Ὅταν
μία
γυναῖκα
-ἀφοῦ
λάβει
τὸ
σπέρμα
τοῦ
ἄνδρα
της-
συλλάβει,
ἐπακολουθεῖ
μία
περίοδος
ἐγκυμοσύνης,
ἐννέα
μηνῶν
συνήθως,
μέχρι
τὴν
ὥρα
τοῦ
τοκετοῦ.
Ἡ
περίοδος
αὐτὴ
εἶναι
κουραστικὴ
καὶ
ἐνοχλητικὴ
γιὰ
τὴν
μητέρα.
Πρέπει
νὰ
προσέχει
τὶς
κινήσεις
της,
τὴν
διατροφή
της,
νὰ
μὴ
ἔχει
συναισθηματικὲς
ταραχὲς
καὶ
στενοχωρεῖται,
ν’
ἀποφεύγει
τὶς
συζυγικὲς
σχέσεις,
τὰ
μεγάλα
ταξίδια
-εἰδικά
τους
τελευταίους
μῆνες-
καὶ
ἄλλα
πολλά.
Ἡ
ἐπώδυνος
αὐτὴ
ἐγκυμοσύνη
ὁλοκληρώνεται
μὲ
τὸν
ὀδυνηρὸ
καὶ
ἐπικίνδυνο
πολλὲς
φορὲς
τοκετό.
Καὶ
ἡ
κούραση,
ὁ
πόνος,
τὸ
ἄγχος
συνεχίζεται
κατὰ
τὴν
ἀνατροφὴ
τοῦ
παιδιοῦ.
Καὶ
θὰ
συνεχίζεται
μέχρι
θανάτου
τῆς
μητέρας,
ἡ
μέριμνα,
τὸ
ἐνδιαφέρον,
ἡ
ποικίλη
φροντίδα
καὶ
προσφορά,
ἐφ’
ὅσον
δύναται,
γιὰ
τὸ
παιδί
της.
Ὅ,τι
συμβαίνει
μὲ
τὸν
σωματικὸ
τοκετό,
τὸ
ἴδιο
παρατηρεῖται
καὶ
μὲ
τὸ
πνευματικὸ
τοκετὸ
ἐνὸς
συγγραφικοῦ
ἔργου.
Γιὰ
νὰ
ἐμφανισθεῖ
ὁποιοδήποτε
συγγραφικὸ
ἔργο,
ἀπαιτεῖται
χρόνος
καὶ
κόπος.
Προηγεῖται
κ’
ἐδῶ
ἡ
σύλληψη
κάποιας
ἰδέας
ποὺ
μοιάζει
μὲ
σπόρο.
Ὁ
νοῦς
λειτουργεῖ
σὰν
μία
μήτρα
ποὺ
συλλαμβάνει
τὴν
πολύτιμη
ἰδέα-σπόρο.
Ἐν
συνεχείᾳ
ἡ
συλληφθεῖσα
ἰδέα
κυοφορεῖται,
τροφοδοτεῖται
μὲ
ἔρευνες,
ἀναπτύσσεται
μὲ
μελέτες,
μορφοποιεῖται
ποικιλοτρόπως.
Ὅταν
πλέον
αὐτὴ
ἔχει
ὡριμάσει,
ἔρχεται
στὸ
φῶς'
δηλαδὴ
διατυπώνεται,
καταγράφεται,
δημοσιεύεται.
Ἃς
ἀφήσουμε
ἕνα
πολιτικὸ
ἀλλὰ
καὶ
μεγάλο
διανοητὴ
τοῦ
20ου
αἰῶνος,
τὸν
Παναγιώτη
Κανελλόπουλο,
νὰ
μᾶς
περιγράψει
τὸν
τοκετὸ
ἐνὸς
βιβλίου
του ποὺ
πρωτοέγραψε
τὸ
1952
καὶ
τὸ
ἐμφάνισε
τὸν
Ἰανουάριο
τοῦ
1953.
Ὁ
τίτλος
τοῦ
βιβλίου
τοῦ
εἶναι'
«Ὁ
χριστιανισμὸς
καὶ
ἡ
ἐποχή
μας»,
(Βιβλιοπωλεῖο
Ἑστίας,
Ἀθῆνα
2004).
«Τὸ
βιβλίο
τοῦτο
τὸ
ἔγραψα
σὲ
σαράντα
πέντε
μέρες.
Ἀπὸ
τὰ
τέλη
Ἀπριλίου
ὡς
τὰ
μέσα
Ἰουνίου
τοῦ
1952.
Τὸ
δούλεψα
ὅμως
μέσα
μου
ἕναν
ὁλόκληρο
χρόνο. Κι
ὡς
τὰ
τέλη
Ἀπριλίου
τοῦ
1952
βασάνιζα
τὸν
ἑαυτό
μου
καλώντας
τὸν
στὸ
ἔργο.
Δὲν
ξέρω
πόσες
φορὲς
ἔσκυψα
πάνω
στὸ
χαρτὶ
–ἐπάνω
στὸν
ἑαυτό
μου-
μὲ
τὴν
ἀπόφαση
ν’
ἀρχίσω.
Οἱ
λέξεις
ὅμως
ἔλειπαν'
δὲν
ἤθελαν
νὰ
ὑπακούσουν
στὶς
σκέψεις
μου.
Ἴσως
ἔλειπαν
καὶ
οἱ
ἴδιες
οἱ
σκέψεις.
Κάπου
κάπου
ἔγραφα
δυὸ
τρεῖς
φράσεις.
Μιὰ
μέρα
ἔγραψα
τρεῖς
μικρὲς
φράσεις
σὲ
τρεῖς
μεγάλες
καὶ
ἀτέλειωτες
ὧρες.
Ξαφνικὰ
στὰ
τέλη
Ἀπριλίου,
ἄρχισαν
νὰ
ἔρχονται
οἱ
λέξεις.
Ἄρχισαν
δηλαδὴ
νὰ
ἔρχονται
οἱ
σκέψεις…
Εἶπα
ὅτι
τὸ
βιβλίο
μου
τοῦτο
τὸ
δούλεψα
μέσα
μου
ἕναν
ὁλόκληρο
χρόνο.
Ἡ
ἀλήθεια
εἶναι
ἄλλη.
Πάλευα
γιὰ
νὰ
τὸ
ἀρχίσω
ἕναν
ὁλόκληρο
χρόνο,
ἀλλὰ
τὸ
δούλεψα
μέσα
μου,
χωρὶς
νὰ
ἔχω
τὴν
πρόθεση
νὰ
τὸ
γράψω
μίαν
ὁλόκληρη
ζωή»
(σέλ.27'
28).
Πόσο
ὡραία
καὶ
παραστατικὰ
περιγράφει
ὁ
Κανελλόπουλος
τὸ
τοκετὸ
τοῦ
βιβλίου
του.
Πόσο
ὀδυνηρὸς
καὶ
δύσκολος
καὶ
χρονοβόρος
ὑπῆρξε.
Ὁ
ἄνθρωπος
ὁ
ὁποῖος
12(!)
ἐτῶν
μετέφραζε
ἐξαιρετικὰ
μεγάλους
ξένους
συγγραφεῖς(Γκαῖτε,
Σίλλερ,
Οὐγκῶ),
ποὺ
21
ἐτῶν
πῆρε
διδακτορικὸ
ἀπὸ
τὸ
πανεπιστήμιο
τῆς
Χαϊδελβέργης,
27
ἐτῶν
ἔγινε
ὑφηγητὴς
καὶ
31
ἐτῶν
καθηγητὴς
πανεπιστημίου
στὴν
ἕδρα
τῆς
κοινωνιολογίας,
ἐνῷ
38
ἐτῶν
κατέστη
ἀρχηγὸς
κόμματος,
κάποια
μέρα,
ἔγραψε
μόνο
«τρεῖς
μικρὲς
φράσεις
σὲ
τρεῖς
μεγάλες
καὶ
ἀτέλειωτες
ὧρες».
Ὁ
ἄνθρωπος
ποὺ
ὑπῆρξε
πολυγραφώτατος
καὶ
χαλκέντερος,
ποὺ
«ἔνοιωθε
συνεχῶς
τὸν
ἡδονικὸ
ἴλιγγο
τοῦ
γραψίματος»,
ἕναν
ὁλόκληρο
χρόνο…μίαν
ὁλόκληρη
ζωή,
τὸ
δούλευε,
τὸ
στοχαζόταν,
τὸ
μελετοῦσε
καὶ
τὸ
ἐπῴαζε
μέσα
στὸ
μυαλό
του.
Δεχόταν
τὰ
σπέρματα
τῶν
κεφαλαίων
ποὺ
ἀναπτύσσει
στὸ
βιβλίο
του
ἀπὸ
διάφορες
ἀφορμές,
γεγονότα,
καὶ
μελέτες,
κεφαλοπονοῦσε
ὁλόκληρη
ζωὴ
–πενήντα
χρονῶν
ἦταν
ὅταν
τὸ
ἔγραφε-
καὶ
τὴν
πνευματικὴ
αὐτὴ
ἐπῴαση
τὴν
ἐξέφρασε
γράφοντας
τὴν
μέσα
σὲ
σαράντα
πέντε
μέρες.
Ἦταν
τόσος
μεγάλος
καὶ
ὁρμητικὸς
καὶ
γρήγορος
ὁ
τοκετός,
ποὺ
ἐπιτέλους
πραγματοποιήθηκε,
ὥστε
«οἱ
σκέψεις
καὶ
οἱ
λέξεις
περνοῦσαν
ἀπὸ
τὸ
νοῦ
μου
κι
ἀπὸ
τὰ
αὐτιά
μου
μὲ
τέτοια
βία,
ποὺ
λαχάνιασα
προσπαθώντας
νὰ
τὶς
ἀκολουθήσω.
Ὅσες
πρόλαβα
νὰ
πιάσω,
τὶς
παραδίνω
στὸν
ἀναγνώστη»
(σέλ.27).
Μετὰ
32
χρόνια,
τὸν
Μάιο
τοῦ
1984,
σὲ
εἰσαγωγὴ
ποὺ
γράφει
γιὰ
τὴ
δεύτερη
ἔκδοση
τοῦ
βιβλίου
του
ποὺ
ἔγινε
τὸ
1985,
ὁ
Κανελλόπουλος
ἐξομολογεῖται
ὅτι
ἐὰν
ἔγραφε
τὸ
1984
τὸ
ἴδιο
βιβλίο
του
«θὰ
δούλευα
πολὺ
τὴν
κάθε
φράση,
τὴν
κάθε
λέξη.
Θὰ
δίσταζα
πρὶν
διατυπώσω
τὶς
πιὸ
πολλὲς
ἀπὸ
τὶς
σκέψεις
μου.
Καὶ
θὰ
τὶς
διατύπωνα
κάπως
διαφορετικά.
Ἴσως
μάλιστα,
νὰ
μὴν
ἀποφάσιζα
κὰν
νὰ
καταπιαστὼ
μὲ
θέματα
σὰν
κι
αὐτὰ
ποὺ
τόλμησα
τότε
νὰ
χειρισθῶ.
Ἡ
ἡλικία
καὶ
ἡ
πεῖρα
προσθέτουν
πολλὰ
στὸν
ἄνθρωπο,
ἀλλὰ
καὶ
ἀφαιροῦν
πολλά.
Εἶμαι
ὁ
ἴδιος
ἀλλὰ
καὶ
‘ἂλλος’.
Ὁ
ἴδιος
–μὲ
ἀνοιχτὲς
πάντα
τὶς
θύρες
τοῦ
νοῦ
καὶ
τῆς
καρδιᾶς
μου-ὡς
δέκτης
ἐντυπώσεων
καὶ
γνώσεων.
‘
Ἂλλος’
ὅμως
ὡς
κάτοχος
γνώσεων
καὶ
ἐντυπώσεων,
ποὺ
δὲν
τὶς
εἶχα
τότε
καὶ
ποὺ
ἀλλοιώνουν,
συμπιέζουν
ἢ
καὶ
ἐκτοπίζουν
ἄλλες
παλαιότερες»
(σ17).
Πόσος κόπος, πόση προσπάθεια, πόση
ἐπιμέλεια
γιὰ
νὰ
γράψει
τὸ
βιβλίο
καὶ
ἐν
τούτοις
δὲν
μένει
ἱκανοποιημένος
καὶ
λέγει
ὅτι
«θὰ
δούλευα
πολὺ
τὴν
κάθε
φράση,
τὴν
κάθε
λέξη».
Πόσο
δύσκολος
ὁ
πνευματικὸς
τοκετὸς
γιὰ
τοὺς
πολυτάλαντους
καὶ
καλλιεργημένους
ἀλλὰ
καὶ
συγχρόνως
ἀπαιτητικοὺς
καὶ
τελειομανεῖς
συγγραφεῖς!
Δὲν
εἶναι
τυχαῖο
ὅτι
μεγάλοι
δημιουργοὶ
ὅπως
ὁ
Μπετόβεν
ἢ
ὁ
δικός
μας
Διονύσιος
Σολωμὸς
ἄφησαν
ὑπέροχα
ἔργα
τοὺς
ἡμιτελῆ.
Πόσο
πρέπει
νὰ
μᾶς
προβληματίζουν
ὅλα
αὐτὰ
συγγραφεῖς,
λογοτέχνες,
παιδαγωγούς,
πολιτικούς, δημοσιογράφους, κληρικούς,
ὁμιλητές,
ποὺ
πολλὲς
φορὲς
ἐπιπόλαια,
εὐκαιριακά,
τυπικὰ
καὶ
ἀβασάνιστα
γράφουμε
καὶ
μιλοῦμε;
Πόσο
πρέπει
νὰ
μᾶς
ἐλέγχει
τὸ
ρητὸ
«ὁρῶ
τὸ
χαρτίον
πολὺ
τιμιώτερον
τῶν
γραφομένων»;
Γράψαμε στὴν
ἀρχὴ
γιὰ
τὸ
βιολογικὸ
τοκετό,
ὅτι
«ἡ
κούραση,
ὁ
πόνος,
τὸ
ἄγχος
συνεχίζεται
κατὰ
τὴν
ἀνατροφὴ
τοῦ
παιδιοῦ
καὶ
θὰ
συνεχίζεται
μέχρι
τὸ
θάνατο
τῆς
μητέρας».
Γράφει
στὸ
πρόλογο
τοῦ
βιβλίου
τοῦ
«Ἱστορία
τοῦ
εὐρωπαϊκοῦ
πνεύματος»,
ποὺ
ἐξεδόθη
τὸ
1941,
ὁ
Κανελλόπουλος'
«Βιβλία
σὰν
κι
αὐτὸ
εἶναι
ἔργα
ὁλόκληρης
ζωῆς,
γράφονται
πολλὲς
φορές,
ξεγράφονται
καὶ
ξαναγράφονται».
Μετὰ
25
χρόνια,
τὸ
1966,
ὅταν
τὸ
πρῶτο
μέρος
τοῦ
-τοῦ
πρώτου
τόμου
τοῦ
ἔργου
του-
ξαναεκδόθηκε,
οἱ
150
σελίδες
τοῦ
ἀρχετύπου
εἶχαν
γίνει
1000
σελίδες'
δυὸ
ὀγκώδη
βιβλία!(Ἱστορία…ἔκδ.
Δ.
Γιαλλελής,
Ἀθῆνα
1976,
σέλ.9).
Στὶς
11
Σεπτεμβρίου
τοῦ
1986,
πρὶν
20
χρόνια,
ὁ
Παναγιώτης
Κανελλόπουλος
ἀφήνει
τὴν
τελευταία
του
πνοὴ
στὴν
Ἀθῆνα.
Οἱ
κουραστικοί,
ἐπώδυνοι
καὶ
χρονοβόροι
ἀλλὰ
τόσο
πολύτιμοι,
ὑπέροχοι,
καὶ
χρήσιμοι
γιὰ
μᾶς
πνευματικοὶ
τοκετοὶ
τοῦ
ἔλαβαν
τέλος.
Αἰωνία
του
ἢ
μνήμη
καὶ
καλῇ
ἀνάπαυση
ἐν
χώρᾳ
ζώντων.
Γένοιτο.