Ὁ
Εὐγένιος
Βούλγαρης (1716
– 1806)
ὑπῆρξε
πρωτοπόρος τοῦ
νεοελληνικοῦ
διαφωτισμοῦ,
τοῦ
μεγάλου
αὐτοῦ
πνευματικοῦ
καὶ
πολύπλευρου
κινήματος
τοῦ 18ου
αἰῶνος
ἀλλὰ
συγχρόνως
καὶ
ἐκλεκτὸς
κληρικὸς
καὶ
ἱεράρχης
τῆς
Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας.
Γεννήθηκε
στὴ
Κέρκυρα
ἀπό
Ζακυνθινοὺς
γονεῖς,
σπούδασε
στὴν
Πάδοβα
τῆς
Ἰταλίας,
δίδαξε
στὰ
Γιάννενα,
στὴν
Κοζάνη,
στήν
Ἀθωνιάδα
Σχολή,
καὶ
στὴ
Μεγάλη
τοῦ
Γένους
Σχολὴ
στὴ
Κωνσταντινούπολη.
Ταξίδεψε
στὴν
Εὐρώπη,
φιλοξενήθηκε
σὲ
αὐλὲς
ἡγεμόνων
της
καὶ
στὸ
τέλος
κατέληξε
στὴν
Ρωσία.
Τὸ
1776
ἔγινε
ἐπίσκοπος
Σλαβινίου
καί
Χερσῶνος καὶ
τὸ 1787
παραιτήθηκε
γιὰ
χάρη
τοῦ
Νικηφόρου
Θεοτόκη.
Τὸ 1788
καταλήγει
στὴν
Πετρούπολη
προσκαλεσμένος
τῆς
Αἰκατερίνης
τῆς
Β',
ἡ
ὁποία
τὸν
τίμησε
ποικιλοτρόπως.
Τὸ 1802
ἀπεσύρθη
στην
Ἱερὴ
Μονὴ
τοῦ
Ἁγίου
Ἀλεξάνδρου
Νέφσκυ,
ὅπου
καὶ
κοιμήθηκε
τὸ 1806.
Τὰ
ἔργα
του
εἶναι
ποικίλα
καὶ
ἀσχολοῦνται
μὲ
πολλοὺς
τομεῖς
τῆς
ἐπιστήμης.
Ἔγραψε
Λογική,
Μεταφυσική,
Φυσική,
Ἀριθμητική,
Γεωμετρία,
Γεωργικὰ
κ.ἄ.
Ἐξέδωσε
ἔργα
τοῦ
Ἰωσήφ
Βρυεννίου
καὶ
συνέγραψε
τὴν
βιογραφία
τοῦ
μεγάλου
αὐτοῦ
θεολόγου.
Ἔγραψε
βιβλιάριον κατὰ
Λατίνων,
διατριβὴ
περὶ
εὐθανασίας,
περὶ
ἐκπορεύσεως
τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος,
βιογραφία
καὶ
τὰ
σῳζόμενα
Θεοδωρήτου,
ἐπισκόπου
Κύπρου,
τό
Θεολογικόν,
ποὺ
εἶναι
δογματικὴ
τῆς
Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας,
περὶ
ἀνεξιθρησκίας,
πρωτότυπη
πραγματεία,
ὅπου
ἐξηγεῖ
ποιὸ
πρέπει
νὰ
εἶναι
τὸ
ἀληθινὸ
νόημα
τῆς
λέξεως
γιὰ
τοὺς
Χριστιανούς.
Ἀσχολήθηκε
μὲ
πραγματεία
γιὰ
τὴ
μουσική,
γιὰ
τὴ
φιλία
καὶ
ἄλλα
διάφορα
θέματα.
Μετέφρασε
καὶ
μερικὰ
ἔργα
τοῦ
Βολταίρου.
Ὁ
Εὐγένιος
Βούλγαρης
ἔζησε
σὲ
μιά
περίοδο,
ὅπου
στὴν Εὐρώπη
κυριαρχοῦσε
ὁ
ὀρθολογισμός,
ἡ
ἀμφισβήτηση,
ὁ
ἀνθρωποκεντρισμός,
ἡ
ἀπομυθοποίηση
τῶν
πάντων,
ὁ
διαφωτισμὸς
στὶς
ποικίλες
ἐκδοχές
του.
Ἀναγκάσθηκε
ἐκ
τῶν
πραγμάτων
νὰ
μιλήσει
τὴν
γλῶσσα
τῆς
ἐποχῆς
του,
νὰ
μπει
στὴ
νοοτροπία
της,
νὰ
διαλεχθεί
μὲ
τὰ
ἐπικρατοῦντα
φιλοσοφικὰ
ρεύματα
τῆς
ἐποχῆς.
Δὲν
ἀπέρριψε,
ὅμως,
τὸν
χριστιανισμὸ
καὶ
τὴν
ἰδιότητα
τοῦ
κληρικοῦ.
Παρέμεινε
ὁ
Ὀρθόδοξος
Κληρικός,
ἐνῷ
συγχρόνως
ἦταν
καὶ
ὁ
ἐλεύθερος
στοχαστής.
Κινήθηκε μὲ
σύνεση
καὶ
διάκριση
στὸ
δύσκολο
κλίμα τῆς
ἐποχῆς
του,
προσπαθώντας
νὰ
ἐπικοινωνήσει
μὲ
τοὺς
πάντες.
Γι'
αὐτὸ
σὲ
πολλὰ
ἔργα
του,
π.χ.
περὶ
φιλίας,
δὲν
ἔχει
παραπομπὲς
στοὺς
Πατέρες
ἢ
σὲ
ἐκκλησιαστικὰ
ἔργα,
ἀλλὰ
παραπέμπει
μόνον
σὲ
ἀρχαίους
συγγραφεῖς,
ἀφοῦ
αὐτοὶ
ἦταν
στὸ
κέντρο
τῆς
ἐπικαιρότητας τῆς
ἐποχῆς
ἐκείνης.
Στὰ
γηρατειά
του
ἔγινε
πιὸ
συντηρητικὸς
στὶς
ἀντιλήψεις
του
καὶ
οι
θεολογικές
του
θέσεις
ἔγιναν
πιὸ
πατερικὲς
καὶ
παραδοσιακές.
Γι' αὐτό,
ὅταν
κάποιοι
θέλησαν
νὰ
ἐπανεκδώσουν
ὁρισμένα
ἔργα
του,
τοὺς
εἶπε·
«μὴ
καταισχύνετε
τὰ
γηρατειά
μου».