αλλά την άτακτη φωνή. Απαγορεύω τις μεταξύ σας φιλονικίες, τα χέρια που υψώνονται στον αέρα άσκοπα και στην τύχη, τα πόδια που είναι το ένα επάνω στο άλλο, τ’ ανάρμοστα και χαυνωμένα ήθη, που αποτελούν παιχνίδια εκείνων που συχνάζουν στα θέατρα και τις ιπποδρομίες. Από κει εισάγονται αυτές οι ανευλαβείς και οχλοκρατικές φωνές, από κει οι άτακτες χειρονομίες, οι έριδες οι φιλονικίες τα άτακτα ήθη.

 

Ι. Χρυσοστόμου έργα, Εις το «είδον τον Κύριον καθήμενον», ομιλία Α΄, Ε.Π.Ε. 8Α, σσ. 325-333, περιληπτική διασκευή.

 

  Για την απόδοση·

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Κορυφή