Εἶναι
πολὺ
βασικό,
νὰ
γνωρίζουμε
κάθε
φορὰ
ποὺ
γιορτάζει
ἕνας
ἅγιος
καὶ
πανηγυρίζει
ὁ
ὁμώνυμος
ἱερὸς
ναός,
πὼς
πρέπει
νὰ
προσεγγίζουμε
στὴν
πανήγυρη
τοῦ
ναοῦ.
Εἶναι
πολὺ
χρήσιμες
οἱ
ἀπόψεις
τῶν
πατέρων
τῆς
Ἐκκλησίας
μας
πάνω
στὸ
θέμα
αὐτό.
Ἀς
παρακολουθήσουμε
μερικές.
Ἅ΄
Πρέπει
νὰ
χαιρόμαστε
γιὰ
τὴν
ἐπιτυχία
τοῦ
ἁγίου
ἢ
τῶν
ἁγίων.
Ἐμεῖς
οἱ
ἄνθρωποι
συνήθως
χαιρόμαστε,
ὅταν
βρεθοῦμε
σὲ
γάμους,
ἐπετείους
ἐθνικὲς
καὶ
κοσμικές,
καὶ
σ’
ἄλλα
εὐχάριστα
κοσμικὰ
γεγονότα.
Στὴν
ἀρχαιότητα
χαιρόταν
πολύ,
ὅταν
νικοῦσε
κάποιος
στοὺς
ὀλυμπιακοὺς
ἀγῶνες.
Τότε,
οἱ
κάτοικοι
τῆς
γενέτειρας
τοῦ
ἀθλητοῦ
γκρεμίζανε
μέρος
τῶν
τειχῶν
τῆς
πόλεως,
γιὰ
νὰ
δείξουν
ὅτι
μία πόλη ποὺ
ἔχει
τέτοιους
ἀθλητὲς
δὲν
χρειάζεται
τὰ
τείχη.
Ἐγὼ
ὅμως
χορεύω
καὶ
σκιρτῶ
καὶ
εὐφραίνομαι
καὶ
γεμίζω
ἀπὸ
ἀγαλλίαση
ἡδονή,
λέγει
ὁ
ἅγιος
Χρυσόστομος,
ὅταν
βρεθῶ
σὲ
πανηγύρι
ἁγίου.
Εἶναι
συνταρακτικὸ
τὸ
γεγονός,
ἂν
τὸ
σκεφθοῦμε
καὶ
τὸ
μελετήσουμε,
τὸ
ὅτι
ἕνας
συνάνθρωπός
μας
κατέκτησε
τὸν
οὐρανό.
Πέτυχε
ἀπὸ
τὸ
κατ’
εἰκόνα
νὰ
βρεθεῖ
στὸ
καθ’
ὁμοίωση.
Δοξάσθηκε
ἀπὸ
τὸ
Θεό.
Δὲν
μπῆκε
στὸν
παράδεισο
μὲ
δυσκολία,
κατ’
οἰκονομία,
μόλις
καὶ
μετὰ
βίας,
ἀλλὰ
μὲ
ἄνεση
καὶ
πανηγυρικά.
Μπῆκε,
γιὰ
νὰ
χρησιμοποιήσουμε
ἀθλητικὴ
ὁρολογία,
παίρνοντας
χρυσὸ
στεφάνι
ἢ
κύπελο·
ἤ,
γιὰ
νὰ
ὁμιλήσουμε
ἐκκλησιαστικά,
ἀποκτώντας
τὸ
φωτοστέφανο
ποὺ
κοσμεῖ
τὶς
μορφὲς
τῶν
ἁγίων,
ὅταν
αὐτοὶ
γίνονται
φορεῖς
τοῦ
Θεοῦ.
Πόσο
λοιπὸν
πρέπει
νὰ
χαιρόμαστε,
ὅταν
ἕνας
συνάνθρωπός
μας
ἀποδεικνύει
ὅτι
τὸ
εὐαγγέλιο
δὲν
εἶναι
μόνο
θεωρία,
δὲν
εἶναι
μόνο
δέον,
ἀλλὰ
καὶ
πράξη
καὶ
ἐφαρμογὴ
καὶ
βίωμα;
Ὅταν
ὁ
ἅγιος,
ὁ
ὁποιοσδήποτε
ἅγιος,
μὲ
τὸν
ἀγῶνα
του
καὶ
τὴν
ἄσκησή
του
καὶ
τὸ
μαρτύριό
του
γίνεται
φορέας
τοῦ
Θεοῦ,
Θεὸς
κατὰ
χάρη,
καὶ
ἀποκτᾷ
σὲ
σμικρογραφία
τὶς
ἰδιότητες
τοῦ
Θεοῦ
καὶ
γίνεται
βοηθὸς
καὶ
ἀντιλήπτωρ
καὶ
μεσιτεύει
γιὰ
μᾶς
στὸν
κοινὸ
Θεὸ
καὶ
πατέρα
μας;
Λέγει
ὁ
ἱερὸς
Χρυσόστομος·
«Κόπιασαν
ἐκεῖνοι
καὶ
χαιρόμαστε
ἐμεῖς·
πάλεψαν
ἐκεῖνοι
καὶ
ἀγαλλόμαστε
ἐμεῖς·
ἐκείνων
τὸ
στεφάνι,
ἀλλὰ
ἡ
δόξα
κοινή·
ἐκείνων
τὰ
βραβεῖα,
ἀλλὰ
ἡ
δόξα
ἀνήκει
σ’
ὁλόκληρη
τὴν
Ἐκκλησία.
Καὶ
πῶς
γίνεται
αὐτό;
Διότι
οἱ
μάρτυρες
εἶναι
μέρη
καὶ
μέλῃ
δικά
μας·
‘εἴτε
πάσχει
ἕνα
μέλος,
πάσχουν
μαζὶ
μ’
αὐτὸ
ὅλα
τὰ
μέλη·
εἴτε
δοξάζεται
ἕνα
μέλος,
χαίρονται
μαζὶ
μ’
αὐτὸ
ὅλα
τὰ
μέλη’
(Ἅ΄Κόρ.
12,26).
Ἐμεῖς
εἴμαστε
πόδια,
οἱ
μάρτυρες
εἶναι
κεφαλή·
ἀλλὰ
δὲν
μπορεῖ
νὰ
πεῖ
ἡ
κεφαλὴ
στὰ
πόδια,
‘δὲν
σᾶς
χρειάζομαι’.
Εἶναι
ἔνδοξα
κάποια
μέλῃ,
ἀλλ’
ἡ
ὑπεροχὴ
τῆς
δόξας
δὲν
διασπᾷ
τὴ
σύνδεση
μὲ
τὰ
ὑπόλοιπα
μέρη·
διότι
ἔτσι
γίνονται κατ’
ἐξοχὴ
ἔνδοξα,
ὅταν
δὲν
ἀπορρίψουν
τὴ
σύνδεση
μέ
μας.
Ὁ
ὀφθαλμός,
ποὺ
εἶναι
λαμπρότερος
ἀπὸ
ὅλο
τὸ
ὑπόλοιπο
σῶμα,
τότε
διατηρεῖ
τὴν
λαμπρότητά
του,
ὅταν
δὲν
διαχωρίζεται
ἀπὸ
τὸ
ὑπόλοιπο
σῶμα.
Καὶ
γιατί
ὁμιλῶ
γιὰ
τοὺς
μάρτυρες;
Διότι
ἐὰν
ὁ
Κύριος
αὐτῶν
δὲν
ντράπηκε
νὰ
γίνει
κεφαλή
μας,
πολὺ
περισσότερο
δὲν
ντρέπονται
αὐτοὶ
νὰ
εἶναι
μέλη
μας·
διότι
ἔχουν
ριζωμένη
ἀγάπη
καὶ
ἡ
ἀγάπη
συνηθίζει
νὰ
συνάπτει
καὶ
νὰ
συνδέει
τὰ
διαχωρισμένα
καὶ
δὲν
πολυεξετάζει
τὴν
ἀξία
τοῦ
καθ’
ἑνὸς
ἀπ’
αὐτά».
Β΄ Πρέπει νὰ
χαιρόμαστε
γιὰ
τὴν
ὠφέλεια
ποὺ
καρπούμεθα.
Καὶ
δὲν
χαίρομαι
μόνο
γιὰ
τὴν
ἐπιτυχία
αὐτὴ
τοῦ
ἐν
Χριστῷ
ἀδελφοῦ
μου,
λέγει
ὁ
ἅγιος
Χρυσόστομος,
ἀλλὰ
χαίρομαι
καὶ
γιὰ
τὴν
ὠφέλεια
ποὺ
προσκομίζω
ἐγὼ
ὃ
ἴδιος
προσωπικὰ
ἀλλὰ
καὶ
ἡ
Ἐκκλησία
στὸ
σύνολό
της. Διότι οἱ
γιορτὲς
τῶν
ἁγίων
εἶναι
ζωογόνες
παροχὲς
χάριτος
καὶ
εὐλογίας
γιὰ
ὅλο
τὸ
σῶμα
τῆς
Ἐκκλησίας.
Οἱ
ἅγιοι
εἶναι
σὰν
τὶς
ρίζες
τῶν
δένδρων
καὶ
τῶν
φυτῶν,
οἱ
ὁποῖες
δὲν
κρατοῦν
τὶς
ζωτικὲς
οὐσίες
γιὰ
τὸν
ἑαυτό
τους,
ἀλλὰ
τὶς
στέλνουν
στὸ
κυρίως
σῶμα
τοῦ
φυτοῦ
ἢ
τοῦ
δένδρου.
Ἐὰν
δὲν
πάρει
τὸ
δένδρο
ἢ
τὸ
φυτὸ
τὶς
οὐσίες,
ἡ
ρίζα
δὲν
παθαίνει
τίποτα·
αὐτὰ
ὅμως
ξηραίνονται.
Οἱ
ἅγιοι
εἶναι
ἐπίσης
σὰν
τὶς
πηγὲς
ποὺ
προσφέρουν
τὸ
νερὸ
σ’
ὅλους.
Ἂν
οἱ
ἄνθρωποι,
τὰ
ζῷα
ἢ
τὰ
φυτὰ
δὲν
πιοὺν
νερό,
οἱ
πηγὲς
δὲν
παθαίνουν τίποτα, αὐτὰ
ὅμως
διψοῦν
καὶ
μαραίνονται·
κι
ἂν
συνεχίσουν
νὰ
μὴ
πίνουν
θὰ
πεθάνουν.
Οἱ
ἅγιοι
εἶναι
ἐπίσης
σὰν
τ’
ἀρώματα.
Ἂν
κανεὶς
δὲν
πλησιάσει
τὸ
ἄρωμα,
αὐτὸ
δὲν
παθαίνει
τίποτα·
ἐμεῖς
ὅμως
μένουμε
χωρὶς
τὴν
εὐωδία
του
καὶ
μυρίζουμε
ἄσχημα.
Οἱ
ἅγιοι
μοιάζουν
ἐπίσης
μὲ
τὸν
ἥλιο.
Ὅταν
λιαζόμαστε,
τὸν
ἑαυτό
μας
ὠφελοῦμε
κι
ὄχι
τὸν
ἥλιο.
Ἃς
θυμηθοῦμε
μερικὰ
βιβλικὰ
παραδείγματα.
Ἡ
αἱμορροοῦσα
ᾖλθε
σ’
ἐπαφὴ
μὲ
τὸ
Χριστὸ
καὶ
θεραπεύθηκε
ἀπὸ
τὴν
ἀσθένειά
της.
Ἡ
χήρα,
ποὺ
φιλοξένησε
τὸν
προφήτη
Ἠλία,
πέτυχε νὰ
ἀναστηθεῖ
ὁ
υἱός
της,
ὅταν
κάποτε
πέθανε.
Ἡ
Παλαιὰ
Διαθήκη
ἀναφέρει
ἐπίσης
ὅτι,
ὅταν
ρίξανε
ἕνα
νεκρὸ
μέσα
στὸν
τάφο
ποὺ
εἶχε
τοποθετηθεῖ
τὸ
σῶμα
τοῦ
προφήτου
Ἐλισσαίου,
ὁ
νεκρὸς
μόλις
ἀκούμπησε
τὸ
σῶμα
τοῦ
προφήτου
ἀναστήθηκε
(Δ΄
Βάσ.
13,21).
Γ΄ Δὲν
προσδίδουμε
τιμὴ
στοὺς
ἁγίους
ἁπλῶς
ἐκδηλώνουμε
τὴν
ἀγάπη
μας.
Ἐμεῖς
οἱ
ἱερεῖς,
μερικὲς
φορές,
λέμε
στοὺς
πιστοὺς
νὰ
ἔρθουν
νὰ
τιμήσουν
τὸν
ἅγιο.
Αὐτὸ
ὅμως
δὲν
εἶναι
σωστό.
Δὲν
τιμοῦμε
ἐμεῖς
τὸν
ἅγιο,
οὔτε
τὸ
Θεό·
διότι
τὴ
τιμὴ
τὴν
ἔχουν
ἀπὸ
μόνοι τους. Τὰ
παραδείγματα
ποὺ
προαναφέραμε
-τῆς
ρίζας,
τῆς
πηγῆς,
τοῦ
ἀρώματος,
τοῦ
ἡλίου-
ξεκάθαρα
τὸ
ἀποδεικνύουν
αὐτό.
Ἁπλῶς
μὲ
τὴ
συμμετοχή
μας
στὸ
πανηγύρι
τοὺς
ἀναγνωρίζουμε
τὴν
ἀξία
τους
καὶ
ἐκδηλώνουμε
τὴν
ἀγάπη
μας
καὶ
τὸν
θαυμασμό
μας.
Δ΄ Τοὺς
προσφέρουμε
ὅμως
χαρά.
Βέβαια,
ἐνῷ
δὲν
τοὺς
τιμᾶμε
οὔτε
τοὺς
δοξάζουμε,
ἐν
τούτοις,
πετυχαίνουμε
νὰ
τοὺς
δώσουμε
χαρά.
Γιατί
οἱ
ἅγιοι
χαίρονται,
ὅταν
βλέπουν
τοὺς
ἀδελφούς
τους
ποὺ
ἀγωνίζονται
ἀκόμα,
νὰ
ἔρχονται
κοντά
τους
καὶ
νὰ
ὠφελοῦνται
ἀπὸ
τὴν
ἐπαφὴ
τοὺς
αὐτή.
Λόγω
τῆς
τελείας
ἀγάπης
ποὺ
ἔχουν
γιὰ
μᾶς,
δὲν
ἡσυχάζουν,
ἂν
δὲν
μοιρασθοῦν
μαζί
μας
τὴ
χάρη
ποὺ
ἀπολαμβάνουν.
Ἂν
ἐμεῖς
ποὺ
εἴμαστε
ἀτελεῖς
χαιρόμαστε,
ὅταν
πρόσωπα
ποὺ
ἀγαπᾶμε
συμμετέχουν
στὴ
χαρά
μας
καὶ
τὸ
σπουδαιότερο
ὠφελοῦνται
ἀπὸ
τὴ
συμμετοχὴ
αὐτή,
πολὺ
περισσότερο
ἐκεῖνοι.
Ἔτσι
ἐνῷ
ὁ
Παῦλος
ἁρπάχτηκε
στὸν
οὐρανό,
ἐνῷ
εἶδε
τὸν
παράδεισο
καὶ
ἄρρητα
μυστήρια
ὅταν
ἀκόμη
βρισκόταν
πάνω
στὴ
γῆ,
ἐν
τούτοις
δὲν
αἰσθανόταν
μεγάλη
χαρὰ
καὶ
ἀγαλλίαση,
ἐὰν
δὲν
θὰ
κατάφερνε
νὰ
σώσει
τοὺς
ὁμοεθνεῖς
του.
Γι’
αὐτό,
ἂν
ἦταν
δυνατὸ
νὰ
γίνει,
δεχόταν
αὐτὸς
νὰ
γίνει
ἀνάθεμα
καὶ
νὰ
πᾶνε
οἱ
Ἰουδαῖοι
στὸ
παράδεισο.
Προτιμοῦσε
τὴ
σωτηρία
τῶν
ὁμοεθνῶν
του
ἀπὸ
τὸν
παράδεισο.
Γιατί
ἡ
ἀγάπη
εἶναι
ὁ
παράδεισος,
ἐνῷ
τὸ
μῖσος
εἶναι
ἡ
κόλαση.
Ἡ
ἀγάπη
εἶναι
μεγαλύτερη
ἀπὸ
τὸ
μαρτύριο,
διότι
εἶναι
τὸ
μεγαλύτερο
μαρτύριο.
Γι’
αὐτὸ
ὁ
Παῦλος
λέγει·
«κι
ἂν
ἀκόμη
μοιράσω
στοὺς
φτωχοὺς
ὅλα
μου
τὰ
ὑπάρχοντα,
κι
ἂν
παραδώσω
στὴ
φωτιὰ
τὸ
σῶμα
μου
γιὰ
νὰ
καεῖ,
ἀλλὰ
δὲν
ἔχω
ἀγάπη,
σὲ
τίποτα
δὲν
ὠφελοῦμαι
(Ἅ΄Κόρ.
13,3). Μαρτύριο
ἐγωιστικό,
μάγκικο,
ποὺ
γίνεται
γιὰ
προβολὴ
καὶ
ἐπίδειξη
ἁγιότητας
δὲν
σῴζει.
Ἀγάπη
ὅμως
χωρὶς
μαρτύριο
σῴζει.
«Ἐν
τούτῳ
γνώσονται
πάντες
ὅτι
ἐμοὶ
μαθηταὶ
ἐστὲ,
ἐὰν
ἀγάπη
ἔχητε
ἐν
ἀλλήλοις
(Ἰω.
13,35).