Περßεργος φαßνεται εκ πρþτης üψεως ο τßτλος του παρüντος Üρθρου. Τι σχÝση μπορεß να Ýχει ο Ησαý με τους ¸λληνες και μÜλιστα üχι τους αρχαßους αλλÜ τους ΝεοÝλληνες; Γνωρßζουμε απü τη ΓραφÞ üτι ο Ησαý Þταν υιüς πρωτüτοκος του ΙσαÜκ και η γενιÜ του και η ρÜτσα του καταγüταν απü τους Σημßτες, ενþ η δικÞ μας η γενιÜ προÝρχεται απü τους Ιαφεθßτες, τους γνωστοýς ως Ινδοευρωπαßους. Σημ και ΙÜφεθ Þταν δýο απü τα παιδιÜ του Νþε. Λοιπüν τι σχÝση μπορεß να υπÜρχει; Ποιü εßναι το κοινü σημεßο; Τι ομοιüτητες υπÜρχουν μεταξý των ΝεοελλÞνων και του πρωτοτüκου υιοý του ΙσαÜκ; Κι üμως υπÜρχουν ομοιüτητες. Και μÜλιστα τÝτοιου εßδους, που μποροýμε να ποýμε üτι εμεßς οι ΝεοÝλληνες εßμαστε οι πνευματικοß απüγονοι του Ησαý. ¸χουμε τη νοοτροπßα και τα φρονÞματÜ του? το πιστεýω του και τον χαρακτÞρα του. Αυτü φαßνεται ξεκÜθαρα στη βιβλικÞ ιστορßα. Ας τη μελετÞσουμε για να το διαπιστþσουμε.
ΛÝγει η ΓραφÞ (Γεν. 25,27-34) üτι ο ΙσαÜκ μετÜ απü προσευχÝς εßκοσι ετþν απÝκτησε δýο δßδυμα τÝκνα. Το πρþτο που εξÞλθε απü τη κοιλιÜ της μητÝρας του Þταν ο Ησαý και ακολοýθησε ο Ιακþβ. Ο Ησαý üταν μεγÜλωσε Ýγινε Üνθρωπος που αγαποýσε να τριγυρßζει Ýξω και να ασχολεßται με το κυνÞγι. ΡωμαλÝος, δυνατüς, σκληραγωγημÝνος, με περιπετειþδη διÜθεση και συν τοις Üλλοις πρωτüτοκος απÝσπασε την εýνοια και την αγÜπη του πατÝρα του, ο οποßος τον καμÜρωνε και Þταν περÞφανος για το διÜδοχü του. Ο Ησαý, σýμφωνα με τα Ýθιμα της εποχÞς, Þταν ο κýριος κληρονüμος της πατρικÞς περιουσßας, αλλÜ και κληρονüμος της πνευματικÞς δωρεÜς, της ευλογßας του Θεοý, που εßχε πÜρει ο παπποýς του ο ΑβραÜμ και ο πατÝρας του ΙσαÜκ, üτι απü το σπÝρμα τους θα βγει Ýνα μεγÜλο Ýθνος ευλογημÝνο απü το Θεü και δια μÝσου του Ýθνους αυτοý θα ευλογηθοýν üλα τα Ýθνη της γης. Την ευλογßα αυτÞν μαζß με την υλικÞ του περιουσßα την μετÝδωσε ο ΑβραÜμ στον ΙσαÜκ και ο ΙσαÜκ θα την μετÝδιδε στον Ησαý τον πρωτüτοκο υιü του.
Μια μÝρα ο Ιακþβ, που Þταν Üνθρωπος του σπιτιοý και αγαποýσε τις οικιακÝς ασχολßες, μαγεßρεψε μια ωραßα και νüστιμη φακÞ. ¸ρχεται τüτε ο Ησαý απü την εξοχÞ κουρασμÝνος και ξελιγωμÝνος απü την πεßνα. Στη θÝα της φακÞς Üρχισαν να του τρÝχουν τα σÜλια. ΛÝγει στον Ιακþβ· «μου δßνεις να φÜω, απ’ αυτü το κüκκινο φαγητü που μαγεßρεψες, πεθαßνω της πεßνας»; Γι’ αυτü ονομÜσθηκε και «Εδþμ», δηλαδÞ κüκκινος, επειδÞ επιθýμησε τις φακÝς, που üταν βρÜζουν Ýχουν χρþμα κüκκινο. Και ο Ιακþβ που Ýβλεπε τον αδελφü του να ασχολεßται με Ýργα κοσμικÜ και να μη ενδιαφÝρεται για την ευλογßα του Θεοý, την οποßα αυτüς επßμονα επιζητοýσε και διακαþς επιθυμοýσε, του λÝγει· «ποýλησε μου τα πρωτοτüκια σου κι εγþ θα σου δþσω τη φακÞ». «Βρε ποια πρωτοτüκια μου λες, που εγþ πεθαßνω στην πεßνα». ΑπÜντησε ο Ησαý. ΑλλÜ ο Ιακþβ επÝμενε· «ορκßσου με üτι θα μου τα δþσεις σÞμερα». «ΒÜλε με να φÜω και σου ορκßζομαι να στα δþσω» απÜντησε ο Ησαý.
¸τσι ο Ησαý περιφρüνησε την ευλογßα του Θεοý για Ýνα πιÜτο φακÞ· για μια στιγμÞ σωματικοý κορεσμοý. Κι ο Θεüς, που εßδε αυτÞ την περιφρüνηση, τον απÝκλεισε του επιγεßου σχεδßου του για τη σωτηρßα του κüσμου. Απü üτι φαßνεται στη ΓραφÞ, ο Ιακþβ δεν πÞρε απü τον αδελφü του την υλικÞ περιουσßα που του ανÞκε, λüγω των πρωτοτοκßων του. ΠÞρε μüνο την πνευματικÞ ευλογßα για την οποßα εκεßνος καθüλου δεν ενδιαφερüτανε. Συνεπþς δεν τον αδßκησε ο αδελφüς του με το τÝχνασμÜ του· απλþς εκεßνος αδßκησε πνευματικÜ και αιþνια τον εαυτü του. Ο Ησαý μαζß με τον ΚÜιν εßναι απü τα σιχαμερÜ πρüσωπα της ΠαλαιÜς ΔιαθÞκης, που χÜριν ελÜχιστης υλικÞς ωφελεßας ποýλησαν τα πνευματικÜ τους δικαιþματα στον διÜβολο και προεικονßζουν τον Ιοýδα της ΚαινÞς ΔιαθÞκης, που ποýλησε το Χριστü για τριÜκοντα αργýρια.
Ας Ýρθουμε üμως στους ΝεοÝλληνες και ας δοýμε σε τι μοιÜζουν με τον Ησαý. Εßναι απüγονοι χριστιανþν προγüνων. Προγüνων που ο χριστιανισμüς τους δοκιμÜσθηκε σκληρüτατα τα χρüνια της τουρκοκρατßας. ¸χουν κι αυτοß συνεπþς επÜνω τους την ευλογßα των χριστιανþν απογüνων και εßναι φορεßς και θα πρÝπει να εßναι και συνεχιστÝς της Ορθοδοξßας. Και φαινομενικÜ αυτü συμβαßνει. Εßναι μÝλη της Εκκλησßας, συμμετÝχουν στα μυστÞρια της και στον εκκλησιασμü, Ýστω και κατÜ αραιÜ χρονικÜ χρονικÜ διαστÞματα, και δηλþνουν ως θρÞσκευμÜ τους τον χριστιανισμü. Κι üμως, αν παρατηρÞσει προσεκτικÜ κανεßς, θα διαπιστþσει üτι η επαφÞ μας με τον χριστιανισμü εßναι τυπικÞ, επιφανειακÞ και σχετικÞ.
Κι αυτÞ η προσÝλευση των Χριστιανþν στα μυστÞρια και στις μεγÜλες γιορτÝς γßνεται απü Ýθιμο και συνÞθεια, χωρßς καμμιÜ ψυχοσωματικÞ προετοιμασßα και μετοχÞ στα üσα τελοýνται. Κλασσικü παρÜδειγμα η νýχτα του ΠÜσχα, η νýχτα της ΑναστÜσεως, η «εορτÞ των εορτþν και πανÞγυρις των πανηγýρεων». Βγαßνουμε Ýξω και μüλις πει ο ιερÝας το «Χριστüς ανÝστη», σκÜζουμε μερικÜ βαρελüτα, τσουγκρßζουμε το αυγü, ανταλλÜσσουμε ασπασμοýς και φεýγουμε. Ποý πÜμε? Ποý πÜμε? Στο σπßτι να φÜμε μαγειρßτσα! 1 þρα Þ 1 ½ þρα νωρßτερα. Και ο Χριστüς μÝσα στην Εκκλησßα μας ετοßμασε τραπÝζι κι εμεßς του γυρßζουμε τις πλÜτες μας...
Ο ι. Χρυσüστομος εις τον «Κατηχητικüν του Λüγον» φωνÜζει? «Ουκοýν εισÝλθετε πÜντες εις την χαρÜν του Κυρßου ημþν... Η τρÜπεζα γÝμει, τρυφÞσατε πÜντες. Ο μüσχος πολýς, μηδεßς εξÝλθη πεινþν. ΠÜντες απολαýσατε του συμποσßου της πßστεως. ΠÜντες απολαýσατε του πλοýτου της χρηστüτητος».
Κ’ εμεßς –σαν τον Ησαý– πουλοýμε τη Θεßα Κοινωνßα, τη χαρÜ της αναστÜσεως, τη νßκη κατÜ του θανÜτου για Ýνα πιÜτο μαγειρßτσα. Λατρεýουμε την κοιλιÜ μας πÜνω απü τον Θεü. Δεν δεχüμαστε να περιμÝνει οýτε μια þρα. Στα διÜφορα γλÝντια μας και στις κοσμικÝς μας διασκεδÜσεις θÝλουμε να υπερηφανευüμαστε üτι ξενυχτÞσαμε μÝχρι των πρωινþν ωρþν. Εδþ üμως αδημονοýμε πüτε να φýγουμε. Κι üμως λεγüμαστε και ισχυριζüμαστε üτι εßμαστε Χριστιανοß!
Δεν υπÜρχει φοβερþτερο αμÜρτημα απ’ αυτü που γßνεται τη νýχτα της ΑναστÜσεως, φοβερþτερη βλασφημßα, φοβερþτερη ασÝβεια. ΛÝει ο Χριστüς στο 10ο κεφ. Του κατÜ Ματθαßου ευαγγελßου, üτι üποιος δεν δεχθεß τους αποστüλους, θα κριθεß φοβερþτερα των Σοδüμων και της Γομüρρας. Αι πþς θα κριθοýμε εμεßς οι πνευματικοß απüγονοι του Ησαý, üταν γυρßζουμε τις πλÜτες στον αναστημÝνο Χριστü?
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
www.pmeletios.com