ΟΙ 40 ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ
Οι 40 μÜρτυρες, που μαρτýρησαν στην ΣεβÜστεια της Αρμενßας το 320, εßναι απü τους τελευταßους μÜρτυρες των διωγμþν των Ρωμαßων αυτοκρατüρων εναντßον της Εκκλησßας. Το μαρτýριο τους εßναι, θα λÝγαμε, το κýκνειο Üσμα των μαρτýρων των διωγμþν της πρþτης Εκκλησßας. Ας το απολαýσουμε λοιπüν πνευματικÜ, βÜσει των ομιλιþν που αφιÝρωσαν σ' αυτü ο Μ. Βασßλειος και ο Γρηγüριος Νýσσης
Α´. Μακαρισμüς των μαρτýρων.
Ας χαροýμε για τη μεγÜλη αυτÞ ομÜδα των μαρτýρων και ας μακαρßσουμε τους μαρτυρες αυτοýς, λÝγει ο Μ. Βασßλειος σε σχετικÞ του ομιλßα. Διüτι, εÜν üταν υπÜρχει Ýνας Üγιος χαßρεται και αγÜλλεται η Εκκλησßα, πüσο μÜλλον πρÝπει ν’ αγÜλλεται και να χαßρει, üταν υπÜρχει ολüκληρη ομÜδα 40 μαρτýρων. ΕÜν εκεß, üπου εßναι δýο Þ τρεις συγκεντρωμÝνοι στο üνομα του Κυρßου, εßναι ο Κýριος μαζß τους (Ματθ. 18,20), πüσο μÜλλον εßναι üταν εßναι 40 ολüκληροι μÜρτυρες. Και εÜν ισχýει δÝηση ενüς δικαßου ενεργουμÝνη (Ιακ. 5,16), πüσο μÜλλον ισχýει και Ýχει δýναμη και αποτÝλεσμα η δÝηση 40 αγßων.
Εßναι üμως ανÜγκη να μακαρßζουμε τους μÜρτυρες και για λüγους παιδαγωγικοýς. ¼ταν τους υμνοýμε και τους δοξÜζουμε και τους μακαρßζουμε, τüτε παρουσιÜζουμε στο λαü του Θεοý ινδÜλματα, πρüτυπα, τα οποßα εμπνÝουν και εμψυχþνουν τους χριστιανοýς να ζÞσουν το ευαγγÝλιο –ασχÝτως του πüσο σκληρü και μαρτυρικü εßναι αυτü– και τους παροτρýνουν και τους ενθουσιÜζουν να τους μιμηθοýν και να φθÜσουν στο ýψος της αγιüτητÜς τους. Ο μακαρισμüς των αγßων ουσιαστικÜ εßναι προτροπÞ προς αρετÞ. Εßναι βßωση του μαρτυρßου τους και συμμετοχÞ στον αγþνα τους. Αυτüς που μακαρßζει τον μÜρτυρα, λÝγει πÜλι ο Μ. Βασßλειος, καθßσταται «μÜρτυς τη προαιρÝσει» και κερδßζει τον ßδιο μισθü με αυτοýς, χωρßς να υποστεß τα μαρτýριÜ τους!!!
Επßσης και ο Χριστüς λÝγει στους αποστüλους κÜτι ανÜλογο· «Ο δεχüμενος υμÜς εμÝ δÝχεται, και ο εμÝ δεχüμενος δÝχεται τον αποστεßλαντÜ με». Το να δεχθþ και να περιποιηθþ τους αποστüλους δεν εßναι κÜτι που αφορÜ αυτοýς και εßναι προς üφελüς τους μüνο, αλλÜ αναφÝρεται η συμπεριφορÜ μου εις τον ßδιον τον Χριστüν. Συνεπþς η αμοιβÞ μου Þ η τιμωρßα μου θα εßναι ανÜλογη.
Και συνεχßζει ο Χριστüς· «Ο δεχüμενος προφÞτην εις üνομα προφÞτου μισθüν προφÞτου λÞψεται, και ο δεχüμενος δßκαιον εις üνομα δικαßου μισθüν δικαßου λÞψεται. Και ος εÜν ποτßση Ýνα των μικρþν τοýτων ποτÞριον ψυχροý μüνον εις üνομα μαθητοý, αμÞν λÝγω υμßν ου μη απολÝση τον μισθüν αυτοý (Ματθ. 10,41-42)». ΔηλαδÞ και απλÜ υποδεχüμενος προφÞτη Þ δßκαιο και η αμοιβÞ μου θα εßναι ανÜλογη και σπουδαßα. Διüτι θα πÜρω μισθü προφÞτου και δικαßου, απλþς και μüνο στηρßζοντÜς τους σε κÜποια Þ κÜποιες στιγμÝς που θα με χρειαστοýν. Ακüμη και Ýνα ποτÞρι ψυχροý ýδατος να προσφÝρω, δεν πρüκειται να χÜσω το μισθü μου.
Για να καταλÜβουμε αυτÜ που λÝγουν ο Μ. Βασßλειος και ο Χριστüς μας θετικÜ, αρκεß να σκεφθοýμε αυτü που λÝγει ο Χριστüς μας στην επß του üρους ομιλßα του αρνητικÜ, üτι «αυτüς που βλÝπει γυναßκα επßμονα, με σκοπü να την επιθυμÞσει σεξουαλικÜ, Þδη Ýχει μοιχεýσει μÝσα στην καρδιÜ του» (Ματθ. 5,28) και φυσικÜ ως μοιχüς θα κριθεß απü τον Κýριον, ασχÝτως που δεν απüλαυσε και την σωματικÞ ηδονÞ της αμαρτßας. Μοιχεßα συνεπþς δεν εßναι μüνο η σεξουαλικÞ συμπλοκÞ των σωμÜτων και η σαρκικÞ Ýνωση, αλλÜ και η επιθυμßα που καλλιεργεßται και αναζωπυρþνει, με απþτερο σκοπü να φουντþσει και να οδηγÞσει και στην πρÜξη. Γι’ αυτü ο Μ. Βασßλειος λÝγει «και γυναßκα δεν γνωρßζω και παρθÝνος δεν εßμαι», γιατß ακριβþς θεωρεß, επι το αυστηρüτερο και αγιþτερο, και Ýνα λογισμü και μßα φευγαλÝα επιθυμßα ως πρÜξη και ενÝργεια. Αυτü λοιπüν που ισχýει για την αμαρτßα ισχýει και για την αρετÞ.
Επßσης στη κατανüηση των üσων αναφÝραμε μας βοηθεß και ο 49ος ψαλμüς (χωρßα 16-20). «Εßπε ο Θεüς στον αμαρτωλü? γιατß εσý μιλÜς για τα δικαιþματÜ μου και βÜζεις τη διαθÞκη μου στο στüμα σου. Συ μßσησες την παιδεßα μου και περιφρüνησες τα λüγια μου. ΕÜν Ýβλεπες κÜποιον κλÝφτη συνÝτρεχες μαζß του και συνταυτιζüσουν με τον μοιχü. Το στüμα σου ασχολÞθηκε κατÜ κüρο με την κακßα και η γλþσσα σου μßλαγε Ýντεχνα για δüλιους σκοποýς. Καθüσουν και μιλοýσες Üσχημα για τον αδελφü σου και Ýβαζες με τον τρüπο σου σκÜνδαλο στον υιü της μητÝρας σου». Αν παρατηρÞσουμε, ο αμαρτωλüς, που ελÝγχει εδþ ο Θεüς, κινεßται στο πλαßσιο της αμαρτωλÞς ιδεολογßας και προπαγÜνδας. Ενþ κÜποιες φορÝς επßσημα και για λüγους ιδιοτελεßς φαßνεται üτι εκπροσωπεß το Θεü, ουσιαστικÜ μισεß την παιδεßα του Θεοý και περιφρονεß τα λüγια του, συνταυτßζεται με τους αμαρτωλοýς και τους στηρßζει ψυχολογικÜ, μιλÜ και διαφημßζει και προπαγανδßζει για το κακü, κατηγορεß και βÜζει τρικλοποδιÜ στον αδελφü του. Αυτüν τον αμαρτωλü τον σιχαßνεται και τον αποστρÝφεται μετÜ βδελυγμßας ο Θεüς, αν και κινεßται στο χþρο της θεωρßας κυρßως και üχι της πρÜξεως.
Το πüσο σημαντικü εßναι το να συμμετÝχεις σε κÜτι ψυχικÜ, φαßνεται και σ?αυτü που λÝγει ο ευαγγελιστÞς ΙωÜννης· «ει τις Ýρχεται προς υμÜς και ταýτην την διδαχÞν ου φÝρει, μη λαμβÜνετε αυτüν εις την οικßαν, και χαßρειν αυτþ μη λÝγετε· ο γαρ λÝγων αυτþ χαßρειν κοινωνεß τοις Ýργοις αυτοý τοις πονηροßς» (B?Ιω. 10). Δεν σημαßνει αυτÞ η διαγωγÞ üτι δεν τον αγαπÜμε, αλλÜ üτι δεν συμμετÝχουμε στο αιρετικü και ψυχοφθüρο Ýργο του. Δεν τον ενισχýουμε να κÜνει τη σατανικÞ προπαγÜνδα. ΔιαφορετικÜ υποδεχüμενοι αυτüν, υποδεχüμαστε τον διÜβολο.
Ο αεßμνηστος π. ΕπιφÜνιος Θεοδωρüπουλος εßχε απαγορεýσει σε κÜποιον να γßνει ιερεýς, γιατß, ως λαúκüς κι ενþ δεν εßχε στενÞ σχÝση τüτε με την Εκκλησßα, εßχε συνοδεýσει Ýνα συγγενικü του πρüσωπο, να κÜνει Ýκτρωση. Αυτü το θεþρησε ο αεßμνηστος ΓÝροντας ως συμμετοχÞ σε φüνο, αφοý üχι μüνο δεν εξÝφρασε κÜποια αντßρρηση και δεν προσπÜθησε να την αποτρÝψει απü το αμαρτωλü διÜβημÜ της, αλλÜ και την βοÞθησε να το κÜνει.
Β´. Βßος και πολιτεßα των 40 μαρτýρων.
Τους ρωτÜνε ποιο εßναι το γÝνος τους κι απαντοýν το ανθρþπινο. Ποιο εßναι το üνομÜ τους και απαντοýν χριστιανüς. Δεν δßδουν πληροφορßες για τη κατÜ σÜρκα καταγωγÞ τους? δεν τους ενδιαφÝρει και δεν τη δßδουν σημασßα. Το ßδιο συμβαßνει και στα Üλλα συναξÜρια των αγßων. Αν και Ýχουν στην επιγραφÞ «Βßος και πολιτεßα του τÜδε αγßου», εν τοýτοις για τον βßο ελÜχιστα πρÜγματα λÝγουν, ενþ ασχολοýνται με λεπτομÝρεια για την πολιτεßα, τον τρüπο δηλαδÞ που Ýζησαν και αγßασαν. Αυτüς εßναι που μας καθιερþνει ενþπιον του Θεοý και üχι η καταγωγÞ, η εθνικüτητα, η μüρφωση, τα τÜλαντα και τα ταλÝντα που Ýχουμε.
Γ´. ¼πλα διωκτþν «τα θÝλγητρα και τα φüβητρα».
ΛÝγει ο Μ. Βασßλειος üτι ο διÜβολος και οι οπαδοß του χρησιμοποιοýν στον αγþνα τους κατÜ των πιστþν δýο μεγÜλα üπλα? τα θÝλγητρα και τα φüβητρα. Εμεßς στην εξιστüρηση της πολιτεßας των μαρτýρων δßνουμε μεγÜλη σημασßα στα φüβητρα. Στους βασανισμοýς, στα μαρτýρια, στους διωγμοýς. Οι πατÝρες üμως μιλοýν και για το μαρτýριο των ηδονþν, για το φοβερü κßνδυνο να υποκýψουμε στα χÜδια του διαβüλου, να δελεασθοýμε απü τα πριμ και τα μπüνους που δßδει, για ν’ απολαýσουμε τη ζωÞ της αμαρτßας. ΑυτÜ εßναι ο χειρüτερος και ο πρþτος διωγμüς. ¸νας διωγμüς ýπουλος που δεν φαßνεται εκ πρþτης üψεως.
Ο ΑδÜμ και η Εýα δεν χωρßστηκαν απü το Θεü, γιατß υπÝκυψαν σε κÜποιο διωγμü και μαρτýριο, αλλÜ γιατß υπÝκυψαν στο δελεασμü του διαβüλου. Στην επιθυμßα να γνωρßσουν τη γεýση του απαγορευμÝνου καρποý. Στην επιθυμßα να μη Ýχουν και την ελÜχιστη Üσκηση. Ο Γρηγüριος Νýσσης, σε πανηγυρικÞ ομιλßα του στους 40 μÜρτυρες, τους εξυμνεß üτι ανεδεßχθησαν ανþτεροι απü τον ΑδÜμ και την Εýα. Εκεßνοι νικÞθηκαν και ρßξανε την ανθρþπινη φýση στη δουλεßα του διαβüλου, της αμαρτßας και του θανÜτου, μüνο και μüνο για τη γεýση ενüς καρποý. Οι 40 δεν υπÝκυψαν στα τüσα δþρα που τους Ýκανε ο διÜβολος, μÝσω των συνεργατþν του. ΧÜσανε συγγενεßς, φßλους, τις ομορφιÝς της ζωÞς. ¸τσι μπÞκαν στον παρÜδεισο, αχρÞστεψαν το θÜνατο, ανÝστησαν την ανθρþπινη φýση. Στους δελεασμοýς των τυρÜννων απαντοýσαν? «Μισοýμε τη δωρεÜ που προξενεß ζημιÜ. Δεν δεχüμαστε την τιμÞ που εßναι μητÝρα ατιμßας. Αδιαφοροýμε για τον επßγειο βασιλιÜ? ζητοýμε τον επουρÜνιο. Μια δüξα λαχταροýμε? του ουρανοý. ¸να φüβο φοβüμαστε? τον της κολÜσεως» (Μ. Βασßλειος).
ΠρÝπει να τονßσουμε üτι ενþ τα φüβητρα δεν εßναι σε κÜθε εποχÞ της εντÜσεως και της αγριüτητας της εποχÞς των μεγÜλων διωγμþν, που τυρÜννησαν και καταταλαιπþρησαν την Εκκλησßα, τα θÝλγητρα üμως εßναι πÜντοτε παρüντα, ελκυστικÜ και επικßνδυνα για τους πιστοýς.
Δ´. Τα καλλιστεßα της Εκκλησßας.
ΑλλÜ και τα φüβητρα αντιμετþπισαν Üφοβα οι 40 μÜρτυρες. Οι διþκτες τους βρÞκανε πρωτüτυπο και φοβερü μαρτýριο. Στην περιοχÞ ο χειμþνας Þταν φοβερüς. Το κρýο τüσο, που παγþνανε ποτÜμια και καταρρÜκτες ακüμη. Ο πÜγος σταματοýσε ακüμη και την κßνηση. ΛÝγει ο Γρηγüριος Νýσσης üτι, üταν θÝλανε να τον κüψουνε, για να πÜρουνε νερü, τον κüβανε με φωτιÜ? üπως το χαλκü και το σßδερο. Τους γυμνþσανε λοιπüν και τους αφÞσανε γυμνοýς üλη τη νýχτα ν’ αργοπεθαßνουν.
Και η Εκκλησßα βλÝπετε Ýχει τα καλλιστεßα της. Και οι Üγιοι για να συμμετÜσχουν σ’ αυτÜ, γυμνþνονται (απüλυτα Þ σχετικÜ)· εßτε εξ ανÜγκης, εßτε βιαßως, εßτε κατüπιν εντολÞς του Θεοý.
Ο πÜγκαλος ΙωσÞφ Ýμεινε γυμνüς, üταν η κυρßα του, του τρÜβηξε τον χιτþνα του για να τον δελεÜσει να κοιμηθεß μαζß της. Και κεßνος Ýφυγε γυμνüς, αλλÜ ελεýθερος απü την αμαρτωλÞ επιθυμßα (Γεν. 39,12). Ο ΑδÜμ και η Εýα ντραπÞκανε για τη γυμνüτητÜ τους μετÜ την πτþση τους. Ο ΙωσÞφ χÜρηκε και γÝμισε ικανοποßηση και αθþα περηφÜνεια, που Ýμεινε γυμνüς. Η Εκκλησßα μας την Μ. ΔευτÝρα ψÜλλει· «ΔευτÝραν Εýαν την Αιγυπτßαν, ευρþν ο δρÜκων, δια ρημÜτων, Ýσπευδε κολακεßαις, υποσκελßσαι τον ΙωσÞφ· αλλ’ αυτüς καταλιπþν τον χιτþνα, Ýφυγε την αμαρτßαν, και γυμνüς ουκ ησχýνετο, ως ο πρωτüπλαστος, προ της παρακοÞς· αυτοý ταις ικεσßαις ΧριστÝ, ελÝησον ημÜς».
Ο ΗσαÀας, γυμνüς και ανυπüδητος επß τρßα χρüνια (20ο κεφ.), κατ’ εντολÞ του Θεοý, κÞρυττε στους Ισραηλßτες. Μαζεýτηκαν Ýτσι οι διεφθαρμÝνοι Ισραηλßτες, να κÜνουν χÜζι, και Ýτσι βρÞκε την ευκαιρßα ο προφÞτης να τους κηρýξει τα δÝοντα. ¼τι δηλαδÞ οι Αιγýπτιοι, που τους θαυμÜζαν για τη δýναμÞ τους και προσπαθοýσαν να τους Ýχουν συμμÜχους, θα νικηθοýν απü τους Ασσυρßους και θα οδηγηθοýν στην αιχμαλωσßα γυμνοß και ανυπüδητοι.
Η Μαρßα η Αιγυπτßα Ýμεινε κι αυτÞ γυμνÞ, üταν τα ροýχα της φθαρÞκανε απü τη μακρüχρονη Üσκηση. Κι Ýτσι τη ζωγραφßζουν οι αγιογρÜφοι μας. Μüνο που το γυμνü κορμß της δεν ερεθßζει, δε διεγεßρει τη σεξουαλικÞ ορμÞ, αλλÜ εμπνÝει και εμψυχþνει τους πιστοýς να την ακολουθÞσουνε στη μετÜνοια, στη νÞψη, στην Üσκηση, στην κατÜ Θεü αφιÝρωση.
Ο Κýριüς μας γυμνüς κι αυτüς ανÝβηκε στο σταυρü, Üσχετα αν εμεßς –σεβüμενοι το πρüσωπü του– τον απεικονßζουμε με κÜποιο ροýχο στα Üγια μÝλη του. Στο συναξÜρι του üρθρου της ΜεγÜλης ΠαρασκευÞς διαβÜζουμε· «Ζων ει Θεüς συ, και νεκρωθεßς εν ξýλω, þ νεκρÝ γυμνÝ, και Θεοý ζþντος Λüγε». Στη σταýρωσÞ του θυμüμαστε τα πÜθη του και τους ποικßλους εξευτελισμοýς του· δεν πρÝπει üμως να ξεχνοýμε και τη γýμνωση την οποßα υπÝστη, για να ντýσει τους απογüνους του ΑδÜμ με το Üκτιστο φως του· το φως το οποßο σκÝπαζε τους πρωτοπλÜστους πριν τη πτþση τους. «¼σοι εις Χριστüν εβαπτßσθητε Χριστüν ενεδýσασθε» ψÜλλει η Εκκλησßα μας τις μεγÜλες γιορτÝς και κατÜ την διÜρκεια της τελÝσεως του μυστηρßου του βαπτßσματος.
Γυμνοß θα εßμαστε και εμεßς στην αιþνια ζωÞ. Γυμνοß αλλÜ ντυμÝνοι με το Üκτιστο φως του Χριστοý, που θα φωτßζει αντß του ηλßου την Üνω ΙερουσαλÞμ (Αποκ. 21,23).
Ε´. Να σωθοýμε üλοι.
Οι 40 μÜρτυρες πüθο και αγωνßα εßχαν να σωθοýν και να νικÞσουν üλοι μαζß. Ενßσχυαν ο Ýνας τον Üλλο λÝγοντας? «Δριμýς ο χειμþν γλυκýς ο παρÜδεισος. ΑλγεινÞ η πÞξις, αλλ’ ηδεßα η ανÜπαυσις. Ας περιμÝνουμε λßγο και ο κüλπος του ΑβραÜμ θα μας περιθÜλψει. Μια νýχτα θα μας οδηγÞσει στην αιωνιüτητα. Πüσοι στρατιþτες Ýπεσαν για τον επßγειο βασιλÝα; Πüσοι κακοýργοι θανατþθηκαν για τις αδικßες τους; Ας θυσιαστοýμε κι εμεßς για τον επουρÜνιο και για τη δικαιοσýνη. 40 μπÞκαμε, 40 να βγοýμε». Εßχαν ομαδικü γýμνασμα, ομαδικÞ συνεßδηση, θÝλανε και ομαδικÞ σωτηρßα.
Εßμαστε Ýνα σþμα? το σþμα της Εκκλησßας. Πüσοι το ζοýμε αυτü; Πüσοι το νοιþθουμε; Πüσοι απü εμÜς επιθυμοýμε και αγωνιζüμαστε üχι απλþς για μια ατομικÞ σωτηρßα αλλÜ για την πρüοδο και την προκοπÞ του σþματος της Εκκλησßας. Πüσοι απü εμÜς Ýχουμε συνειδητοποιÞσει üτι η ατομικÞ Üσκηση και απομüνωση εßναι αßρεση; ¼ταν ο ßδιος ο Θεüς συνιστÜ ο χριστιανüς Þ η χριστιανÞ σýζυγος να μη χωρßσει τον Üπιστο Þ την Üπιστη σýζυγο, μÞπως και μπορÝσει να τον (–την) σþσει (Α´Κορ. 7,16), τι πρÝπει να κÜνουμε εμεßς που εßμαστε üλοι πιστοß;
Στο τÝλος βρÝθηκε Ýνας λιποτÜκτης. Ο καρδιογνþστης Κýριος γνωρßζει, γιατß και πως Ýφθασε σ’ αυτü το κατÜντημα. ΠÜντως Ýνας δÞμιος, που εßδε τους αγγÝλους να φÝρνουν 40 στεφÜνια και το Ýνα να μÝνει αδιÜθετο, Ýτρεξε φωνÜζοντας ‘εßμαι Χριστιανüς’ και Ýτσι συμπληρþθηκε και πÜλι ο αριθμüς 40, ικανοποιþντας τον πüθο των μαρτýρων να σωθοýν στο σýνολü τους. «¸φυγε ο Ιοýδας και Þρθε ο Ματθßας».
ΣΤ´. Η αξßα του μαρτυρßου.
Το πρωß βγÜλανε τους μÜρτυρες παγωμÝνους και ημιθανεßς και τους βÜλανε σε αμÜξι, γιατß δεν μποροýσαν να περπατÞσουν, να τους πÜνε να τους κÜψουν. ¸νας παρÜπεσε και τον αφÞσανε Ýξω απü το αμÜξι. Και η μητÝρα του, που παρακολουθοýσε τη σκηνÞ, πÞγε και τον βοÞθησε να πÜει στο μÝρος της φωτιÜς, για ν’ αποτελειþσει το μαρτýριο! ΦÝρθηκε üπως η μητÝρα των Μακκαβαßων στην ΠαλαιÜ ΔιαθÞκη, που εμψýχωσε και παρüτρυνε τα επτÜ παιδιÜ της να μαρτυρÞσουν. Εδþ φαßνεται πüσο μεγÜλη αξßα και τιμÞ αποδßδανε οι πιστοß της ΠαλαιÜς και της ΚαινÞς ΔιαθÞκης στο μαρτýριο. Το θεωροýσανε το κατ’ εξοχÞ χÜρισμα και το μεγαλýτερο αξßωμα που μποροýσε να επιθυμÞσει κανεßς. Το ψαλμικü «ΔιÞλθομεν δια πυρüς και ýδατος και εξÞγαγες ημÜς εις αναψυχÞν» Ýχει απüλυτη εφαρμογÞ και στην περßπτωση των 40 μαρτýρων.
Τα λεßψανÜ τους τα ρßξανε στον ποταμü, για να μη τα πÜρουν οι χριστιανοß. Και Ýτσι πÝτυχαν ν’ αγιαστεß üλη η φýση. ¼,τι ενÝργεια κι αν κÜνει ο διÜβολος, εν τÝλει την Εκκλησßα δοξÜζει και ωφελεß.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
www.pmeletios.com