Στο «ΒΗΜΑ» τής Κυριακής 24-5-2009 δημοσιεύτηκε άρθρο του
Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου υπό τον τίτλο
«Ιεροί Κανόνες και νόμοι τής Πολιτείας».
Δεν θα αναφερθούμε σε όλο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος,
αλλά θα περιορίσουμε τις αναφορές μας σε δυο μόνο
ουσιαστικές παραγράφους.
- Α -
Στην ΠΡΩΤΗ, με την ένδειξη 4, ο συντάκτης του δημοσιεύματος
παραθέτει τα εξής· «Βέβαια πρέπει να ενεργούμε κατά τους
Ιερούς Κανόνες. Αλλά όταν αρνούμαστε η αδιαφορούμε να
κρίνουμε εμείς βάσει των Ιερών Κανόνων στον κατάλληλο καιρό
και κατά συνέπεια δημιουργούνται πολλά “εκκλησιαστικά
καρκινώματα”,
δεν μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε, όταν επεμβαίνει η Πολιτεία
για να διασφαλίσει ακόμη και το κοινό περί δικαίου αίσθημα
και αυτού του εκκλησιαστικού πληρώματος. Ό Θεός ενεργεί
ποικιλοτρόπως».
Δεν μπορεί κανείς να μην υιοθετήσει την άποψη, ότι η
τοποθέτηση αυτή του Σεβασμιωτάτου είναι ορθή. Και να
προσθέσουμε καλόπιστα, προς έμφαση, και το «απολύτως» ορθή,
αλλά με μία σοβαρή επιφύλαξη. Και η επιφύλαξη έγκειται στο
γεγονός ότι
οι παραπάνω επισημάνσεις του Δεσπότη κινούνται αποκλειστικά
και μόνο στο χώρο της θεωρίας.
Η εκκλησιαστική πρακτική, όλα τα προηγούμενα χρόνια και
ιδιαίτερα μάλιστα την τελευταία περίοδο, κινήθηκε μεθοδικά
και σταθερά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Και όταν οι θεωρητικές τοποθετήσεις απέχουν από τις
πρακτικές εφαρμογές «καθόσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών»,
τα αποτελέσματα, ιδιαίτερα στον εκκλησιαστικό χώρο, είναι
θλιβερά και ολέθρια και η βλάβη τού πληρώματος ανεπανόρθωτη.
Και αυτή την αντίφαση θεωρίας και πράξης, ειδικά τα
τελευταία χρόνια, τη ζήσαμε και την απολαύσαμε σε όλο της το
μεγαλείο.
Ιδού μερικές υπομνήσεις·
Δεν έδινε αφορμή προς εκκίνηση της κανονικής εκκλησιαστικής
διαδικασίας η επίσημη δήλωση του προηγούμενου Αρχιεπισκόπου
ενώπιον του Σώματος της Ιεραρχίας, όταν και ο ίδιος βρέθηκε
στη δίνη των αποκαλύψεων, για «φιλήδονους» και «
φιλοχρήματους» κληρικούς και για «θερμοκήπια αθλιοτήτων»;
Και στην επίσημη αυτή δήλωση κανένας υπεύθυνος ελεγκτικός
λόγος δεν ακούστηκε και καμιά κανονική διαδικασία δεν
ξεκίνησε.
Δεν έδιναν «πάλιν και πολλάκις» αφορμή για εφαρμογή της
κανονικής διαδι-κασίας καταγγελίες για σοβαρότατα ηθικά και
άλλα σκάνδαλα, ακόμη και Αρχιερέων, πού διοχετεύονταν κατά
πλησμονή στο πλήρωμα από τα Μ.Μ.Ε.; Και τί έπραττε σε κάθε
περίπτωση η διοικούσα Εκκλησία; Άλλοτε προσκαλούσε τον
εγκαλούμενο Μητροπολίτη να παράσχει εξηγήσεις, οι όποιες
κρίνονταν (χωρίς βέβαια καμιά έρευνα) «επαρκείς»!! και
σταματούσαμε εδώ. Και άλλοτε ακολουθούσε παραπομπή του
εγκαλούμενου σε τακτική ανάκριση, με τη ρητή αναφορά (βλ.
εντολή) στο παραπεμπτήριο έγγραφο «ίνα μη μείνει ουδέ υποψία
σπίλου εις βάρος του Σεβασμιωτάτου...»!!
Το τελευταίο μάλιστα χαρακτηρίσθηκε από τούς νομικούς και ως
παγκόσμια δικονομική πρωτοτυπία.
Γιατί, εύλογα διερωτάται κανείς, τί θα έκανε στην περίπτωση
αυτή ο ανακριτής, όντας δέσμιος της προειλημμένης κρίσεως
της Συνόδου;
Δεν αποτελούσε αφορμή για παράλληλη εφαρμογή της κανονικής
διαδικασίας σε βάρος Μητροπολίτη, ο οποίος είχε καταδικασθεί
σε ποινή φυλακίσεως για σοβαρό πλημμέλημα, ενώ παράλληλα
βρισκόταν σε εξέλιξη ή διαδικασία παραπομπής του και για
κακούργημα; Τίποτε απ’ αυτά δεν έγινε για τη διάγνωση των
αντίστοιχων κανονικών παραπτωμάτων. Τουναντίον μάλιστα. Η
Σύνοδος, μετά πρότασή του τότε Αρχιεπισκόπου (μειοψηφία =
1), εξέφρασε τη συμπαράστασή της στο Μητροπολίτη για τη
δικαστική του περιπέτεια!!!
Τί να πει κανείς όταν η συνταγματικώς κατοχυρωμένη « Αρχή
Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα» κατέληξε για
Μητροπολίτη στην ομόφωνη απόφαση ότι «είναι απολύτως
αναγκαία και δικαιολογημένη η αυτούσια προβολή των επίμαχων
ηχητικών στοιχείων, πού καλύπτουν πράξεις και εκδηλώσεις του
Μητροπολίτη...». Και αντί η τότε εκκλησιαστική ηγεσία την
απόφαση αυτή της αρμόδιας Αρχής να τη δεχθεί,
γιατί της διδόταν έτσι και η νομική δυνατότητα να προχωρήσει
στην έρευνα, τουναντίον με ανακλητική αίτηση (!) στην ίδια
Αρχή ζήτησε την ακύρωση τής πρώτης αποφάσεως της,
υποστηρίζοντας ότι τα προσωπικά δεδομένα των Αρχιερέων (βλ.
και «ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές»!!) δεν πρέπει να αποτελούν
αντικείμενο δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος. Και, όπως ήταν
επόμενο, και η ανακλητική αυτή αίτηση απορρίφθηκε, ενώ η
εκκλησιαστική διοίκηση βρέθηκε και πάλι εκτεθειμένη.
Τα όσα εντελώς ενδεικτικά και επιλεκτικά περιγράφονται
παραπάνω, αποδει-κνύουν περίτρανα και την «άρνηση» και την
«αδιαφορία» της διοικούσης Εκ-κλησίας (για να
χρησιμοποιήσουμε λέξεις από το κείμενο του δημοσιεύματος) να
εφαρμόσει την κανονική εκκλησιαστική διαδικασία, ακόμη και
σε κραυγαλέες περιπτώσεις.
Και μπροστά στα θλιβερά και τραγικά αυτά φαινόμενα, τα οποία
ερέθιζαν και προκαλούσαν το πλήρωμα,
δημοσίως τουλάχιστον δεν είχαμε καμιά διαμαρτυρία ή
αντίδραση.
Άκρα του τάφου σιωπή. Ποτέ δεν ακούστηκε αντιρρητικός λόγος
με υπεύθυνη και επίσημη τοποθέτηση από τους μετέχοντες των
διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας Ιεράρχες, και, ας μας
επιτραπεί και τούτη η προσθήκη,
ούτε και από το συντάκτη του σχολιαζόμενου δημοσιεύματος.
Είναι πράγματι εύκολο να τοποθετούμεθα θεωρητικώς μόνο και
εκ των υστέρων, και θα έλεγε κανείς ότι, όταν έτσι το
προβάλλουμε και μάλιστα χωρίς κανένα προσωπικό κόστος,
ενέχει και κάποιο στοιχείο προσωπικής προβολής. Το δύσκολο,
αλλά γενναίο, είναι να τοποθετούμεθα με οποιοδήποτε
προσωπικό κόστος επίκαιρα και όταν αποκαλύπτονται και
καταγγέλλονται τα σκάνδαλα. Και κάτι τέτοιο το πλήρω-μα
δυστυχώς ούτε το έζησε ούτε το είδε ποτέ.
- Β -
Η ΔΕΥΤΕΡΗ αναφορά εντοπίζεται στην προτελευταία παράγραφο
τού δημοσιεύματος, την οποία και παραθέτουμε:
«Θεωρώ ότι θα πρέπει να ψηφισθεί ένας νόμος από την Πολιτεία
με πρόταση της Εκκλησίας, που θα δίνει την αρμοδιότητα στην
Εκκλησία να δικάζει τους κληρικούς της, όταν διαπράττουν
κανονικά παραπτώματα, κατά το δικό της κανονικό δίκαιο».
Η πρώτη παρατήρηση πάνω στην πρόταση τού Σεβασμιωτάτου είναι
ότι τέτοια διάταξη υπάρχει στον ίδιο τον Καταστατικό Χάρτη
(Ν. 590/1977) και είναι η διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου
44, η οποία με απόλυτη σαφήνεια ορίζει ότι «Τα παραπτώματα
των κληρικών και μοναχών... τα συνεπαγόμενα κανονικάς
κυρώσεις εκδικάζονται υπό των 'Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων».
Κατά συνέπεια ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι τα κανονικά
(αλλά μόνο τα κανονικά) παραπτώματα των κληρικών, και κατ’
επέκταση και αυτά των Αρχιερέων, ανήκουν στην αποκλειστική
δικαιοδοσία (αρμοδιότητα) των Ε.Δ.
Πέραν όμως των κανονικών παραπτωμάτων η έννομη τάξη, σε κάθε
ευνομούμενη Πολιτεία, επιβάλλει ένα πλαίσιο συμπεριφορών των
πολιτών και θέτει συγκεκριμένες απαγορεύσεις και δεσμεύσεις.
Και απ’ αυτές τις συμπεριφορές δεν εξαιρούνται, δεν πρέπει
να εξαιρούνται, ούτε οι κληρικοί ούτε, πολύ περισσότερο, οι
Αρχιερείς.
Η αρχή της ισότητας, την οποία και το δικό μας Σύνταγμα
ανάγει σε θεμελιώδη αρχή, επιβάλλει την αυτή, ίση
μεταχείριση για όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες πάσης φύσεως
και πάσης κατηγορίας. Και εκείνος, που παραβαίνει τους
κανόνες του κοινού ποινικού κώδικα, όποιος και να είναι,
διαπράττει, με τις προϋποθέσεις και τις διακρίσεις του
νόμου, κολάσιμο ποινικό αδίκημα, και οι εμπίπτοντες σε αυτές
τις παραβάσεις δεν πρέπει να έχουν διάφορη ποινική
μεταχείριση.
Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι είναι σαφής η διάκριση μεταξύ
κανονικών παραπτωμάτων και ποινικών αδικημάτων. Τα πρώτα
αναφέρονται μόνο σε κληρικούς και ειδικώς γι’ αυτά
ακολουθείται η κανονική εκκλησιαστική διαδικασία, χωρίς την
παραμικρή παρέμβαση της κοσμικής εξουσίας.
Τα δεύτερα αφορούν σε όλους τους πολίτες του κράτους,
ανεξαρτήτως ιδιότητας και κατηγορίας, οι οποίοι, δεν είναι
επιτρεπτό, να έχουν διάφορη και άνιση μεταχείριση από την
Πολιτεία.
Και είναι βέβαιο ότι όλα τα κανονικά παραπτώματα δεν είναι
και ποινικά αδικήματα. Όταν π.χ. κάποιος κληρικός απέχει των
τελετουργικών του καθηκόντων επί μακρόν, όταν κάποιος
κληρικός είναι κατά συνήθεια μέθυσος, όταν κάποιος κληρικός
είναι ομοφυλόφιλος (το «κάποιος» πολλαπλασιάστε το με όποιο
συντελεστή νομίζετε) κ.ά., αυτά αποτελούν μόνο κανονικά
παραπτώματα και δεν ενδιαφέρουν την Πολιτεία, παρά μόνο την
Εκκλησιαστική Διοίκηση. Η Πολιτεία επεμβαίνει με τις
ρυθμίσεις της ποινικής της νομοθεσίας μόνο στις περιπτώσεις
των ποινικών παραβάσεων. Εδώ η μεταχείριση των πολιτών
πρέπει να είναι η αυτή και δεν επιδέχεται διακρίσεις.
Η Εκκλησία στις νομικές της σχέσεις, κατά το κρατούν σήμερα
σύστημα, είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Τούτο ρητώς
ορίζεται στον Καταστατικό Της Χάρτη με τη διάταξη της παραγ.
4 του άρθρου 1. Και, κατά πάγια νομολογία τού Ανώτατου
Ακυρωτικού Δικαστηρίου (Σ.τ,Ε.), οι Μητροπολίτες είναι
«όργανα διοικήσεως» ως Προϊστάμενοι τού Ν.Π.Δ.Δ. της
Μητροπόλεώς των και ως μετέχοντες στη διοίκησή του Ν.Π.Δ.Δ.
της Εκκλησίας. Συνέπεια τούτου είναι ότι, όταν η Πολιτεία
καθορίζει ορισμένες συνέπειες, που επάγονται σοβαρά ποινικά
αδικήματα (ιδία κακουργήματα) για κάθε όργανο διοικήσεως,
δε νοείται εξαίρεση απ’ αυτή τη μεταχείριση των Αρχιερέων,
ως οργάνων διοικήσεως και αυτών, πάντα κατά το κρατούν
σήμερα σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.
Και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρουμε τούτο. Όταν
κάποιο όργανο της Πολιτείας, καταδικαζόμενο αμετάκλητα για
ορισμένα βαρύτατα αδικήματα (π.χ. κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη,
κ.ά.), εκπίπτει αμέσως, και μάλιστα με διαπιστωτική
διοικητική πράξη, από την άσκηση των διοικητικών του
καθηκόντων, δεν είναι ποτέ ανεκτό από την εσωτερική έννομη
τάξη, όταν Μητροπολίτης, καταδικασθείς και αυτός αμετάκλητα
στα αυτά ποινικά αδικήματα, να αναγνωρίζεται και να ενεργεί
πλέον ως «όργανο διοικήσεως», να διοικεί το Νομικό Πρόσωπο
της Μητροπόλεως, να συνεργάζεται ακωλύτως ως νόμιμο όργανο
με τα άλλα πολιτειακά όργανα, να προεξάρχει των τελετών και
εκδηλώσεων, να παράθετε επισήμως μεταξύ υπουργών και
νομαρχών, κ.ά.
Τούτο αποτελεί συνέπεια της αρχής της ίσης μεταχείρισης, που
επιβάλλει, κατά θεμελιώδη αρχή, το Σύνταγμα. Και με την
έννοια αυτή, το άρθρο 160 του Ν. 5383/1932, πού ισχύει και
σήμερα, κατά ρητή και ειδική αναφορά, στη διάταξη της παραγ.
1 του άρθρου 44 του Καταστατικού Χάρτη, επιβάλλοντας, «κατά
δέσμια διοικητική ενέργεια» και όχι με «δικαιοδοτική κρίση»,
την καθαίρεση Μητροπολίτη, πού καταδικάσθηκε αμετάκλητα για
κακούργημα, είναι απολύτως συμβατό με το ισχύον Σύνταγμα,
ανεξάρτητα ότι πέραν αυτού συνάδει και με τούς Ιερούς
Κανόνες (βλ. ΚΕ' Αγίων Αποστόλων κ.ά.).
ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Οι ρόλοι της Εκκλησίας και της Πολιτείας είναι και
νομικώς διακριτοί.
Οι δικαιοδοσίες των δυο είναι διακριτές και χωριστές. Η
εκδίκαση των κανονικών (ΜΟΝΟ) παραπτωμάτων των κληρικών
ανήκει αποκλειστικά στα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια.
Επιβάλλοντας όμως η έννομη τάξη ορισμένες συμπεριφορές και
συνέπειες στους πολίτες του κράτους μας, δεν δικαιολογείται
η εξαίρεση απ’ αυτές των κληρικών και δη των Αρχιερέων της
Ελλαδικής Εκκλησίας, διότι έτσι παραβιάζεται ευθέως η
συνταγματική τάξη, πού επιβάλλει, κατά θεμελιώδη αρχή, την
ίση μεταχείριση όλων των πολιτών κάθε κατηγορίας και τάξεως.
Ο σχολιαστής
«ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ» 16 ΙΟΥΛΙΟΥ 2009