
Τὸ
ἔτος
ποὺ
διανύουμε
(2007),
συμπληρώνονται
1600
χρόνια
(407-2007)
ἀπὸ
τὴ
μαρτυρικὴ
κοίμηση,
τοῦ
οἰκουμενικοῦ
πατέρα
καὶ
διδασκάλου
τῆς
Ἐκκλησίας
μας,
τοῦ
ἁγίου
Ἰωάννου
τοῦ
Χρυσοστόμου.
Ὁ
ἅγιος
Ἰωάννης
ὁ
Χρυσόστομος
ὑπῆρξε
συγχρόνως
προφήτης,
ἀπόστολος,
εὐαγγελιστής,
ποιμένας,
κοινωνικὸς
ἐργάτης
καὶ
ἀναμορφωτής,
φοβερὸς
ἀσκητής,
ἀνεπανάληπτος
ἐραστὴς
τῆς
προσευχῆς,
ὁ
μεγαλύτερος
καὶ
κυριώτερος
ἑρμηνευτῆς
τῆς
Γραφῆς,
ἀνάργυρος
καὶ
ἀκτήμων
εἰς
τὸ
ἔπακρον,
ὑπέροχος
καὶ
μοναδικὸς
ρήτορας,
ἀκάματος
καὶ
ἀνύστακτος
καὶ
ἐνθουσιώδης
καὶ
ἀκατάβλητος
ἐργάτης
τοῦ
εὐαγγελίου,
φοβερὸς
καὶ
ἀδίστακτος
καὶ
ἀνυποχώρητος
ἐλεγκτὴς
τοῦ
παντοειδοῦς
κακοῦ,
καὶ
τέλος
μεγαλομάρτυς.
Μεγαλομάρτυς μετὰ
τοὺς
διωγμοὺς
ὅπως
ὀνομάσθηκε
προσφυέστατα.
Συγκέντρωσε
στὸ
πρόσωπό
του
τὰ
χαρίσματα
καὶ
τὶς
ἀρετὲς
ὅλων
τῶν
ἁγίων.
Κι
ὅμως
αὐτὸν
τὸν
ἀνεπανάληπτο
ἐπίγειο
ἄγγελο
καὶ
ἐπουράνιο
ἄνθρωπο,
γιὰ
τὸν
ὁποῖον
εἰπώθηκε,
ὅτι
καλύτερα
νὰ
σβήσει
ὁ
ἥλιος
παρὰ
νὰ
σταματήσει
νὰ
κηρύττει
καὶ
νὰ
λειτουργεῖ
καὶ
νὰ
δρᾷ
ποιμαντικῶς
ὁ
ἅγιος
Ἰωάννης
ὁ
Χρυσόστομος,
τὸν
κυνήγησε
ἀλύπητα
καὶ
μὲ
ἄνευ
προηγουμένου
κακία
καὶ
ἐμπάθεια,
τὸ
πολιτικὸ
καὶ
ἐκκλησιαστικὸ
κατεστημένο
τῆς
ἐποχῆς
του.
Θέλησε νὰ
τὸν
ἐξαφανίσει
ἀπὸ
προσώπου
γῆς,
νὰ
παύσει
νὰ
μιλᾷ
τὸ
χρυσὸ
στόμα
του,
νὰ
σταματήσει
ὁ
φοβερὸς
καὶ
ἐνοχλητικὸς
καὶ
συνεχὴς
ἔλεγχος,
νὰ
ἐξαφανιστεῖ
ἡ
συγκλονιστικὴ
ἐπίδραση
ποὺ
ἀσκοῦσε
στὰ
πλήθη
ποὺ
κυριολεκτικὰ
τὸν
ἀποθέωναν,
νὰ
εὐνουχισθεῖ
ἠθικὰ
καὶ
πνευματικὰ
ὁ
λαὸς
καὶ
νὰ
μὴ
ἀντιδρᾷ
στὴν
σαπίλα
καὶ
τὴ
διαφθορὰ
τῶν
πολιτικῶν
καὶ
ἐκκλησιαστικῶν
ἀρχόντων.
Τὸν
ἐξόρισαν
λοιπὸν
τὸν
μεγάλο
ἅγιο.
Τὸν
ὑποχρέωσαν
νὰ
κινεῖται
συνεχῶς
μέσα
σὲ
ἔρημα
καὶ
κακοτράχαλα μέρη. Χωρὶς
καμμία
ἄνεση,
χωρὶς
καμμία
εὐκολία,
μακριὰ
ἀπὸ
τὸ
ποίμνιό
του
καὶ
τ
ἀναρίθμητα
πνευματικὰ
τοῦ
παιδιά.
Καὶ
τέλος
πέτυχαν
τὴ
φυσική
του
ἐξόντωση.
Νόμισαν
τότε
ὅτι
νίκησαν
τὸν
Χρυσόστομο·
ὅτι
τὸν
ἐξαφάνισαν
ἀπὸ
τὸ
προσκήνιο
τῆς
ἐπικαιρότητας
καὶ
τῆς
ἱστορίας
καὶ
ὅτι
ἔσβησαν
μία
γιὰ
πάντα
ἀπὸ
τὴ
μνήμη
τῶν
ἀνθρώπων
τὴ
θύμηση
γιὰ
τὸ
πρόσωπό
του.
Κι
ὅμως
ὁ
ἅγιος
δὲν
ἐξαφανίζεται
οὔτε
καταστρέφεται.
Τὰ
πάντα
μποροῦν
νὰ
φθαροῦν
καὶ
νὰ
ξεχασθοῦν·
ὁ
ἅγιος
ὅμως
μένει
στὸν
αἰῶνα.
Διότι
ὁ
ἅγιος
εἶναι
ἑνωμένος
μὲ
τὸ
Θεό·
εἶναι
φορέας
τοῦ
Θεοῦ.
Καὶ
ὁ
Θεὸς
εἶναι
ὁ
ὑπάρχων
«νῦν
καὶ
ἀεὶ
καὶ
εἰς
τοὺς
αἰῶνας
τῶν
αἰώνων».
Ἔτσι
ὁ
ἅγιος
Χρυσόστομος
1600
χρόνια
ἀπὸ
τὴν
ἐξορία
του
καὶ
ἀπὸ
τὴν
ἐξόντωσή
του
μένει
συνεχῶς
ἐπίκαιρος,
ζωντανός,
λαοφιλής,
ἔνδοξος,
ὑπερέχων
καὶ
καθοδηγῶν
τὴν
ἐκκλησία
τοῦ
Χριστοῦ.
Οἱ
θεολόγοι
τὸν
διαβάζουν
συνεχῶς,
οἱ
ἑρμηνευτὲς
τῆς
Γραφῆς
τὸν
συμβουλεύονται
πάντοτε,
οἱ
ἱεροκήρυκες
τὸν
ἀντιγράφουν,
οἱ
μοναχοὶ
προσπαθοῦν
νὰ
μιμηθοῦν
τὴν
ἀσκητική
του
ζωή,
οἱ
ἀληθινοὶ
ποιμένες
τὸν
ἀτενίζουν
μὲ
σεβασμὸ
καὶ
δέος
καὶ
προσπαθοῦν
νὰ
τὸν
μιμηθοῦν,
οἱ
παιδαγωγοὶ
καὶ
οἱ
γονεῖς
σπουδάζουν
τὰ
περὶ
διαπαιδαγωγήσεως
ἔργα
του,
οἱ
κοινωνιολόγοι
μελετοῦν
τὶς
κοινωνικὲς
ὑποθῆκες
του,
οἱ
ἠθογράφοι
καὶ
οἱ
ἱστορικοί
του
πολιτισμοῦ
τοῦ
Βυζαντίου
παραπέμπουν
συνεχῶς
σ
αὐτόν,
οἱ
οἰκονομολόγοι
ναὶ
οἱ
οἰκονομολόγοι
μὴ
φανεῖ
παράξενο-
τον
λαμβάνουν
κι
αυτοί
ὑπ
ὄψη
τους.
Κυκλοφόρησε
στὸ
πανεπιστήμιο
τοῦ
Τέξας,
στὰ
ἀγγλικὰ
βεβαίως,
διατριβὴ
μὲ
θέμα·
«Ἡ
οἰκονομία
κατὰ
τὸν
ἱερὸ
Χρυσόστομο».
Πάντες
δε
ἐπικαλοῦνται
τὶς
εὐχὲς
καὶ
τὶς
μεσιτεῖες
του.
Ὁ
ἴδιος
διὰ
τῶν
συγγραμμάτων
του,
τῆς
ἁγίας
ζωῆς
του,
καὶ
τοῦ
παραδείγματός
του
συνεχῶς
γιὰ
1600
χρόνια
κηρύττει,
διδάσκει,
ἐλέγχει,
νουθετεῖ,
ἐπιπλήττει,
παρακαλεῖ,
ἐνθαρρύνει,
ἐνισχύει,
ἀναπτερώνει,
ἐνθουσιάζει,
ἐμπνέει,
ὠθεῖ
στὴν
κατὰ
Χριστὸ
ζωὴ
καὶ
δράση.
Καὶ
αὐτὸ
θὰ
τὸ
κάνει
συνεχῶς
μέχρι
τὴν
δευτέρα
παρουσία
τοῦ
Χριστοῦ.
Ἐὰν
θέλει
κανεὶς
νὰ
κατανοεῖ
τὴ
Γραφὴ
καὶ
τὰ
δόγματα
τῆς
ἐκκλησίας·
ἐὰν
θέλει
νὰ
κόψει
τὰ
πάθη
τοῦ·
ἐὰν
θέλει
νὰ
μείνει
ἄγρυπνος
ὅλη
τὴ
νύχτα
χωρὶς
νὰ
νυστάζει·
ἐὰν
θέλει
νὰ
εἶναι
συνέχεια
χαρούμενος,
ἐνθουσιώδης
καὶ
εὐτυχισμένος·
ἐὰν
θέλει
νὰ
προσεύχεται
συνεχῶς
καὶ
νὰ
εὐχαριστεῖ
τὸ
Θεὸ
γιὰ
ὅ,τι
καὶ
ἂν
τοῦ
συμβαίνει
καλὸ
ἢ
κακό·
ἐὰν
θέλει
νὰ
συγχωρεῖ
τοὺς
ἐχθρούς
του
καὶ
νὰ
ἀγαπᾷ
τοὺς
πάντες·
ἐὰν
θέλει
νὰ
ἔχει
συνεχῶς
μανιακὸ
ἔρωτα
γιὰ
τὸν
Θεὸ
καὶ
ν
ἀδιαφορεῖ
γιὰ
τὰ
περασμένα
καὶ
τὰ
φθαρτά·
τότε
ἃς
διαβάσει
ἱερὸ
Χρυσόστομο.
Που
εἶναι
οἱ
ἐχθροί
του;
Ποῦ
εἶναι
αὐτοὶ
ποὺ
πρόστυχα
τὸν
ὑποσκέλισαν
καὶ
τὸν
ἐξόρισαν;
Ποῦ
εἶναι
αὐτοὶ
ποῦ
ἀνάξια
τὸν
διαδέχθηκαν
στὸν
πατριαρχικὸ
θρόνο
τῆς
Κῶν/πόλεως;
Ἔχουν
ξεχασθεῖ
καὶ
λησμονηθεῖ.
Καὶ
ὅποτε
τοὺς
θυμούμαστε
εἶναι
γιὰ
νὰ
τοὺς
ἐλεεινολογήσουμε
καὶ
νὰ
τοὺς
στηλιτεύσουμε
γιὰ
τὴν
συμπεριφορά
τους καὶ
τὴν
ἄθλια
τους
στάση.
Καὶ
γιὰ
νὰ
δανεισθοῦμε
φράσεις
ἀπὸ
τὸν
Κατηχητικὸ
Λόγο
του
ποὺ
διαβάζουμε
κατὰ
τὴν
ἀναστάσιμη
ἀκολουθία
τοῦ
Πάσχα·
Ἀνέστη
Χρυσόστομος
καὶ
πεπτώκασι
δαίμονες
καὶ
πονηροὶ
ἄνθρωποι.
Ἀνέστη
Χρυσόστομος
καὶ
χαίρουσιν
ἄγγελοι
καὶ
ἅγιοι
καὶ
εὐσεβεῖς
ἄνθρωποι.
Ἀνέστη
Χρυσόστομος
καὶ
χαίρεται
ἡ
Ἐκκλησία
νῦν
καὶ
ἀεὶ
καὶ
εἰς
τοὺς
αἰῶνας
τῶν
αἰώνων.
Ἀμήν.