Πολλά έχουν γραφεί για το ναυάγιο του περήφανου Τιτανικού,
που βούλιαξε, ύστερα από χτύπημα σε παγόβουνο, στις 8 τ’
Απρίλη 1912. Ανάμεσα στ’ άλλα τραγικά και συγκλονιστικά
περιστατικά, αναφέρεται και το τελευταίο τούτο· Οι μουσικοί
ασταμάτητα παίζουν τραγούδια της μόδας και καταφέρνουν να
κρατήσουν μακριά τον πανικό. Οι ώρες περνούν.
Κάποτε όμως, η ώρα του θανάτου σημαίνει. Ο πλοίαρχος δίνει
εντολή και οι μουσικοί παίζουν τις πρώτες νότες ενός
θρησκευτικού ύμνου. Αδελφωμένοι οι 1503 άνθρωποι,
ηρεμισμένοι, σε μια φωνή, ενώνουν τις δικές τους φωνές με
τους ήχους των οργάνων και ψέλνουν τους γνωστούς του ύμνους.
Ήταν όπως γράφτηκε, «η πιο συγκλονιστική εκδήλωση των
ανθρώπων αυτών, που μετανάστες της ζωής πατούσαν ήδη το
κατώφλι του θανάτου». Όλοι έχουν τα μάτια της ψυχής τους
στραμμένα ψηλά στον ουρανό της αθανασίας. «Μπροστά στην
αιωνιότητα, έγραψε χρονογράφος της εποχής, οι άνθρωποι αυτοί
σχηματίζουν ένα σώμα με το καράβι, μαύρο βελούδο που λάμπει
με χίλια φώτα σαν μια λαμπρή ολοζώντανη εκκλησία…».
Μπροστά στη σκέψη του θανάτου δεν υπάρχει νυν, αλλά το «αεί
και εις τους αιώνας». Δεν υπάρχει το παρόν, αλλά το μέλλον.
Δεν υπάρχει η ζωή, αλλά η αθανασία. Δεν υπάρχει το τωρινό
αλλά το αιώνιο.
Η σάλπιγγα κάποτε θα ηχήσει. Η σάλπιγγα της τελικής κρίσης.
Η σάλπιγγα της μυριοπόθητης αποκάλυψης. Το σάλπισμα της
δεύτερης και ένδοξης παρουσίας του Κυρίου. Το ξημέρωμα της
αιώνιας, χωρίς δύση, Ανατολής. Η δόξα του νέου
μεγαλοφάνταστου κόσμου. Η μεταμόρφωση των πάντων. Οι «καινοί
ουρανοί και η καινή γη».
Τότε, «πάντες παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού». Τρομερή
στιγμή για τους αμετανόητους αμαρτωλούς, αλλά τρισχαρούμενη
για τους δίκαιους και τους αγίους. Πανηγύρι για όσους
αγάπησαν, με όλη τους την ψυχή, τον Θεό. Αιώνια θα
απολαμβάνουν τα άφραστα κάλλη του παραδείσου, «ά οφθαλμός
ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπων ουκ
ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Α΄Κορ. β΄9).
Ανείπωτες κι αζωγράφιστες είναι του παραδείσου οι ομορφιές.
Αν όλα όσα έκαμε ο Θεός είναι «καλά λίαν», ο παράδεισος
είναι το πιο τέλειο και θεόπλαστο έργο. Οι αγνές και καθαρές
καρδιές προαπολαμβάνουν από τούτη τη ζωή την αιώνια χαρά του
παραδείσου.
Μ’ αυτή τη χαρούμενη νοσταλγία πέθαιναν όλοι οι μάρτυρες του
Χριστού. Με την ελπίδα τούτη βάδιζαν με χαρά στα λιοντάρια,
τις πίσσες, τους τροχούς, τα μαχαίρια, το θάνατο!...Όλα τα
καταφρονούσαν μπροστά στη σκέψη της νίκης και της δόξας·
μπροστά στο θρίαμβο και το «βραβείον της άνω κλήσεως του
Θεού εν Χριστώ Ιησού» (Φιλιπ. γ΄14).
Υπέροχη ήταν η απάντηση του δευτέρου από τους εφτά
Μακκαβαίους αδελφούς, στον ασεβέστατο βασιλιά, τον Αντίοχο,
μέσα απ’ το καμίνι των βασανισμών του· «Συ μεν αλάστωρ εκ
του παρόντος ημάς ζην απολύεις, ο δε του κόσμου βασιλεύς
αποθανόντας ημάς υπέρ των αυτού νόμων, εις αιώνιον αναβίωσιν
ζωής ημάς αναστήσει» (Β΄Μακ. ζ΄9). Εσύ υπερήφανε, μας
αφαιρείς την τωρινή ζωή· ο Βασιλιάς όμως του κόσμου, ο Θεός,
θα μας αναστήσει σε μια άλλη, αιώνια ζωή, μια και πεθαίνουμε
πιστοί στους νόμους του.
Όσοι πιστεύουν και προσμένουν της αιώνιας βασιλείας τ’
αγαθά, περιφρονούν, όχι μονάχα της γης τις ματαιότητες,
αλλά και αυτή τους τη ζωή. «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς
ο παράδεισος», έλεγαν οι σαράντα εκείνοι θαυμάσιοι μάρτυρες
στη χιονισμένη λίμνη της Σεβάστειας.
Είναι ασύγκριτη εκείνη η ζωή. Με τίποτε το επίγειο δε μπορεί
να συγκριθεί. Μια ελάχιστη εικόνα μας δίνει ο ευαγγελιστής
Ιωάννης στα δυο τελευταία κεφάλαια της αποκάλυψης, με την
περιγραφή της «Άνω Ιερουσαλήμ».
Ο ουρανοφάντωρ Βασίλειος την περιγράφει με το δικό του
τρόπο· «Ζώντων εκείνη η χώρα, εν ή ουκ ένι νύξ, ουκ ένι
ύπνος…ουκ ένι νόσος, ουκ ένι αλγήματα, ουκ ιατρεία, ου
δικαστήρια, ουκ εμπορίαι, ου τέχναι, ου χρήματα…αλλά χώρα
ζώντων, ουκ αποθνησκόντων δια της αμαρτίας, αλλά ζώντων τη
αληθή ζωήν την εν Χριστώ Ιησού, ώ η δόξα και το κράτος εις
τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν» (ΕΠΕ τομ.8, ερμηνεία στον ΡΙΔ΄ψαλμό).
«Και μια μονάχα μέρα αν επρόκειτο να απολαύσω την ουράνια
βασιλεία, όλα του κόσμου τα καταφρονώ, και κάθε επίγεια
απόλαυση», λέγει ο ιερός Αυγουστίνος. παρόμοια εκφράζεται
και το χρυσό στόμα της Εκκλησίας, όταν λέγει· «Εί γάρ
μυρίους καθ’ εκάστην ημέραν θανάτους υπομένειν εχρήν, εί γάρ
την γέεναν αυτήν, υπέρ του τον Χριστόν ερχόμενον ιδείν εν τη
δόξη αυτού, ουκ εχρήν άπαντα υπομένειν εκείνα;». Εάν,
δηλαδή, ήτανε δυνατό και μύριους θανάτους τη μέρα να
υπομείνω, ή και να κολαστώ ακόμη στην γέενα -προκειμένου να
συναντήσω και να δω τον Ιησού Χριστό- δεν θα άξιζε να τα
υπομείνω όλα εκείνα;
Οι δοκιμασίες της γης θ’ ακριβοπληρωθούν στον ουρανό. Τι κι
αν ο σταυρός του πόνου μας φαίνεται ασήκωτος, τι κι αν των
πειρασμών τ’ αστραπόβροντα μας χτυπάνε. Τι κι αν το
πικροδάκρυ δε στεγνώνει απ’ τα μάτια μας; εδώ κάποια στιγμή
τερματίζεται η
via
dolorosa
(οδός του μαρτυρίου) και αρχίζει η αιώνια συμφωνία της
χαράς.
Μιχαήλ Ε. Μιχαηλίδης, Θεολόγος